Συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση στη Ρωσία: Το αντικοινωνικό πρόσωπο του Βλαντίμιρ Πούτιν

Η ρωσική κυβέρνηση αποφάσισε να αυξήσει κατά πολλά χρόνια το όριο συνταξιοδότησης. Έτσι, εν μέσω πλήρους οικονομικής κρίσης, προτίμησε να σώσει το πορτοφόλι των μεγάλων επιχειρήσεων, αποκαλύπτοντας την προτεραιότητα που αποδίδει στα συμφέροντα της οικονομικής ελίτ. Οι επιπτώσεις ήταν τέτοιες που οι διεθνείς επιτυχίες της Μόσχας δεν αρκούν πλέον προκειμένου να διασφαλιστεί η δημοφιλία του προέδρου.

Στα μέσα Ιουνίου του 2018, κι ενώ το Παγκόσμιο Κύπελλο Ποδοσφαίρου άνοιγε τις πύλες του, οι υποστηρικτές της δρακόντειας μεταρρύθμισης του συνταξιοδοτικού συστήματος πέτυχαν μια νίκη στη Ρωσία. Βασιζόμενος στον αθλητικό ενθουσιασμό, που θα αποσπούσε την προσοχή των πολιτών, ο πρωθυπουργός Ντμίτρι Μεντβέντεφ ανακοίνωσε την απόφαση της κυβέρνησης: στο εξής οι γυναίκες θα εργάζονταν μέχρι το 63ο έτος τους αντί του 55ου. Οι άντρες, έως το 65ο αντί του 60ού.

Παρ’ όλο που ο Βλαντίμιρ Πούτιν ισχυριζόταν ότι είχε παραμείνει εκτός διαβουλεύσεων, η δημοτικότητά του καταποντίστηκε και η αποδοχή για το πρόσωπό του έπεσε από το 80% στο 63%. Εκατοντάδες εκδηλώσεις διαμαρτυρίας σε όλη τη χώρα τον υποχρέωσαν να πραγματοποιήσει ένα τηλεοπτικό διάγγελμα προς το έθνος. Όπως ήταν αναμενόμενο, ο Ρώσος πρόεδρος χαλάρωσε το νομοσχέδιο, μειώνοντας, μεταξύ άλλων, την ηλικία συνταξιοδότησης των γυναικών στα 60 χρόνια. Υποσχέθηκε επίσης μια σημαντική αναπροσαρμογή των συντάξεων: επιπλέον 1.000 ρούβλια (13 ευρώ) ετησίως κατά μέσο όρο για έξι χρόνια.

Ωστόσο, το επικοινωνιακό εγχείρημα πέτυχε μόνο κατά το ήμισυ. Αν και οι διαδηλώσεις στους δρόμους έχασαν τον παλμό τους, το κυβερνητικό στρατόπεδο υπέστη εκλογικές ανατροπές. Τον Σεπτέμβριο, στις περιφερειακές εκλογές, τέσσερις υποψήφιοι (όλοι τους απερχόμενοι κυβερνήτες), υποστηριζόμενοι από την Ενωμένη Ρωσία, το πλειοψηφούν κόμμα, αναγκάστηκαν να κατέβουν στον δεύτερο γύρο προκειμένου να εκλεγούν –ένα ασυνήθιστο γεγονός για τη Ρωσία. Μάλιστα, στις περιοχές Βλαντιμίρ και Χαμπάροφσκ κέρδισε η εθνικιστική αντιπολίτευση (το Φιλελεύθερο Δημοκρατικό Κόμμα της Ρωσίας, LDPR). Έχοντας επίσης υπόψη το προβάδισμα των κομμουνιστών στις περιοχές του Πριμόριε και της Χακασίας, η κυβέρνηση προέβη σε χειρισμούς που οδήγησαν στην ακύρωση ή στην αναβολή των εκλογών.

Συγκρινόμενη με τις πολιτικές που εφαρμόζονται σε άλλες χώρες, η αναδιοργάνωση του ρωσικού συνταξιοδοτικού συστήματος εντυπωσιάζει με το εύρος και με τον εντατικό ρυθμό με τον οποίον πραγματοποιήθηκε. Έως το 2029, οι εργαζόμενοι θα χρειαστεί να εργαστούν για πέντε επιπλέον χρόνια προτού λάβουν τη σύνταξή τους, δηλαδή σε αυτό το διάστημα η συνταξιοδότηση θα απομακρύνεται κατά έξι μήνες για κάθε χρόνο που περνά. Το 1998, η νοτιοκορεατική κυβέρνηση αύξησε κι εκείνη κατά πέντε χρόνια το όριο συνταξιοδότησης, προβλέποντας όμως χαμηλότερο ρυθμό μετάβασης (τρεις επιπλέον μήνες για κάθε χρόνο που περνά). Η Γαλλία και η Γερμανία αύξησαν αυτό το όριο κατά ένα και δύο χρόνια αντίστοιχα (στα 67 και τα 62) με ρυθμό μετάβασης ενός με δύο επιπλέον μηνών ανά χρόνο.

 

Συγκέντρωση στη Μόσχα εναντίον της μεταρρύθμισης των συντάξεων, με τη συμμετοχή του ΚΚ Ρωσίας, 28 Ιουλίου 2018 (φωτ.: Andrew Filin).

 

Στην υπηρεσία των «απλών ανθρώπων»;

Τα επιχειρήματα των υπέρμαχων της μεταρρύθμισης θυμίζουν επιχειρήματα που έχουν ακουστεί και αλλού. Πρώτο επιχείρημα: η γήρανση του πληθυσμού. Το 2017, σύμφωνα με τις επίσημες στατιστικές του κρατικού οργανισμού ROSSTAT, καταγράφηκαν 36,5 εκατομμύρια συνταξιούχοι έναντι περίπου 85 εκατομμυρίων εργαζομένων, ήτοι 2,3 εργαζόμενοι ανά συνταξιούχο, αντί 3 προς 1 το 2002. Εντούτοις, αυτή η κάμψη είναι μόνο παροδική: η γενιά της χαοτικής δεκαετίας του 1990 σύντομα θα ενωθεί στην αγορά εργασίας με εκείνη που υπερτερεί αριθμητικά και γεννήθηκε κατά τη δεκαετία του 2000, περίοδο ισχυρής οικονομικής και δημογραφικής ανάπτυξης.

Δεύτερο δημογραφικό επιχείρημα: το όριο της ηλικίας συνταξιοδότησης δεν έχει αυξηθεί από το 1932, ενώ έχει αυξηθεί κατά πολύ το προσδόκιμο ζωής. Σύμφωνα με τα αριθμητικά στοιχεία της ROSSTAT που ανέφερε ο Μεντβέντεφ, το προσδόκιμο επιβίωσης υπολογιζόταν στα 35 έτη στην αρχή της δεκαετίας του 1930, έναντι των 72,7 ετών που είναι σήμερα. Όταν επιλέγεις ως περίοδο αναφοράς μια εποχή όπου η –πολύ υψηλή– παιδική θνησιμότητα επηρέαζε αρνητικά αυτόν τον μέσο όρο, σου επιτρέπει να εμφανίσεις σαν επίδοση ένα από τα χαμηλότερα προσδόκιμα ζωής στην Ευρώπη… Και ιδίως το 1932, όταν μόνο μια μειοψηφία ηλικιωμένων δικαιούνταν σύνταξη. Η χορήγησή της γενικεύθηκε για όλους τους πολίτες το 1956, και για τους αγρότες ή τους εργαζόμενους στις κολεκτίβες το 1967. Εκείνη την περίοδο, ένα νήπιο προβλεπόταν να ζήσει έως τα 69,3 έτη, δηλαδή μόλις τρία χρόνια λιγότερα απ’ ό,τι στην εποχή μας. Το 2018, ειδικά οι άνδρες έχουν λόγους να ανησυχούν: το τρέχον προσδόκιμο ζωής τους (66,5 έτη έναντι 77 για τις γυναίκες) υπερβαίνει κατά μόλις μιάμιση χρονιά την ηλικία κατά την οποία δύνανται να συνταξιοδοτηθούν.

Οι φιλελεύθεροι οικονομολόγοι ενίστανται: αυτό που έχει σημασία δεν είναι το προσδόκιμο ζωής κατά τη γέννηση, αλλά το πόσα χρόνια θα ζήσουν οι συνταξιούχοι. Μια μελέτη της Ανώτατης Σχολής Σπουδών στις Οικονομικές Επιστήμες (1), την οποία αναφέρουν προσφάτως οι δημοσιογράφοι και οι υπερασπιστές της μεταρρύθμισης, υπογραμμίζει ότι τα άτομα που έχουν φτάσει την ηλικία συνταξιοδότησης, ακόμη κι αν αυτή έχει μεταβληθεί, ενδέχεται να ζήσουν επιπλέον 13,4 χρόνια (για τους άνδρες) και 27,1 χρόνια (για τις γυναίκες). Ωστόσο, ο δημογράφος Ανατόλι Βισνιέφσκι υπενθυμίζει ότι, στην πραγματικότητα, αυτός ο δείκτης έχει αυξηθεί ελάχιστα από τη δεκαετία του 1960 και ενδέχεται να μειωθεί σε περίπτωση επιμήκυνσης της περιόδου δραστηριότητας (2).

Άλλο ένα ζήτημα που τίθεται συχνά: ο παραδοσιακός κοινωνικός ρόλος των γυναικών που αποχωρούσαν από την αγορά εργασίας στα 55 έτη. Για την κοινωνιολόγο Έλενα Ζντραβομύσλοβα, οι νεότερες ανάμεσά τους ανήκουν στη «γενιά-σάντουιτς» (3), που παίζει έναν διπλό συνδετικό ρόλο: ασχολούνται ταυτόχρονα με τα εγγόνια τους, ώστε να επιτρέψουν στους νέους να εργαστούν, και με τους πρεσβύτερους, για τους οποίους οι κρατικές δομές δεν ενδιαφέρονται καθόλου. Ποιες άλλες λύσεις προτείνει η κυβέρνηση για τη διευκόλυνση της επαγγελματικής ζωής των μητέρων με μικρά παιδιά και, κυρίως, για τη φροντίδα των ηλικιωμένων;

Στη συνέχεια, έρχεται το οικονομικό επιχείρημα: η εργασία για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα επιτρέπει την αύξηση του επιπέδου των συντάξεων, το οποίο τόσο οι υποστηρικτές της μεταρρύθμισης όσο και οι πολέμιοί της κρίνουν ανεπαρκές. Προς το παρόν, η μέση σύνταξη ανέρχεται στα 13.300 ρούβλια μηνιαίως (περίπου 175 ευρώ), δηλαδή 34% του μέσου μισθού. Ως αποτέλεσμα, το 40% των ανδρών και το 66% των γυναικών συνεχίζουν να έχουν αμειβόμενη απασχόληση κατά τα πέντε χρόνια που ακολουθούν την εκκαθάριση της σύνταξής τους (4). Η πρακτική εφαρμοζόταν με την ίδια περίπου αναλογία στη Σοβιετική Ένωση, ωστόσο οι συνταξιούχοι τότε είχαν καλύτερη κοινωνική κάλυψη –το 1976, ο μέσος όρος των χορηγούμενων συντάξεων αντιπροσώπευε το 52% του μισθού (5)– και ένα πιο προσιτό σύστημα υγείας.

Οι πρόσφατα συνταξιοδοτημένες γυναίκες συνεχίζουν να εργάζονται κυρίως σε παραδοσιακά «γυναικείους» και ανεπαρκώς αμειβόμενους κλάδους, ως καθηγήτριες σχολείων, σε νοσοκομεία, κοινωνικές υπηρεσίες ή στις καλλιέργειες. Οι άντρες δέχονται προσφορές εργασίας σε χαμηλών αποδοχών «δουλειές του ποδαριού». Στο τηλεοπτικό του διάγγελμα ο Πούτιν υποσχέθηκε μέση σύνταξη ύψους 20.000 ρουβλίων έως το 2024. Μια υπόσχεση λιγότερο γενναιόδωρη από όσο ακούγεται: εάν ο πληθωρισμός συνεχίσει να αυξάνεται με τον ρυθμό των τελευταίων έξι ετών, το μόνο που θα επιτρέψει η αύξηση του ύψους των συντάξεων θα είναι να αντισταθμιστεί η απώλεια της αγοραστικής δύναμης…

Ο Ρώσος πρόεδρος απολαμβάνει την εικόνα ενός κρατιστή ηγέτη που επιθυμεί την αποκατάσταση της κάθετης εξουσίας. Στις δύο πρώτες θητείες της (2000-2008) η κυβέρνησή του ανέλαβε τον έλεγχο στρατηγικών οικονομικών κλάδων που ελέγχονταν από τους ολιγάρχες, κυρίως εκείνου των υδρογονανθράκων. Η δε επάνοδος στην οικονομική ανάπτυξη επέτρεψε και πάλι την τακτική καταβολή των μισθών και των συντάξεων. Όλα αυτά εδραίωσαν τη δημοφιλία του Πούτιν στις λαϊκές και μεσαίες τάξεις, αυτούς τους «απλούς ανθρώπους» τους οποίους αρέσκεται να εξυμνεί. Ωστόσο, αρκετοί παρατηρητές αμελούν το γεγονός ότι, αφότου εγκαταστάθηκε στο Κρεμλίνο, ο Πούτιν ανέλαβε να «εκσυγχρονίσει» το κοινωνικό κράτος, να περιορίσει τις δημόσιες δαπάνες και να θεσπίσει ένα φορολογικό σύστημα ευνοϊκό για τις επιχειρήσεις και τα υψηλά εισοδήματα. Καθιέρωσε έναν ενιαίο συντελεστή φορολογίας εισοδήματος ύψους 13% (2001), μεταρρύθμισε τα συστήματα υγείας και εκπαίδευσης εγκρίνοντας την –περικομμένη– ομοσπονδιακή χρηματοδότηση με κριτήρια αποτελεσματικότητας και αποδοτικότητας (2006-2012) και θέσπισε έναν νέο εργατικό κώδικα, πιο ευνοϊκό για τον εργοδότη (2002).

Το συνταξιοδοτικό σύστημα δεν την γλύτωσε. Το 2002 η κυβέρνηση θεσπίζει μια ιδιαίτερα άδικη, μειούμενη κλίμακα εισφορών, η οποία εφαρμόζεται ακόμη: η συντριπτική πλειοψηφία των μισθωτών καταβάλλει το 22% των μεικτών αποδοχών της στο κρατικό ταμείο συντάξεων, ενώ όσοι αμείβονται με περισσότερα από 67.900 ρούβλια (900 ευρώ) το 2018 –δηλαδή περίπου το 15% των καλύτερα αμειβόμενων εργαζομένων– καταβάλλουν μόνο 10% όταν ξεπεράσουν αυτό το εισοδηματικό όριο. Την ίδια χρονιά, οι αρχές προσαρτούν στις υπάρχουσες ασφαλιστικές δομές ένα σύστημα συνταξιοδότησης μέσω υποχρεωτικής κεφαλαιοποίησης. Πλέον, το 6% των εισφορών δεν τροφοδοτεί το ταμείο των συντάξεων ή τις ήδη καταβαλλόμενες συντάξεις, αλλά χρηματοπιστωτικούς μεσάζοντες ή ιδιωτικά ταμεία συντάξεων.

Το 2005, ένα πρώτο απρόβλεπτο γεγονός ανακόπτει την πορεία των μεταρρυθμίσεων. Ένα πρωτοφανές στη μετασοβιετική Ρωσία κίνημα διαμαρτυρίας αντιτάσσεται στη «χρηματική αποτίμηση των κοινωνικών πλεονεκτημάτων», η οποία έχει στόχο να μειώσει την παροχή κοινωνικής αρωγής σε είδος (μεταφορικά μέσα, περίθαλψη) που απονεμόταν σε μεγάλες κατηγορίες του πληθυσμού. Η κυβέρνηση αναγκάζεται να επανεξετάσει τα σχέδιά της. Διευκολυμένη από την εκτόξευση της τιμής των υδρογονανθράκων, αναγγέλλει με τυμπανοκρουσίες ορισμένα μέτρα ως προπέτασμα καπνού, κυρίως τη θέσπιση του κεφαλαίου μητρότητας –ένα σημαντικό επίδομα προς τις μητέρες που αποκτούν περισσότερα από ένα παιδιά– και η δρομολόγηση ομοσπονδιακών προγραμμάτων στους τομείς της εκπαίδευσης, της υγείας και της στέγασης. Για κάποιο διάστημα, αυτά συνοδεύονταν από καλύτερες αμοιβές για τους εκπαιδευτικούς και για το νοσηλευτικό προσωπικό, και από αυξημένη χρηματοδότηση από το κράτος για την αποκατάσταση των κτιρίων.

Η παγκόσμια οικονομική κρίση του 2008 σημαίνει το τέλος της πολιτικής αυτής. Κατόπιν, η ύφεση που εγκαθίσταται στη Ρωσία το 2014, ως απότοκο της πτώσης της τιμής του πετρελαίου αλλά και των κυρώσεων των δυτικών χωρών λόγω της προσάρτησης της Κριμαίας, οδηγεί την κυβέρνηση να επανεκκινήσει την πολιτική δημοσιονομικής λιτότητας, θυσιάζοντας κατά προτεραιότητα τις κοινωνικές δαπάνες εκπαίδευσης και υγείας. Πληθώρα αρωγών και πιστώσεων φόρων χορηγούνται στις μεγαλύτερες επιχειρήσεις, προπάντων στις εταιρείες πετρελαιοειδών, τη στιγμή που αυτές συγκαταλέγονται στις πιο κερδοφόρες (6). Επιπλέον, με αφορμή τις κυρώσεις, έγινε μείωση φόρου στους δισεκατομμυριούχους στους οποίους είναι απαγορευμένη η διαμονή στη Δύση (7) –δηλαδή σε ανθρώπους που ανήκουν στον στενό κύκλο του Πούτιν. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του Ελεγκτικού Συνεδρίου, αυτά τα φορολογικά προνόμια θα μεταφραστούν σε υστέρηση εσόδων 11 τρισεκατομμυρίων ρουβλίων (145 δισ. ευρώ) από τον ομοσπονδιακό προϋπολογισμό, οι εισπράξεις του οποίου για το 2018 φαίνονται, ως εκ τούτου, να περιορίζονται κατά 15 τρισεκατομμύρια ρούβλια (200 δισεκατομμύρια ευρώ) (8).

Αύξηση του φόρου προστιθέμενης αξίας (ΦΠΑ) από 18 σε 20%, προαναγγελθείσα αύξηση του – πάντα ενιαίου– συντελεστή φόρου εισοδήματος: οι εν εξελίξει μεταρρυθμίσεις ενισχύουν περαιτέρω τη γενικότερη τάση για μείωση εισφορών και φόρων στο κεφάλαιο, αυξάνοντας παράλληλα τη φορολόγηση των εισοδημάτων από εργασία, κυρίως για τα χαμηλότερα εισοδήματα. Η κυβέρνηση καλεί τους πολίτες να κάνουν θυσίες στο όνομα του διεθνούς κύρους της Ρωσίας. Ωστόσο, άλλες πηγές χρηματοδότησης θα επέτρεπαν τόσο να διατηρηθεί το όριο ηλικίας για τη συνταξιοδότηση όσο και να αναπροσαρμοστούν προς τα άνω οι συντάξεις, ιδίως σε μια χώρα όπου αυτές δεν μετρούν παρά μόνο το 7% του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος (ΑΕΠ), έναντι του 14% στη Γαλλία, στην Πορτογαλία ή στην Αυστρία. Το Ελεγκτικό Συνέδριο συνιστά να περιοριστούν οι παρεχόμενες μειώσεις στις μεγάλες δημόσιες επιχειρήσεις, οι οποίες όμως επιθυμούν να περιορίσουν τον όγκο των μερισμάτων που καταβάλλουν στον προϋπολογισμό του κράτους-μετόχου. Και έχει λόγο για να το κάνει: αυτού του είδους τα έσοδα διαιρέθηκαν στα τέσσερα το 2017, χρονιά που αντιπροσώπευαν 667,6 δισεκατομμύρια ρούβλια (9,5 δισεκατομμύρια ευρώ). Ο βουλευτής Όλεγκ Σεΐν, βασικός υπερασπιστής των κοινωνικών υποθέσεων στη Δούμα (και περισσότερο αριστερός από το κεντροδεξιό κόμμα Δίκαιη Ρωσία, που τον υποστήριξε), καλεί σε αγώνα ενάντια στα ειδικά φορολογικά καθεστώτα. Ζητά επίσης ενιαία κλίμακα εισφορών, καθώς και την επιβολή ποινών στις επιχειρήσεις που ενέχονται σε απάτες ή αποκρύπτουν από την εφορία τον πραγματικό αριθμό των εργαζομένων –σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του, περίπου τριάντα πέντε εκατομμύρια άτομα φαίνεται πως απασχολούνται λαθραία.

Ενώ τα πραγματικά εισοδήματα των πολιτών σημείωσαν πτώση της τάξης του 10% από το 2014 (9), η κυβέρνηση προτιμά να διατηρεί τη βιωσιμότητα των μεγάλων περιουσιών. Μπορεί η θέσπιση του νόμου να αποθάρρυνε τους διαδηλωτές, η εξουσία όμως δεν παρέμεινε αλώβητη. «Η επίκληση των “παραδοσιακών αξιών της πλειοψηφίας” και της “πνευματικής ένωσης” προκειμένου να συσπειρώσει την κοινωνία γύρω από τον εθνικό ηγέτη της δεν βοηθά καθόλου όταν πρόκειται για ένα τόσο αντιλαϊκό μέτρο», παρατηρεί ο Ίλια Μπουντράιτσκις, ιστορικός και πολιτικά στρατευμένος στη Αριστερά. Για πολλούς υποστηρικτές του Πούτιν, τους οποίους ώς τώρα γοήτευε η εικόνα του ως προστάτη του λαού, δεν υπάρχει πλέον αμφιβολία: τα συμφέροντα των λαϊκών και μεσαίων τάξεων δεν έχουν καμία σημασία μπροστά σε εκείνα των οικονομικών και χρηματοπιστωτικών ελίτ. Υπό αυτή την έννοια, το καλοκαίρι του 2018 αποτυπώνει το τέλος της ευφορίας που ακολούθησε την προσάρτηση της Κριμαίας.

 

(1) «Το δημογραφικό πλαίσιο της αύξησης της ηλικίας συνταξιοδότησης» (στα ρωσικά), Ανώτατη Οικονομική Σχολή, Μόσχα, 28 Ιουνίου 2018, www.hse.ru

(2) «Αύξηση του ορίου συνταξιοδότησης: δημογραφικά επιχειρήματα και αντεπιχειρήματα» (στα ρωσικά), «Demoscope Weekly», αρ. 775-776, 18 Ιουνίου – 31 Ιουλίου 2018, www.demoscope.ru

(3) The Village, 8 Μαρτίου 2016, www.the-village.ru

(4) Rosstat, Μόσχα, 2016.

(5) Hélène Yvert-Jalu, «Οι ηλικιωμένοι στη Σοβιετική Ένωση», «Population», αρ. 6, Παρίσι, Νοέμβριος-Δεκέμβριος 1985.

(6) «Novye Izvestia», Μόσχα, 6 Σεπτεμβρίου 2018, www.newizv.ru

(7) RBK TV, 17 Μαρτίου 2017, www.rbc.ru

(8) Συμπεράσματα του Ελεγκτικού Συνεδρίου της Ρωσικής Ομοσπονδίας σχετικά με την εκτέλεση του ομοσπονδιακού προϋπολογισμού για το 2017, www.ach.gov.ru

(9) «Η οικονομική και κοινωνική κατάσταση της Ρωσίας» (στα ρωσικά), Rosstat, 2018.

Facebooktwittergoogle_pluspinterestlinkedintumblrmail