Η οικουμενικότητα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων

[από το αρχείο της “Le Monde diplomatique”, Δεκέμβριος 1998]

Καθώς η τύχη του στρατηγού Αουγκούστο Πινοσέτ παραμένει αβέβαιη, η δημιουργία, τον Ιούλιο στη Ρώμη, ενός Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου και οι εργασίες της Επιτροπής για την Αλήθεια και τη Συμφιλίωση στη Νότια Αφρική, δείχνουν μια συνειδητοποίηση του προβλήματος. Τη στιγμή που γιορτάζουμε την πεντηκοστή επέτειο της Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, επιβεβαιώνεται η ανάγκη μιας διεθνούς απάντησης στα ζητήματα δικαιοσύνης και δικαίου. Οι αρχές της κυριαρχίας των κρατών δεν πρέπει να οδηγούν στην ατιμωρησία των εγκληματιών. 

Η κατάργηση των φραγμών μεταξύ των κρατών, που οφείλεται σε αιτίες που για άλλους είναι καταδικαστέες (η διάθεση πλουτισμού των πρωταγωνιστών) και για άλλους είναι, κάτω από ορισμένες συνθήκες, ευεργετικές (η ανάπτυξη των ανταλλαγών και των επικοινωνιών) συνοδεύεται από τη σκλήρυνση της κρατικής κυριαρχίας στον τομέα του ελέγχου των δικαιωμάτων και των ελευθεριών. Η συνέπεια είναι ότι, σε πολλές περιπτώσεις, τα κράτη εμποδίζουν την εξέλιξη προς τις κοινές αξίες που υιοθετεί μια διεθνής κοινωνία άξια του ονόματός της και προς τους νομικούς μηχανισμούς που αποτελούν το απαραίτητο συμπλήρωμά τους.

Ωστόσο, αυτές ακριβώς τις κοινές αξίες προσπάθησε να διατυπώσει επίσημα η Οικουμενική Διακήρυξη για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα. Αλλά η άσκηση των διακηρυγμένων δικαιωμάτων είναι στενά συνδεδεμένη με τις διαδικασίες που έχουν προβλεφθεί για να επιτρέψουν τη διεκδίκησή τους. Οι συντάκτες της Διακήρυξης γνώριζαν πολύ καλά ότι τα δικαιώματα πρώτου βαθμού -το δικαίωμα στη ζωή, στην ελευθερία, στην εργασία, στην τροφή κ.λπ.- δεν είναι τίποτα χωρίς την ύπαρξη ενός δικαιώματος δεύτερου βαθμού, δηλαδή του δικαιώματος στο δίκαιο με πρόσβαση στις κατάλληλες διαδικασίες. Αλλά η κυρίαρχη νομική κουλτούρα της δεκαετίας του 1940 παρέμενε μια εθνική κουλτούρα. Η δύναμή της διαφαίνεται από τον τρόπο με τον οποίο έχει συνταχθεί το άρθρο 8, που αναγνωρίζει σε όλους το δικαίωμα μιας αποτελεσματικής προσφυγής στα εθνικά δικαστήρια για να υπερασπιστούν τα δικαιώματα που αναγνωρίζονται σε εθνικό επίπεδο. Όμως οι συντάκτες της Διακήρυξης δεν περιορίστηκαν σε αυτό. Με το άρθρο 10 αναγνώρισαν σε όλους «με πλήρη ισότητα» το δικαίωμα να εκδικάζεται η υπόθεσή τους «δίκαια και δημόσια από ένα ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο» (1).

Δεν είναι άραγε αυτό ακριβώς που λείπει τρομερά από το 1948 σε όλα τα αμέτρητα θύματα των εξαφανίσεων, βασανιστηρίων, συνοπτικών εκτελέσεων, μαζικών παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, που ανήκαν, ωστόσο, σε χώρες που είχαν υιοθετήσει τη Διακήρυξη και που μάλιστα, συχνά, υπέγραφαν κατόπιν διεθνείς συμβάσεις για τα δικαιώματα του ανθρώπου, των οποίων η αξία δεν είναι πλέον διακηρυκτική αλλά κανονιστική; Είναι αλήθεια ότι το κείμενο του άρθρου 10 στερείται ακρίβειας. Παραπέμποντας σε «ένα δικαστήριο», χωρίς να προσδιορίζει σε ποιο, παραμένει ακόμα κατά τρόπο έμμεσο -πράγμα που επιβεβαιώνεται από τις προπαρασκευαστικές εργασίες- στο πλαίσιο των εθνικών δικαιοδοσιών. Η γενικότητα των όρων που χρησιμοποιούνται σε αυτό το κείμενο, αλλά ταυτόχρονα και η δύναμή τους, μας οδηγεί να συναγάγουμε την αναγκαιότητα δημιουργίας κατάλληλων δικαστικών δικαιοδοσιών, ενδεχομένως διεθνών, στην περίπτωση που το εσωτερικό σύστημα δεν προσφέρει καμία δυνατότητα δημόσιας, δίκαιης και αμερόληπτης δίκης.

Αυτή είναι η εσωτερική δυναμική της Διακήρυξης: να δίνει στην κοινότητα των ανθρώπων δικαστικές εξουσίες, όποιες και να είναι αυτές, που να επιτρέπουν την κάλυψη όλων των περιπτώσεων παραβίασης δικαιωμάτων, περιλαμβανόμενης και της περίπτωσης που η κρατική προστασία είναι ελλιπής ή όταν το κράτος γίνεται καταπιεστής.

Η αποφασιστική εμπειρία, αν και περιορισμένη στο αντικείμενό της, των Δικαστηρίων της Νυρεμβέργης και του Τόκιο απέρρεε από αυτή τη λογική. Προς την ίδια κατεύθυνση, η Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών εξέφρασε, εδώ και πενήντα χρόνια, την ευχή να δημιουργηθεί μια μόνιμη διεθνής ποινική δικαστική αρχή (2). Αλλά αυτό το σχέδιο δεν έλαβε παρά πρόσφατα τη μορφή μιας θεσμικής κανονιστικής οντότητας. Επίσης μαρτυρά με τα όριά του την ισχυρή αντίσταση των κρατών, τα οποία δεν αποτελούν, σε αυτό το θέμα, μια ομοιογενή ομάδα.

Ωστόσο δεν υπάρχουν από τη μια μεριά ενάρετα κράτη και από την άλλη κράτη εγκληματίες. Υπάρχουν οι εξουσίες του κράτους, αντικείμενο κοινωνικών αγώνων σε εθνική κλίμακα, και ήδη, πλέον και σε διεθνή κλίμακα. Ανάλογα με την εσωτερική συγκυρία (πολιτική, αλλά και οικονομική) και σε συνάρτηση με διεθνείς παράγοντες, οι εξουσίες του κράτους μπορούν να είναι περισσότερο ή λιγότερο δημοκρατικές και έτσι να εξασφαλίζουν τις νομικές εγγυήσεις στους πολίτες. Αλλά κανένα κράτος δεν προσπαθεί αυθόρμητα να προάγει μία διεθνή δικαιοσύνη στην οποία θα υπάγεται και στην οποία θα μπορεί να προσαχθεί από πολίτες υπηκόους του ή ξένους. Από τους ανθρώπους που ασκούν την εξουσία, άλλοι ελπίζουν ότι τα αίσχη τους θα συνεχίσουν να καλύπτονται από την ασυλία που τους παρέχει η κρατική κυριαρχία την οποία εκπροσωπούν και άλλοι προσπαθούν να δώσουν ένα δημοκρατικό χαρακτήρα στην εξουσία που ασκούν και, έτσι, θεωρούν τους εθνικούς θεσμούς ως τον καλύτερο εγγυητή της προστασίας των ατόμων.

Μέσα σε αυτές τις συνθήκες δεν θα μπορούσε κανείς να περιμένει κανείς πολλά από την πρωτοβουλία των ίδιων των κυβερνώντων για να προχωρήσει η ιδέα ενός δικαίου και μιας δικαιοσύνης που θα επιβάλλονταν στα κράτη. Η αλλαγή επήλθε από την ίδια την κατάχρηση της εξουσίας του κράτους. Οι εγκληματικές πρακτικές των δικτατοριών, η υποβάθμιση των οικονομικών δικαιωμάτων και της αρχής της ισότητας, ακόμα και στις μεγάλες αναπτυγμένες χώρες που υπερηφανεύονται ότι έχουν δημοκρατικό σύστημα, η εξάπλωση της διαφθοράς σε όλα, ανεξαιρέτως, τα επίπεδα εξουσίας, οδήγησαν τα άτομα να οργανωθούν για να εκφράσουν δυναμικά τις διεκδικήσεις τους και να ζητήσουν την προώθηση σχεδίων που τα ίδια τα κράτη είχαν παρουσιάσει μερικές δεκαετίες νωρίτερα για να τα θάψουν αμέσως μετά (3).

Η μετάδοση εικόνων από τον πόλεμο της Βοσνίας και στη συνέχεια από τη Ρουάντα, που έκαναν ανυπόφορη την ιδέα της ατιμωρησίας, οδήγησε στις δύο συγκεκριμένες εμπειρίες των ad hoc (ειδικών) ποινικών δικαστηρίων. Οι κυβερνώντες που πήραν την πρωτοβουλία της δημιουργίας αυτών των δικαστηρίων το έκαναν λιγότερο για λόγους ηθικής και περισσότερο λόγω της ανάγκης να καθησυχάσουν την κοινή γνώμη, πράγμα που αποδεικνύεται στη συνέχεια από την απροθυμία τους να συνεργαστούν με αυτή τη διεθνή δικαιοσύνη. Οι ίδιοι λόγοι εξηγούν την πρόσφατη δημιουργία μιας γενικής ποινικής δικαστικής εξουσίας. Πάντως, μολονότι αυτή η δικαστική εξουσία ανατρέπει το νομικό τοπίο, θα είχε κανείς άδικο να πιστεύει στα άμεσα αποτελέσματα αυτής της αναταραχής.

Ποιος άλλος τρόπος υπάρχει άραγε, στο βαθμό που δεν υπήρχε άλλη λύση από το να περάσει κανείς από τα κράτη για να επιβάλει κυρώσεις στα κράτη; Πέρα από την ικανοποίηση σε επίπεδο αρχών που μπορεί να προκαλέσει η δημιουργία του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου, παραμένει το πρόβλημα ότι το δικαστήριο αυτό δεν θα έχει αναδρομική αρμοδιότητα. Δεν θα δικάζει παρά τα μελλοντικά εγκλήματα και όχι τα εγκλήματα του παρελθόντος. Οι υποθέσεις που θα εκδικάζει συγκαταλέγονται μεταξύ των πιο σοβαρών (γενοκτονίες, εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, εγκλήματα πολέμου), ενώ τα κράτη που υπέγραψαν για τη δημιουργία του δικαστηρίου αυτού μπορούν να αναβάλουν για επτά χρόνια την αναγνώριση της αρμοδιότητάς του για οικονομικά εγκλήματα που τα αφορούν. Όσο για το Συμβούλιο Ασφαλείας, διατηρεί ένα μείζονα ρόλο, εφόσον μπορεί να εμποδίσει έρευνα του εισαγγελέα για διάστημα δώδεκα μηνών (4). Αυτή η δικαστική αρχή δεν θα αποτελέσει λοιπόν το αναμενόμενο αντίβαρο στις εξουσίες του οργάνου που διατείνεται ότι ελέγχει ολόκληρο τον κόσμο.

Έτσι δεν διαφαίνεται τίποτα που να επιτρέπει, μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα, την τιμωρία των εγκλημάτων που έχουν διαπραχθεί, όχι από την κυβέρνηση κάποιου κράτους, αλλά ως συνέπεια των αποφάσεων μιας ομάδας κρατών, αυτών που αποτελούν το Συμβούλιο Ασφαλείας. Συμβαίνει όμως, μερικές φορές, οι πράξεις αυτού του οργάνου να είναι καταδικαστέες λόγω των επιβλαβών συνεπειών για την υγεία και τη ζωή των ανθρώπων, όπως συμβαίνει στην περίπτωση του εμπάργκο που έχει επιβληθεί στον ιρακινό λαό με την πρόφαση όσων διέπραξε ο δικτάτορας της χώρας. Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι παρ’ όλους αυτούς τους περιορισμούς, χώρες όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Κίνα, η Ινδία ή το Ισραήλ αρνήθηκαν να ψηφίσουν αυτό το σχέδιο. Με αυτή την ευκαιρία, οι συζητήσεις αποκάλυψαν τις, τουλάχιστον, αμφιλεγόμενες υστεροβουλίες των Ηνωμένων Πολιτειών και εν μέρει και της Γαλλίας.

Μπορεί κανείς λοιπόν να είναι ευχαριστημένος με αυτή την καινοτομία; Χωρίς αμφιβολία ναι, γιατί μόλις εγκαθιδρυθεί ο θεσμός, θα φανούν οι εγγενείς του περιορισμοί και εύλογα μπορεί να υπολογίζει κανείς ότι η δυναμική του θα οδηγήσει στη διόρθωσή τους. Πολύ περισσότερο που τίποτα δεν μπορεί να σταματήσει την πορεία της κοινής γνώμης σε αυτά τα θέματα.

Η μεγάλη δυσκολία βρίσκεται στο να συνδυαστούν τα διαφορετικά χρονικά περιθώρια. Η σχετική επιτάχυνση που δόθηκε στο σχέδιο μιας μόνιμης ποινικής δικαστικής αρχής, παραμένει εγγεγραμμένη στο ρυθμό μιας μακρόχρονης διαδικασίας. Η διεθνής κατάσταση πολλαπλασιάζει τις περιπτώσεις που επιβάλλεται να διευθετηθούν μέσα σ’ ένα συντομότερο χρονικό διάστημα. Η υπόθεση που σχετίζεται με το στρατηγό Πινοσέτ αποτελεί γλαφυρό παράδειγμα, γιατί αποκαλύπτει ότι οι δικαστικές δομές δεν έχουν προσαρμοστεί. Ο άνθρωπος αυτός ήταν ο ανώτατος υπεύθυνος στη χώρα του. Οι εγκληματικές του πράξεις, ωστόσο, δεν αφορούν μόνο τη Χιλή. Από τη μια μεριά οι μέθοδοι που χρησιμοποίησε για να εδραιώσει την εξουσία του έπληξαν και ξένους, ενώ ενήργησε έχοντας τη συνενοχή και άλλων γειτονικών καθεστώτων. Από την άλλη μεριά, το ζήτημα της βαρβαρότητας αφορά ολόκληρη την ανθρωπότητα. Ένα καθεστώς που καταπιέζει και χύνει αίμα δεν μπορεί, στο όνομα της εθνικής κυριαρχίας και ανεξαρτησίας, να απολαμβάνει τη νομιμότητα από τη διεθνή κοινότητα.

Η Λατινική Αμερική βγήκε από χρόνια αιματηρών δικτατοριών, προσπαθώντας να αποφύγει τη δικαστική ρύθμιση των εγκλημάτων που διαπράχθηκαν. Αυτό σήμαινε ότι αγνοήθηκε το γεγονός ότι δεν μπορεί κανείς να στρέψει τους λαούς προς τη λήθη χωρίς πρώτα να έχει αποδοθεί δικαιοσύνη. Η παρουσία του Πινοσέτ στο Λονδίνο και η πρωτοβουλία ενός Ισπανού δικαστή ξαναζωντανεύουν αυτό το ζήτημα και υπογραμμίζουν την αδυναμία του συστήματος.

Οι μεγάλοι δισταγμοί της εισαγγελίας στη Μαδρίτη -όπου ο εισαγγελέας του δικαστηρίου άσκησε έφεση στην αίτηση έκδοσης του δικαστή Γκαρθόν, πριν επικυρώσει την απόφαση το δικαστήριο- η δικαστική αμηχανία στο Λονδίνο -όπου το Ανώτατο Δικαστήριο ακύρωσε το ένταλμα σύλληψης εναντίον του Πινοσέτ, θεωρώντας ότι προστατεύεται ακόμη από τη διπλωματική ασυλία την οποία απολαμβάνουν οι αρχηγοί κρατών, και αυτό πριν την οριστική απόφαση, σχετικά με αυτό το θέμα, της Βουλής των Λόρδων -δείχνουν τις δυνατότητες που έχει το εσωτερικό δίκαιο των κρατών να παραλύει τις διαδικασίες, καθώς και τη διάσταση που υπάρχει στους κόλπους των ίδιων των δικαστικών σωμάτων σχετικά με αυτά τα θέματα.

Αλλά τα θύματα που επέζησαν, οι οικογένειές τους καθώς και όλοι αυτοί που ήταν αλληλέγγυοι στον αγώνα εναντίον αυτών των δικτατοριών, μπαίνουν ορμητικά σε αυτή την υπόθεση. Τα αιτήματα έκδοσης, από διάφορες ευρωπαϊκές χώρες, πολλαπλασιάσθηκαν μέσα σε λίγες εβδομάδες. Παντού δημιουργούν δυσκολίες πολιτικής και δικαστικής φύσεως. Αυτό το σύνολο παραπέμπει σε μία και μόνο ερώτηση: ο κόσμος, πέρα από τη διαίρεσή του σε κράτη, αποτελεί άραγε μία και μόνη κοινότητα, αυτή των ανθρώπων, που έχουν μεταξύ τους ένα δεσμό αρκετά ισχυρό ώστε η τιμωρία των πράξεων που τους απειλούν να τους αφορά όλους, θύματα, μάρτυρες ή απλώς μέλη της ίδιας ανθρωπότητας;

Σε αυτή την περίπτωση, δεν πρέπει άραγε να θεωρήσει κανείς ότι υπάρχει μία «οικουμενική δικαιοδοσία», δηλαδή ότι τα δικαστήρια ολόκληρου του κόσμου μπορούν να συγκληθούν από οποιονδήποτε (ή να συγκληθούν από μόνα τους με απόφαση των εισαγγελέων τους) για τέτοιες πράξεις; Βρισκόμαστε ακόμα πολύ μακριά. Η δικαστική πρακτική είναι ανομοιογενής και οι νομικοί συζητούν για την ύπαρξη αυτής της δικαιοδοσίας. Πρέπει άραγε να αναγνωριστεί με μία σύμβαση για μία συγκεκριμένη κατηγορία εγκλημάτων; Μπορεί να έχει εθιμική βάση; Εάν αναγνωριστεί ρητώς, δίνει σε όλα τα δικαστήρια του κόσμου μια απλή «δυνατότητα», δηλαδή να διώκουν όλους όσοι διέπραξαν εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας ή πρόκειται για μία «υποχρέωση» που τους επιβάλλεται; Μπορούν να ασκήσουν δίωξη χωρίς όρους ή πρέπει το θύμα να βρίσκεται στο έδαφός τους ή επίσης και ο δήμιος; Η Γαλλία έχει μία θέση αρκετά επιφυλακτική σε αυτό το θέμα (5).

Εδώ βρίσκεται ένα παίγνιο καθοριστικής σημασίας. Δεν χρησιμεύει σε τίποτα να δημιουργηθεί ένα διεθνές δικαστήριο εάν τα κράτη και τα δικαστήριά τους δεν φαίνεται να έχουν τη βούληση να διευρύνουν το πεδίο της δικαιοσύνης. Όμως τα εμπόδια συνεχίζουν να είναι πολλά. Στις δίκες που ακολούθησαν το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, μόνο οι νικητές μπόρεσαν να απαιτήσουν δικαιοσύνη, ενώ σε μία σύγκρουση είναι δυνατόν να έχουν διαπραχθεί εγκλήματα από όλες τις πλευρές. Εξάλλου, οι σοβαρότερες παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων δεν γίνονται αναγκαστικά στο πλαίσιο διακρατικών συγκρούσεων. Και στην περίπτωση των εσωτερικών συγκρούσεων, η εξουσία που βγαίνει κερδισμένη πρέπει επίσης να δώσει λογαριασμό για τις πράξεις της.

Τα όρια που αναφέρθηκαν για τις υπάρχουσες δικαστικές δικαιοδοσίες, τα οποία επιτρέπουν να μην μπορούν να δικαστούν ορισμένες πράξεις, δεν είναι δυνατόν να διευρυνθούν παρά με την επέκταση της οικουμενικής δικαιοδοσίας. Η βάση της, που απορρέει μερικές φορές από διεθνείς συμβάσεις, πρέπει να αναγνωριστεί ως ευρύτερη. Αυτή η άποψη υποστηρίζεται σοβαρά από το άρθρο 10 της Οικουμενικής Διακήρυξης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα. Η οικουμενική δικαιοδοσία είναι το μόνο μέσο για να ρυθμιστεί η διαχείριση του χρόνου και για να αποφευχθεί το φαινόμενο να παρουσιάζονται στα δικαστήρια για να δικαστούν υπερήλικοι, δεκαετίες μετά τα γεγονότα, ενώ τα επιχειρήματα της επιείκειας βαραίνουν εξαιρετικά.

Μόνο ο οικουμενικός και ταχύς χαρακτήρας της διεθνούς δικαιοσύνης μπορεί να συνεισφέρει (εν μέρει, αλλά αυτό είναι σημαντικό) στην εξυγίανση μιας γενικότερης κατάστασης, στην οποία η πληθώρα των συζητήσεων για τα ανθρώπινα δικαιώματα δύσκολα αποκρύπτει τη συνεχή άνοδο και την αύξηση των παραβιάσεών τους.

 

  1. Άρθρο 10: «Κάθε άνθρωπος έχει δικαίωμα, με πλήρη ισότητα, να εκδικάζεται η υπόθεσή του δίκαια και δημόσια από ένα ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο, το οποίο θα αποφασίζει είτε για τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του, είτε εάν ευσταθεί κάθε κατηγορία που έχει διατυπωθεί εναντίον του και αφορά το ποινικό δίκαιο».
  2. Από το 1950 η Γενική Συνέλευση με την απόφαση της 27ης Νοεμβρίου είχε δημιουργήσει μια επιτροπή επιφορτισμένη με τη σύνταξη του σχεδίου κανονισμού του μελλοντικού Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου.
  3. Βλ. μεταξύ πολλών άλλων θέσεων που έχουν διατυπωθεί, τη θέση της Solima (Solidarité avec les Mères de la place de Mai) (Αλληλεγγύη με τις Μητέρες της πλατείας του Μαΐου) δελτίο αρ. 44, Παρίσι, Αύγουστος 1998.
  4. Βλ. τον κανονισμό του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου: Doc UN A/Conf. 183/9 και 10.
  5. Βλ. Brigitte Stern, «La compétence universelle en France: le cas des crimes commis en ex-Yougoslavie et au Rwanda», «German Yearbook of International Law», Βερολίνο, τόμος 40, 1997.
Facebooktwittergoogle_pluspinterestlinkedintumblrmail
Authors:

Ομότιμη καθηγήτρια δημοσίου δικαίου και πολιτικών επιστημών, στο Πανεπιστήμιο Paris VII - Diderot.