«Ψύχωση» με ή χωρίς αιτία

Όλοι θυμόμαστε την επιδημία των «τρελών αγελάδων» που χτύπησε την Ευρώπη από το 1986 έως το 2000, φτάνοντας στο σημείο να γίνει αιτία θανάτου για 200 άτομα. Οι «τρελές αγελάδες» μαζί με την «γρίπη των πουλερικών» υπήρξαν βασικές αιτίες για μια μεγάλη στροφή προς τη φυτοφαγία. Επιστροφή στον Δεκέμβριο του 2000 όταν, κάτω από την πίεση της κοινής γνώμης, πανικόβλητης από τα μεγάλα μέσα ενημέρωσης και από το φόβο μιας επιδημικής εξάπλωσης της σπογγώδους εγκεφαλοπάθειας των βοοειδών, που μεταδίδεται στον άνθρωπο με την κατανάλωση βοδινού κρέατος, η γαλλική κυβέρνηση αποφάσισε, τελικά, να απαγορεύσει τελείως τη χρήση ζωικών αλεύρων. Άλλες ευρωπαϊκές χώρες υιοθέτησαν επειγόντως ταυτόσημα μέτρα. Ένα είδος «συλλογικής ψύχωσης» φαίνεται να κυριεύει τους πολίτες, η οποία θεμελιώνεται στην πεποίθηση ότι οι σχέσεις του ανθρώπου με τη φύση διαστρέφονται όλο και περισσότερο.

Οι άνθρωποι απεχθάνονται να τους αιφνιδιάζει η φύση. Προτιμούν να προβλέπουν τις καταστροφές που παίρνουν «αποκαλυπτικές» διαστάσεις, παρά να πέφτουν θύματα μιας αναπάντεχης, ακόμη και περιορισμένης, καταστροφής. Έτσι, οι Ευρωπαίοι αποφάσισαν να συγγράψουν τη δική τους δραματουργία τρόμου. Για να στήσουν αυτή την τελετουργία εξορκισμού, επέλεξαν ένα φαινόμενο: τη λεγόμενη νόσο των τρελών αγελάδων.

Τα ευρωπαϊκά μέσα ενημέρωσης προβάλλουν εκτεταμένα την υπόθεση της σπογγώδους εγκεφαλοπάθειας των βοοειδών και της μετάδοσής της στον άνθρωπο (σε μια παραλλαγή της νόσου Κρόιτσφελντ-Γιάκομπ), γιατί πρόκειται για ένα θέμα που κατ’ εξοχήν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο χειραγώγησης στη σκηνή των μέσων ενημέρωσης: είναι, πια, δυνατό να προβάλλονται εικόνες ετοιμοθάνατων παιδιών. Επίσης, εδώ και καιρό έχουν προβληθεί σκηνές με ζώα που σφαγιάζονται, που ξεκοιλιάζονται, που κόβονται κομμάτι κομμάτι με μια σχεδόν επιστημονική ακρίβεια, που παραπέμπει στα βιομηχανικά σφαγεία. Μπορούμε να πληροφορηθούμε πώς καταστρέφεται ο εγκέφαλος ενός ζωντανού ζώου, με την εισαγωγή ενός μεταλλικού εξαρτήματος στο αφτί του, ή πώς του χορηγείται με ένεση, εάν είναι «τρελό», μια θανατηφόρα δόση κουράριο (ΣτΜ: ισχυρό φυτικό δηλητήριο) (αφού έχει ναρκωθεί, όπως αρμόζει στους καταδικασμένους σε θάνατο -τους οποίους, ας σημειωθεί, η Ευρώπη δεν «παράγει» πια).

Με δύο λόγια, προσφέρεται στο κοινό ένας τεράστιος δίσκος ατιμώρητων απολαύσεων, που έχουν αποστειρωθεί τέλεια μέσα στην αντικειμενική γλώσσα της ενημέρωσης και, στη συνέχεια, απωθούνται έντονα με τις διατροφικές φοβίες ή τα ξαφνικά χορτοφαγικά πάθη που ξεσπούν.

Ούτε, όμως, και η δύναμη αποπροσανατολισμού της υπόθεσης των τρελών αγελάδων είναι αμελητέα. Στη Γαλλία, όταν πρόεδρος και πρωθυπουργός έχουν καθηλωθεί, από το καλοκαίρι, μεταξύ της κορσικανικής τρομοκρατίας, της τιμής του πετρελαίου και της πτώσης του ευρώ, τι καλύτερο υπήρχε για να κάνουν τον κόσμο να τα ξεχάσει όλα, από ένα διατροφικό πανικό… που, σε μεγάλο βαθμό, αποδίδεται στις αγγλικές εξαγωγές; Άλλωστε, όταν ο κόσμος αρχίζει να αναρωτιέται πολύ, το «πιο παραδοσιακό μέσο για να διατηρηθεί η συνοχή ενός κοινωνικού σώματος» δεν είναι, άραγε, όπως σοφά υπενθύμιζε ο Ανρί-Πιέρ Ζεντί, η εισαγωγή «απαγορεύσεων στην καθημερινή ζωή που στηρίζονται σε μια κατάσταση συναγερμού η οποία προτρέπει στην επαγρύπνηση (1)»;

Έτσι, στηριζόμενη σε μια «ψύχωση» που έχει ξεσπάσει με τεχνητό τρόπο, η απαγόρευση της μπριζόλας με κόκαλο (που πλήττει τυφλά τόσο τα καλά όσο και τα κακά σφάγια) προστίθεται στο διαρκώς διευρυνόμενο κατάλογο των μέτρων δημόσιου ελέγχου της ιδιωτικής ζωής. Η επιβολή του τι πρέπει και τι δεν πρέπει να μπαίνει στο πιάτο του καθένα, στο όνομα «απόλυτων» επιταγών της δημόσιας υγείας, μοιάζει να είναι η εκδίκηση μιας κρατικής κυριαρχίας, η οποία μόλις πρόσφατα είχε ταπεινωθεί από την υποχρέωση -αυτή τη φορά απέναντι σε «κινήματα βάσης» που δεν είχε η ίδια εφεύρει- να περιορίσει τη συμμετοχή της στα κέρδη των εταιρειών πετρελαίου.

Αλλά μια ανάλυση που θα σταματούσε εδώ θα ήταν ανεπαρκής. Η υπόθεση των τρελών αγελάδων παρουσιάζει άλλο ένα πολύ χρήσιμο χαρακτηριστικό της κοινωνίας: επιτρέπει την απόδοση της καταστροφής στους ανθρώπους, χωρίς, ωστόσο, να στέκεται σε κάποιο σαφώς προσδιορισμένο αποδιοπομπαίο τράγο. Καμία εθνική κυβέρνηση δεν αναλαμβάνει την ευθύνη για τους ανεπαρκείς ελέγχους των ζωικών αλεύρων (τα οποία αλλού απαγορεύονται και αλλού όχι), όλες στρέφονται στον ελλιπή συντονισμό σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ενώ τα ευρωπαϊκά όργανα επιστρέφουν το «καυτό μπαλάκι» στους πρωταγωνιστές: από αυτούς εξαρτάται η συνεννόηση μεταξύ τους.

Η προσοχή συγκεντρώνεται, λοιπόν, στους κτηνοτρόφους, οι οποίοι γρήγορα προκαλούν τη συμπόνια λόγω της προφανούς καλοπιστίας τους, της σκληρότητας που χαρακτηρίζει την πλήρη σφαγή όλων των κοπαδιών και της βέβαιης καταστροφής των ίδιων. Εάν, όμως, θέλουμε να καταδικάσουμε τους προμηθευτές ζωικών αλεύρων, αυτοί με μεγάλη άνεση μπορούν να επικαλεσθούν τη μη ανίχνευση της νόσου πριν από την εκδορά και τον τεμαχισμό των ζώων, η οποία στις περισσότερες περιπτώσεις οφείλεται στην έλλειψη αποδεικτικών εξετάσεων πριν εκδηλωθούν τα συμπτώματα της νόσου.

Ο ρόλος των εξετάσεων αυτών, που τόσο αποδοκιμάστηκε, αποκαλύπτεται σε όλη την «αναγκαιότητά» του όταν σκέφτεται κανείς ότι πρέπει να αποτεφρωθούν στο εξής ολόκληρα βουνά ζωικών αλεύρων και να αγοραστεί, σε υψηλή τιμή, αμερικανική σόγια, γενετικά μεταλλαγμένη, για να τα αντικαταστήσει. Βέβαια, υπάρχει αυτή η ιστορία του «προϊόντος που δεν έχει θερμανθεί αρκετά» (που, με παράξενο τρόπο, μας φέρνει στο νου την υπόθεση του μολυσμένου με τον ιό του AIDS αίματος), κανείς, όμως, δεν στέκεται πολύ σε αυτήν. Πρόκειται, χωρίς αμφιβολία, για υπερβολικά τεχνικό ζήτημα.

Όσο για τους επιστήμονες, που αργοπορημένα καταπιάστηκαν με το ζήτημα, είχαν για πολύν καιρό χαθεί σε εικασίες γύρω από τη λειτουργία του παθολογικού «πριόν», γύρω από ενδεχόμενους ιούς που συνδέονταν με αυτό, και γύρω από άλλους πιθανούς τρόπους μετάδοσης, από είδος σε είδος, και μεταξύ του ίδιου είδους, αλλά, τώρα πια, δέχονται υποστήριξη και όχι αποδοκιμασίες κι έτσι «προχωρούν».

Με δύο λόγια, να που ξεδιπλώνεται μια σκηνή όπου -παρά τον πόνο των μεν και τις οικονομικές δυσχέρειες των δε (και, ίσως, χάρη σε αυτούς) παρακολουθούμε μια ολόκληρη ανθρώπινη κοινωνία να στρώνεται στη δουλειά για να λύσει ένα παράδοξο που προέκυψε από την «πρόοδο». Γιατί είναι προφανές ότι το διακύβευμα της υπόθεσης υπερβαίνει την επείγουσα ανάγκη να τιθασευτεί απλώς μια επιζωοτία που συνοδεύεται από μια επιδημία (ακόμη απείρως λιγότερο θανατηφόρα από το διαβήτη, τα καρδιακά νοσήματα, τα τροχαία δυστυχήματα, τις αυτοκτονίες ή το AIDS). Είναι γνωστό ότι το ξεπέρασμα του «φράγματος των ειδών» (που, άλλωστε, επιχειρούμε σε αναρίθμητους τομείς, από τους οποίους η χρησιμοποίηση μοσχευμάτων ζώων είναι ο πιο γνωστός) θέτει προβλήματα διαφορετικής τάξης, ανάμεσα στα οποία και το άκρως συμβολικό, της γνώσης του πού αρχίζει ο άνθρωπος και ο «ιδιαίτερος» σεβασμός που του αρμόζει.

Πρόκειται για ένα οικουμενικό χαρακτηριστικό, το οποίο πάντοτε συναντά η ανθρωπολογία: ο άνθρωπος ποτέ δεν αντιλαμβάνεται την υλική υπόστασή του, την επιβίωσή του και το πεπρωμένο του ως ένα απλό γεγονός, αλλά πάντοτε μέσω των πολιτιστικών κατηγοριών μέσα στις οποίες αναπαριστά τον εαυτό του ως «είναι». Κάθε φορά που ένα σοβαρό υλικό ζήτημα αμφισβητεί την ύπαρξή του, το ανθρώπινο ον δεν είναι σε θέση να το φανταστεί ευθέως, χωρίς να το μετατρέψει σε απειλή για «τον ίδιο του τον εαυτό», δηλαδή σε σχέση με τις λέξεις με τις οποίες αυτοπροσδιορίζεται και ετεροπροσδιορίζεται απέναντι στον άλλο. Ακόμη κι αν ορισμένοι άνθρωποι υποστηρίζουν ότι, μερικές φορές, σκοτώνουν άλλους ανθρώπους -σαν να επρόκειτο για ζώα- δήμιοι και θύματα παραμένουν άνθρωποι (όπως υπενθύμιζε ο Ρομπέρ Αντέλμ), εγκλωβισμένοι, είτε το θέλουν είτε όχι, στις αναπαραστάσεις που αιτιολογούν αγάπη ή μίσος.

Σήμερα, το ανθρώπινο είδος διακινδυνεύει την αυτοκαταστροφή του ως πληθυσμού που ζει στην επιφάνεια ενός μολυσμένου πλανήτη, αλλά δεν μπορεί να φανταστεί για τον εαυτό του ένα πεπρωμένο που θα το οδηγούσε στην κοινή τύχη των πληθυσμών των βακτηρίων ή των εντόμων που εξάντλησαν το περιβάλλον τους. Δεν μπορεί να συγκατατεθεί σε κάτι τέτοιο παρά μέσω αποκυημάτων της φαντασίας, μυθικών ιστοριών ή ονείρων που του λένε αυτό που δεν θα μπορούσε να δει χωρίς να ξεπέσει από το επίπεδο του ανθρώπινου είδους. Η ιστορία των τρελών αγελάδων διαθέτει έτσι, εκτός από τις αναμφισβήτητες πολιτικές χρήσεις της, μια ειδική «λειτουργία» που, από μόνη της, εξηγεί γιατί η υπόθεση είναι αδύνατο να κορεστεί (ενώ το AIDS, πολύ πιο εξαπλωμένο και, μάλιστα, σε έξαρση στην Αφρική και την Ασία, δεν προκαλεί πλέον «σκάνδαλο»): μας περιγράφει πως μπορούμε να αυτοκαταστραφούμε καταστρέφοντας με βιομηχανικό τρόπο άλλες μορφές ζωής, ακριβώς όπως τα βοοδειδή μολύνονται τρώγοντας βοδινό κρέας… μολυσμένο, και αυτό, από την ανάλωση κρέατος προβάτων που είχαν προσβληθεί από τρεμούλα.

Ας σημειωθεί η δομή της μεταφοράς (η οποία, παρεμπιπτόντως, ταιριάζει με τη στερεότυπη δομή όλων των μύθων, σύμφωνα με τον Κλωντ Λεβί-Στρος): η μόλυνση έρχεται από έξω (από τα πρόβατα) αλλά, μόλις το είδος την «κάνει δική του», την αναμεταδίδει στον εαυτό του. Με άλλα λόγια, σε κάθε βλάβη που προέρχεται από εξωτερική πηγή αντιστοιχεί μια εσωτερική βλάβη.

Μπροστά στην υποβλητική δύναμη αυτής της ονειρικής μεταφοράς, ας παραδεχθούμε ότι το σύστημα άμυνας των επαγγελματιών της αγρο-διατροφικής βιομηχανίας, οι οποίοι μας διαβεβαιώνουν ότι τα ζώα δεν τρέφονται παρά «μόνο» σε ποσοστό 4% με ζωικά άλευρα, είναι αδύναμο. Θα λέγαμε άραγε ποτέ ότι τα μέλη μιας φυλής που τρώει μόνο το 4% από τα σώματα των εχθρών της είναι κανίβαλοι σε ποσοστό 4%;

Αντίθετα, βρισκόμαστε στο πεδίο του όλα ή τίποτε (που δεν είναι περισσότερο ανορθολογικό από κάποιο άλλο, αφού είναι το πεδίο της πληροφορικής). Είναι, επομένως, ιδιαίτερα δύσκολο να αντισταθούμε στον πειρασμό να συμπληρώσουμε ασυνείδητα την ακόλουθη φράση: εάν το μοσχάρι αρρώστησε από αυτοφαγία έχοντας τραφεί με πρόβατο, ο άνθρωπος, τρώγοντας βοδινό κρέας θα γίνει αυτοφάγος και θα αρρωστήσει από την αυτοφαγία του. Δεν αναζητούμε άραγε μυστηριώδεις τρόπους μετάδοσης της μόλυνσης μεταξύ ανθρώπων που έχουν αρρωστήσει και διαμένουν σε κοντινή απόσταση μεταξύ τους; Παράλογο εγχείρημα, θα πουν ορισμένοι. Φυσικά, αλλά εξηγήσιμο, με βάση τη λανθάνουσα μεταφορά που βρίσκεται στο μυαλό όλου του κόσμου, θα απαντήσει ο ανθρωπολόγος.

Ας προχωρήσουμε πιο μακριά: Είναι πιθανό οι λεγόμενες τρελές αγελάδες να μας χρησιμεύουν για να μας αναπαραστήσουν, με τη μορφή μεταφοράς, τις κλιματικές αλλαγές και τον παραλογισμό τους, ο οποίος είναι αδύνατο να αναπαρασταθεί, καθώς, στην πραγματικότητα, πρόκειται για την αυτο-καταβρόχθιση του ανθρώπινου πολιτισμού.

Αντίθετα, προκαλεί έκπληξη να παρακολουθεί κανείς πώς οι Ηνωμένες Πολιτείες, αφού κυριολεκτικά «επινόησαν», στα τέλη της δεκαετίας του ’80, τα ζητήματα της τρύπας του όζοντος και της υπερθέρμανσης του πλανήτη, σε ένα ξέσπασμα εκπληκτικής συνεργασίας ανάμεσα στους επιστήμονες και τους αρμόδιους δημόσιους φορείς για το περιβάλλον (καθώς και ορισμένους γερουσιαστές, όπως ο Αλ Γκορ…), στη συνέχεια, όσο τους κυρίευε σταδιακά ο «φιλελεύθερος» πυρετός, παραιτήθηκαν σε τέτοιο ολοκληρωτικό βαθμό από την παγκόσμια ηγεσία στο ζήτημα αυτό, ώστε να βρίσκονται πλέον σύμμαχοι με την Κίνα στην υπεράσπιση των πιο αντιδραστικών πολιτικών του δικαιώματος στη μόλυνση του περιβάλλοντος.

Αυτό δεν μπορεί να ερμηνευθεί μόνο με βάση την ισχύ των λόμπι του πετρελαίου και του άνθρακα, ούτε από την αντιοικολογική στάση του Ρόναλντ Ρέιγκαν ή του Τζορτζ Μπους, καθώς ο προσανατολισμός αυτός ενισχύθηκε ακόμη περισσότερο, από το Ρίο στο Κιότο, με την κυβέρνηση Κλίντον. Πρέπει, επίσης, να ληφθεί σοβαρά υπόψη η υπόθεση ότι ο κατάλογος των συνεπειών της υπερθέρμανσης του πλανήτη, που παρουσιάστηκε από τους επιστήμονες πολύ νωρίς στο Κογκρέσο και στο αμερικανικό κοινό, άρχισε σταδιακά να φαίνεται ταυτόχρονα τρομακτικός και δύσκολος να αντιμετωπιστεί, παρά τη χωρίς προηγούμενο κινητοποίηση των επιστημόνων, ακόμη και σε περίπτωση δραστικού περιορισμού των επιπέδων εκπομπής αερίων του θερμοκηπίου στο μέλλον.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες έκαναν την επιλογή τους ανάμεσα στη διατήρηση του προτύπου της αχαλίνωτης καπιταλιστικής ανάπτυξης, που τους επέτρεπε πάντα να σταθεροποιούν τις εσωτερικές κρίσεις του πολιτισμού τους (εξωτερικεύοντάς τες στον υπόλοιπο κόσμο μέσω της υπερτίμησης του δολαρίου), και στην προοπτική μιας λιτότητας στα υλικά αγαθά που έρχεται σε ριζική αντίθεση με το «αμερικανικό όνειρο» και, ταυτόχρονα, έκαναν την επιλογή να μη θέλουν πλέον να ακούσουν τίποτε σχετικό με το «τέλος του κόσμου», που είναι εξαιρετικά δυσάρεστο, αντίστοιχο στο περίφημο «τέλος της ιστορίας» που τους υποσχόταν η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης.

Στην εκούσια αυτή αμνησία υπήρξε πάντως ένα υπόλοιπο: η αντικαπνιστική εκστρατεία από την οποία μόνο ένα μέρος αφιερώθηκε στην πραγματική υγειονομική διάσταση του προβλήματος, ενώ σε μεγάλο βαθμό χρησιμοποιήθηκε για να διασφαλίσει (όπως η ποτοαπαγόρευση εξήντα χρόνια νωρίτερα και άλλες παράπλευρες πουριτανικές εκστρατείες) τη δημόσια επανενοχοποίηση των ατομικών συμπεριφορών.

Στην Ευρώπη, αντίθετα, οι Γερμανοί, μετά τα τραύματα που τους άφησαν οι όξινες βροχές της κλασικής βιομηχανικής ρύπανσης, το 1983, και, αργότερα, τα ραδιενεργά κατάλοιπα του Τσέρνομπιλ, το 1986, γρήγορα συγκρότησαν ένα στέρεο και διαρκές κέντρο βάρους για την ύψιστα πολιτικοποιημένη οικολογική δράση (συνεχίζοντας, την ίδια στιγμή, να επιβαρύνουν τον πλανήτη με ένα από τα υψηλότερα επίπεδα ρύπανσης από καύση λιγνίτη στον κόσμο).

Αρκετές κατευθυντήριες γραμμές της Ευρωπαϊκής Ένωσης χαράχθηκαν κάτω από αυτή την επιρροή, αλλά Λονδίνο και Παρίσι, για διαφορετικούς λόγους, αντιστάθηκαν σε αυτή την κινητοποίηση. Έτσι, μετά την υπόθεση του μολυσμένου αίματος, η οποία ήρθε να καταστήσει εύθραυστη την παραδοσιακή ατιμωρησία των ανώτατων βαθμίδων της διοίκησης και της πολιτικής τάξης στη Γαλλία, είναι πιθανό να προετοιμάστηκε κάποια σύνδεση για να «υποδεχθεί» την αγγλική επιζωοτία και να της δώσει ένα νόημα γενικότερης επανεξέτασης της λειτουργίας της κοινωνίας ως συνόλου. Θα χρειαζόταν ακόμη, για να είναι τελικά αποτελεσματική η «λειτουργία» αυτή της συλλογικής ψύχωσης, να μην αρκούμαστε να απαντάμε στο ζήτημα αυτό στρεφόμενοι προς τον περιορισμένο κατάλογο των απαγορεύσεων και των ελέγχων (που, κατά παράδοξο τρόπο, πάντοτε ρίχνει το βάρος της ευθύνης ακριβώς στα πρόσωπα και τις δραστηριότητες με τη μεγαλύτερη αξιοπιστία: παραδοσιακή κτηνοτροφία, μικρά κρεοπωλεία που συνεργάζονται απευθείας με τους κτηνοτρόφους κ.λπ.) αλλά να παραδεχτούμε, επιτέλους, ότι η κεντρική πολιτική συζήτηση των χρόνων που έρχονται θα αφορά τις σχέσεις μας, ως κοινωνίας, με τη φύση. Το να επιτιμούμε τους οικολόγους για τη βαθύτερη αδυναμία τους να υλοποιήσουν το πρόγραμμά τους σίγουρα δεν θα είναι αρκετό.

  1. «Le Monde», 3 Ιουνίου 1998.
Facebooktwittergoogle_pluspinterestlinkedintumblrmail
Authors:

Κοινωνιολόγος, διευθυντής ερευνών στο Εθνικό Κέντρο Επιστημονικής Έρευνας (CNRS), Παρίσι. Ανάμεσα σε άλλα έχει γράψει το "The werewolf complex: America's fascination with violence" καθώς και μυθιστορήματα αστυνομικά και επιστημονικής φαντασίας.