Ευρωπαϊκή απογοήτευση στη Σλοβακία

Στο κέντρο της Ευρωπαϊκής Ηπείρου, η Σλοβακία παριστάνει τον καλό μαθητή της Ευρωζώνης. Όμως, η απεργία των εργατών της Φολκσβάγκεν αποκαλύπτει μια βαθιά απογοήτευση απέναντι στον διεθνή καταμερισμό εργασίας που καθορίστηκε στις Βρυξέλλες και στη Φρανκφούρτη. Όσο πιο βαθιά εισδύει κανείς στη χώρα τόσο περισσότερο οι μεγάλες ανισότητες κρατούν τον πληθυσμό δέσμιο μιας σπιλωμένης Δύσης.

Αρχές καλοκαιριού, η Μπρατισλάβα επιδεικνύει τη ραθυμία της. Οι τουρίστες συνωστίζονται στα δρομάκια του ιστορικού κέντρου της πόλης, που τις δύο τελευταίες δεκαετίες έχει ανακαινιστεί. Στις ουλές που άφησε το παλιό καθεστώς –ορθογώνια συγκροτήματα πολυκατοικιών, ένας αυτοκινητόδρομος που κόβει την πόλη στην καρδιά της, ανάμεσα στο κάστρο και στον καθεδρικό ναό– προστίθενται οι πρόσφατες: τα εμπορικά υπόστεγα και τα καινούργια, παγερά κτήρια επιχειρήσεων με επιγραφές ξένων εταιρειών. Ο πολλαπλασιασμός τους μαρτυρά πως η ευημερία έχει μάλλον επιστρέψει. Κάποιοι ειδικοί μάλιστα εκφράζουν τον ενθουσιασμό τους: «Δυνατές οικονομικές επιδόσεις με ισχυρή ανάπτυξη, η οποία στηρίζεται στην καλή υγεία του χρηματοπιστωτικού τομέα, το χαμηλό δημόσιο χρέος και την υψηλή διεθνή ανταγωνιστικότητα που επωφελείται από την εισροή τεράστιων επενδύσεων» (1).

Στη γιορτή των Αγίων Κυρίλλου και Μεθοδίου (5 Ιουλίου), οι λάτρεις του ποδηλάτου συρρέουν κατά χιλιάδες στους ποδηλατοδρόμους κατά μήκος του Δούναβη. Στη συμβολή του με τον Μοράβα, στους πρόποδες του κάστρου του Ντεβίν, ο περισσότερος κόσμος δεν φαίνεται να δίνει ιδιαίτερη προσοχή στη στήλη που υψώθηκε στη μνήμη εκείνων που, μεταξύ 1948 και 1989, πέθαναν προσπαθώντας να διαβούν το σιδηρούν παραπέτασμα για να περάσουν στη Δυτική Ευρώπη. Νοτιότερα, το μνημειώδες φράγμα του Γκαμπτσίκοβο-Ναγκυμάρος, που κινητοποίησε τους οικολόγους ενάντια στο καθεστώς κατά τη δεκαετία του 1980, είναι πλέον προορισμός περιπάτου. Σύμφωνα με τις στατιστικές, η περιφέρεια της Μπρατισλάβας κατέχει την πέμπτη θέση στην Ευρώπη σε παραγόμενο ανά κάτοικο πλούτο (2). Πώς λοιπόν να εξηγηθεί η απόρριψη των μεταναστών, οι δημαγωγικές ομιλίες κατά των Ρομά, οι εθνικιστικές τάσεις στις κάλπες ή η κούραση απέναντι στα ευρωπαϊκά ψηφίσματα; Κατ’ αρχάς, διαλύοντας την ψευδαίσθηση που προκαλεί η συγκέντρωση ξένων επενδύσεων και εδρών εταιρειών στην πρωτεύουσα, αφού στις υπόλοιπες περιοχές το εισόδημα μόλις που ξεπερνά το μισό του μέσου όρου στην Ευρώπη. Και στη συνέχεια, παίρνοντας το τρένο.

Καθ’ οδόν προς το Ζβόλεν. Η Κεντρική Ευρώπη στην πραγματικότητα ξεκινά όταν βγαίνεις από τα προάστια της Μπρατισλάβας. Μέσα σε ένα τρένο που ταξιδεύει προς τα ανατολικά, η Μιροσλάβα Κ. ανοίγει την καρδιά της: «Η κατάσταση γίνεται τραγική στα σχολεία και στα νοσοκομεία. Υπάρχουν ελλείψεις στα πάντα. Οι περισσότεροι συνάδελφοί μου κατέληξαν να εγκαταλείψουν το επάγγελμά τους προκειμένου να εργαστούν σε τράπεζες, σε ασφαλιστικές εταιρείες ή στο εξωτερικό. Μόνο οι παθιασμένοι επιμένουν». Η καθηγήτρια από το Κόσιτσε διδάσκει ιστορία και καλλιτεχνικά σε νέους από 10 έως 15 ετών. Αν και προτιμά να μην πει το όνομά της, δεν κρύβει τον μισθό της: 600 ευρώ τον μήνα. «Και πάλι είναι καλύτερος από των νοσηλευτριών, όπως η αδελφή μου, που κέρδιζε 400 ευρώ. Στο τέλος έφυγε στην Αυστρία…».

Σύμφωνα με όσα λέει, η πλειονότητα των καθηγητών της σχολής της ήταν έτοιμη να απεργήσει για τους μισθούς, αλλά η διευθύντρια μπόρεσε να τους χειραγωγήσει: «Η διεύθυνση και η κυβέρνηση πάντα εκμεταλλεύονται τις αδυναμίες μας, την παθητικότητά μας και κυρίως τις ενοχές μας απέναντι στα παιδιά». Εξηγεί πώς κατόρθωσαν να εφοδιαστούν με εξοπλισμό και υλικά χωρίς να επιβαρύνουν τους γονείς: «Το 2013 το Κόσιτσε είχε την τιμή να είναι πολιτιστική πρωτεύουσα της Ευρώπης. Επωφεληθήκαμε από αυτό για να ζητήσουμε να αγοραστούν οι υπολογιστές που χρειαζόμασταν με χρήματα από τα διαρθρωτικά ταμεία». Εδώ και μία δεκαετία, στο θέμα των δημόσιων επενδύσεων, κυρίως σε έργα υποδομών για σχολεία και δρόμους, η κυβέρνηση δεν απορροφά μεγάλο μέρος των ευρωπαϊκών κονδυλίων.

Μπάνσκα Μπίστριτσα. Φτάνοντας στην πρωτεύουσα της Κεντρικής Σλοβακίας, μετά από ένα ταξίδι με τρένο λίγο μεγαλύτερο των τριών ωρών από την Μπρατισλάβα, δεν μπορείς να μην προσέξεις το Μουσείο της Σλοβακικής Εθνικής Εξέγερσης, χτισμένο σε έναν λόφο που δεσπόζει επάνω από το κέντρο της πόλης. Εδώ, στις 29 Αυγούστου 1944, το Εθνικό Συμβούλιο της Σλοβακίας, που συσπείρωνε την Αντίσταση, υποκίνησε μια εξέγερση ενάντια στη ναζιστική Γερμανία και στους συμμάχους της του «πρώτου Σλοβακικού κράτους», που είχε ηγέτη του έναν κληρικό, τον Γιόζεφ Τίσο. Η Βέρμαχτ επανέκτησε τον έλεγχο της επικράτειας τον Οκτώβριο του 1944, ενώ οι εξεγερμένοι στρατιώτες και οι αντιστασιακοί κατέφευγαν στα βουνά περιμένοντας τον Κόκκινο Στρατό. Όμως η εξέγερση φανέρωσε πως δεν υποστήριζαν όλοι οι Σλοβάκοι το φασιστικό καθεστώς και τη συνεργασία.

Η τωρινή φήμη της Μπάνσκα Μπίστριτσα διόλου δεν οφείλεται σε αυτή τη γενναία πράξη. Οφείλεται κυρίως στην εκλογή ως προέδρου της περιφέρειας, το 2013, του Μάριαν Κότλεμπα, από το Λαϊκό Κόμμα – Η Σλοβακία Μας. Προκειμένου να γίνει γνωστός και να νικήσει στον δεύτερο γύρο έναν σοσιαλδημοκράτη επιχειρηματία, ο Κότλεμπα αύξησε τις λεκτικές επιθέσεις –με νεοφασιστικές αποχρώσεις– και τους θεατρινισμούς του φορώντας στολές της ναζιστικής περιόδου. Έχοντας συγκεντρώσει το 8% των ψήφων σε εθνικό επίπεδο τον Μάρτιο του 2016, συμμετέχει επίσης στο Κοινοβούλιο, με άλλους δεκατρείς βουλευτές του κόμματός του, που πιέζουν για αποχώρηση από το ΝΑΤΟ και την Ευρωπαϊκή Ένωση. Παρά τις δικαστικές διώξεις εναντίον του για το «φλερτ» με ναζιστικά σύμβολα, και αν και δεν μπόρεσε να κάνει πολλά σαν πρόεδρος της περιφέρειας ελλείψει πλειοψηφίας στο συμβούλιο, είχε πολλές πιθανότητες για ανανέωση της θητείας του κατά τις εκλογές του περασμένου Νοεμβρίου, αλλά τελικά δεν τα κατάφερε.

 

Από την αναγκαστική εκβιομηχάνιση στην απότομη διάλυση

«Πολύ λίγοι έχουν πειστεί πραγματικά από τον Κότλεμπα. Ο κόσμος τον ψηφίζει λόγω απελπισίας», εξηγεί ο Γιαν Λούντερ, ο αντίπαλός του που τελικά κέρδισε την προεδρία. «Με την έκρηξη της φτώχειας και με μια επίμονη ανεργία, κάθε λογής ριζοσπαστικές προτάσεις έχουν απήχηση». Ειδικός πληροφορικής σε έναν αγροτικό συνεταιρισμό πριν από το 1989, μετά την αλλαγή του καθεστώτος ο Λούντερ ασχολήθηκε με τις υπηρεσίες πληροφορικής, κατόπιν δημιούργησε την επιχείρηση τροφίμων Alpha Bio, που απασχολεί διακόσια άτομα στα περίχωρα. «Θέλω να δείξω ότι μπορούμε να αλλάξουμε τα πράγματα έχοντας ένα σχέδιο που βασίζεται στην ανάπτυξη της ποιοτικής γεωργίας και του τουρισμού», εξηγεί ο περιφερειάρχης, ο οποίος, όπως και οι περισσότεροι άλλοι προτίμησε να παρουσιαστεί ως «ανεξάρτητος». «Μπορούμε επίσης να ενσωματώσουμε τους Ρομά, όπως έχω κάνει στην επιχείρησή μου, όπου αντιπροσωπεύουν το 10% των υπαλλήλων». Καθώς δεν ήταν βέβαιο ότι κάτι τέτοιο θα ήταν αρκετά πειστικό, εφόσον οι εκλογές διεξήχθησαν σε έναν μόνο γύρο, οι βασικοί υποψήφιοι, μεταξύ των οποίων και ο Στάνισλαβ Μίτσεβ, διευθυντής του Μουσείου της Σλοβακικής Εθνικής Εξέγερσης, αποφάσισαν να αποσύρουν την υποψηφιότητά τους υπέρ εκείνου που θα ήταν ο καταλληλότερος να αντιμετωπίσει τον Κότλεμπα –του Λούντερ, που τελικά επικράτησε.

Τίσοβετς. Στις παρυφές του εθνικού πάρκου «Μούρανσκα Πλάνινα», το λοφώδες τοπίο διηγείται τις εξελίξεις των προηγούμενων χρόνων, από την εξαναγκαστική εκβιομηχάνιση των δεκαετιών 1960 και 1970 έως την απότομη διάλυση της «σοσιαλιστικής» οικονομίας τη δεκαετία του 1990. Τα δάση είναι βαθιά πληγωμένα από την ανεξέλεγκτη υλοτομία. Δεν υπάρχει ούτε μία πόλη χωρίς ορυχείο, λατομείο, εργοστάσιο και ψηλές καμινάδες –πολύ λίγες όμως είναι εκείνες που καπνίζουν ακόμη. Στο κέντρο του Τίσοβετς, ένα παλιό Σκόντα Σπορτ παρκάρει με θόρυβο δίπλα στο σπίτι του Βλάντιμιρ Κλεμέντις, παιδιού της μικρής αυτής πόλης που έγινε υπουργός Εξωτερικών της κομμουνιστικής Τσεχοσλοβακίας πριν από την εκτέλεσή του το 1952. Και οι τρεις νεαροί που αποβιβάζονται έχουν γεννηθεί μετά την πτώση του τείχους του Βερολίνου, και το παρόν τους απασχολεί περισσότερο από ό,τι η Ιστορία.

«Αν μπορούσα να κερδίζω γύρω στα 1.000 ευρώ θα παρέμενα εδώ», εξηγεί ο Αντρέι Σ., βαφέας αμαξωμάτων που τελικά εκπατρίστηκε στη Βιέννη, πέντε ώρες με το αυτοκίνητο, όπου κερδίζει 2.000 ευρώ τον μήνα, «συν την επιδότηση για το ενοίκιο και τις μετακινήσεις, πράγμα που μου επιτρέπει να επιστρέφω σπίτι σχεδόν κάθε Σαββατοκύριακο». Στον φίλο του, τον Μάριαν Λ. που παρέμεινε στην περιοχή, απαγορεύεται να μας πει πόσο κερδίζει ως οδηγός διανομέας, καταλαβαίνουμε όμως ότι η αμοιβή του δεν ξεπερνά τον βασικό μισθό, που έχει ορισθεί στα 405 ευρώ. «Αφ’ ότου μπήκαμε στην Ευρωζώνη [το 2009] οι τιμές αυξάνονται, όχι όμως και οι μισθοί», μας λέει. «Σύμφωνοι, λαμβάνουμε ευρωπαϊκά κονδύλια, αλλά αυτά πηγαίνουν στα σχολεία και στους δρόμους. Λίγοι έχουν όφελος από αυτά όσον αφορά την απασχόληση». Σχετικά με το ζήτημα, ο οικονομολόγος Γιοάχιμ Μπέκερ (3) συμπληρώνει: «Στη Σλοβακία βλέπουμε καθαρά τα όρια της ευρωπαϊκής περιφερειακής πολιτικής και την απουσία βιομηχανικής πολιτικής. Δεν αρκούν οι επενδύσεις στις υποδομές των περιφερειακών περιοχών: χρειάζονται παραγωγικές επενδύσεις. Δεν βλέπω άλλη λύση από τις δημόσιες πρωτοβουλίες, εάν θέλουμε να ανακόψουμε την αυξανόμενη περιφερειακή ανισορροπία».

Ο Πάτρικ Β., ο τρίτος επιβάτης του Σκόντα, εργάζεται για λιγότερα από 600 ευρώ στην τοπική μονάδα παραγωγής ασβέστη, την Κάλμιτ. Μετά όμως από την εξαγορά της από έναν Αυστριακό, ο εκσυγχρονισμός και η αντικατάσταση των ιδιαίτερα ρυπογόνων καμινιών οδήγησαν σε πολλές απολύσεις. Οι δύο του φίλοι συγκατανεύουν όταν ο Πάτρικ μιλά για την έλλειψη ενδιαφέροντός τους για την πολιτική: «Το χρήμα καταστρέφει τον χαρακτήρα. Οι παλιότεροι λένε πως ο σοσιαλισμός ήταν καλύτερος. Οι γονείς μας πίστεψαν στις υποσχέσεις της δεκαετίας του 1990, σήμερα όμως γίνονται πολύ επικριτικοί. Εμείς, απλά θα θέλαμε οι φίλοι μας να μην αναγκάζονται να φύγουν για να βρουν δουλειά». Το 2014, περίπου 150.000 Σλοβάκοι, δηλαδή το 6,1% του οικονομικά ενεργού πληθυσμού, εργάζονταν σε γειτονικές περιοχές εκτός συνόρων, επί ενός εκτιμώμενου συνόλου τουλάχιστον 250.000 εκπατρισμένων εργαζομένων (4), γεγονός που τροφοδοτεί τη σχέση έλξης-απώθησης με τη Δύση.

Ρόζνιαβα. Μία από τις σημαντικότερες «παλικαριές» του Κότλεμπα εκτυλίχθηκε στην πόλη του Κρασνοχόρσκε Πόντχραντιε, κοντά στη Ρόζνιαβα, που είχε προσαρτηθεί στην Ουγγαρία μεταξύ 1938 και 1945. Μετά την πυρκαγιά που ξέσπασε εξ’ αμελείας στο κάστρο, η ευθύνη για την οποία αποδόθηκε λίγο βιαστικά σε δύο νεαρούς Τσιγγάνους, τον Σεπτέμβριο του 2012, ο Κότλεμπα έφτασε με τους μπράβους του στη γειτονιά των Ρομά επιδεικνύοντας παλιούς τίτλους ιδιοκτησίας για να μπορέσει να απαιτήσει την εκδίωξη των οικογενειών τους. «Όλοι φοβήθηκαν πάρα πολύ», αφηγείται ο Λιούντοβιτ Γκουνάρ, «αρχηγός» της γειτονιάς και μοναδικός Ρομά δημοτικός σύμβουλος την εποχή εκείνη. «Χρειάστηκε να βγω στο ραδιόφωνο για να εξηγήσω στους υπόλοιπους κατοίκους, πολλοί από τους οποίους ανήκουν στην ουγγρική μειονότητα, ότι θα πρέπει να παραμείνουμε αλληλέγγυοι, γιατί κάποια επόμενη φορά θα μπορούσαν κι εκείνοι, με τη σειρά τους, να βρεθούν στιγματισμένοι».

Έκτοτε, τα ευρωπαϊκά κονδύλια επέτρεψαν να ασφαλτοστρωθεί ο κύριος δρόμος και να ανακατασκευαστεί το σύστημα υδροδότησης. Εντούτοις, η αντίθεση με τις υπόλοιπες περιοχές παραμένει εντυπωσιακή: μεγάλη εξαθλίωση, σπίτια φτιαγμένα από ό,τι ήταν δυνατό να βρεθεί, με κακή μόνωση και πολύ μικρά, αλλά με και με περισσότερη ζωή, παιδιά, ζώα, μουσική στους δρόμους. Εδώ, όπως και στην υπόλοιπη Σλοβακία, οι Ρομά είναι αποκλεισμένοι σε ένα γκέτο και καταδικασμένοι σε διαφορετικές συνθήκες ανάπτυξης, με ένα προσδόκιμο ζωής μικρότερο από τον μέσο όρο των Σλοβάκων, κατά έντεκα χρόνια για τους άντρες και κατά δεκατέσσερα για τις γυναίκες (5).

«Όταν ήμουν παιδί όλοι δούλευαν στις καλλιέργειες ή στις υφασματοβιομηχανίες και όλα τα πιτσιρίκια πήγαιναν στο ίδιο σχολείο», θυμάται ο Γκουνάρ. «Πριν από είκοσι χρόνια όμως, οι λευκοί αποφάσισαν να στείλουν τα παιδιά τους στη Ρόζνιαβα. Τα δικά μας απομένουν μόνα στο σχολείο του χωριού, και πάνω από το 70% των γειτόνων μου λαμβάνει επίδομα ανεργίας». Θύματα της εξαφάνισης των θέσεων εργασίας χαμηλής ειδίκευσης στη γεωργία, οι Ρομά, ο αριθμός των οποίων υπολογίζεται περίπου στα 450.000 άτομα (επί 5,4 εκατομμυρίων κατοίκων), αντιπροσωπεύουν ένα μεγάλο μέρος των μακροχρόνια ανέργων. Η Σλοβακία καταρρίπτει τα ευρωπαϊκά ρεκόρ στον τομέα αυτόν, με το 7,1% του οικονομικά ενεργού πληθυσμού να είναι άνεργοι για πάνω από έναν χρόνο. Ο καθένας υποχρεώνεται να τα βγάλει πέρα με ένα επίδομα 62 ευρώ τον μήνα, τα οποία μπορούν να διπλασιαστούν έναντι δεκαεπτά ωρών κοινωφελούς εργασίας. Παροχές που ο Κότλεμπα και πολλά πολιτικά κόμματα θεωρούν πολύ γενναιόδωρες, πάντα έτοιμοι να καταγγείλουν «τεμπέληδες που ζουν με επιδόματα».

Κόσιτσε. Το 1995, το μεγάλο αστικό κέντρο της ανατολικής Σλοβακίας αποφάσισε να τροποποιήσει την πολιτική της παροχής στέγασης, μεταφέροντας τα οικονομικά ασθενή νοικοκυριά στην περιοχή Λούνικ IX, η οποία μετατράπηκε σε ένα από τα σημαντικότερα γκέτο Ρομά στην Κεντρική Ευρώπη. Οι περισσότερες από τις υπόλοιπες οικογένειες εγκατέλειψαν την περιοχή για να εγκατασταθούν στα βόρεια της πόλης, στο Σίντλισκο Τιαχανόβτσε, το τελευταίο μεγάλο οικιστικό συγκρότημα που χτίστηκε κατά την κομμουνιστική περίοδο, το οποίο στεγάζει 22.000 κατοίκους.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1980, ο στόχος ήταν ο μέγιστος δυνατός εξορθολογισμός των χρήσεων γης. Αποτέλεσμα: μια συσσώρευση από πολυώροφα συγκροτήματα κατοικιών. Το Σίντλισκο Τιαχανόβτσε παρουσιάζει τη μεγαλύτερη πυκνότητα κατοίκων στη Σλοβακία. Ο δήμαρχος της περιοχής Σύριλ Μπετούς επαίρεται για τα πολυάριθμα καταστήματα, τα σχολεία και τις αθλητικές εγκαταστάσεις που κάνουν τη ζωή όμορφη στο προάστιο, αλλά θίγει και την ύπαρξη ενός σημαντικού εμποδίου για κάθε δημόσια πολιτική στη χώρα του: το ζήτημα της ιδιοκτησίας. «Το αρχικό σχέδιο δεν προέβλεπε την αύξηση του αριθμού των αυτοκινήτων», εξηγεί. «Σήμερα είμαστε αναγκασμένοι να προβούμε σε ρυθμίσεις προκειμένου να αποφευχθεί η συμφόρηση στις ώρες αιχμής και να διευκολυνθεί η στάθμευση, αλλά είναι σχεδόν αδύνατο να ακουμπήσουμε την ιδιοκτησία. Οι κομμουνιστές δεν είχαν κάνει τον κόπο να απαλλοτριώσουν τις ιδιοκτησίες, στους κατόχους των οποίων ο νόμος περί αποκατάστασης δίνει όλα τα δικαιώματα. Είναι πολύ δύσκολο να τους βρεις όλους, και όταν κάτι τέτοιο καθίσταται δυνατό, οι τιμές που ζητούν είναι αποθαρρυντικές». Ένα ακόμη παράδειγμα δίνει ένα πρακτικό ζήτημα σχετικό με την υποδοχή μεταναστών: η συνοικία στέγασε τα τελευταία χρόνια πληθυσμούς διάφορων εθνικοτήτων, συμπεριλαμβανομένων και προσφύγων που ήρθαν κυρίως από το Τσερνόμπιλ (Ουκρανία) μετά την πυρηνική καταστροφή του 1986. Μετά όμως από την ιδιωτικοποίηση, στο Σίντλισκο Τιαχανόβτσε δεν υπάρχει ούτε μία εργατική κατοικία.

 

Το αδιέξοδο του σύγχρονου εθνικού αφηγήματος

Λέβοτσα. Οι κορυφές των Υψηλών Τάτρα είναι το καύχημα των Σλοβάκων και έχουν εξέχουσα θέση στη σημαία τους, κάτω από τον διπλό σταυρό. Στους πρόποδές τους, στην φτωχότερη περιοχή της χώρας, βρίσκεται μια εμβληματική πόλη, τριγυρισμένη από τείχη, όπου χτίστηκε το πρώτο σλοβακικό σχολείο και στήθηκε το άγαλμα του Λιούντοβιτ Στουρ, που τυποποίησε τη σλοβακική γλώσσα τον 19ο αιώνα. Ο Στουρ θεωρούσε το χωριό, την ύπαιθρο και τη γλώσσα πηγές του «εθνικού βίου». Μέσα από τα φεστιβάλ αλλά και μέσα από τις δημόσιες ομιλίες, οι Σλοβάκοι καλλιεργούν πρόθυμα το «αγροτικό παρελθόν» και το φολκλόρ του. Στα χρόνια που ακολούθησαν την ανεξαρτησία, η επιστροφή στην «εθνολατρεία» (6) σηματοδοτεί το αδιέξοδο του σύγχρονου εθνικού αφηγήματος. Ενώ οι Σλοβάκοι θεωρούν ότι εκπλήρωσαν το συλλογικό πεπρωμένο τους οικοδομώντας ένα «δικό τους κράτος», εδώ και είκοσι πέντε χρόνια παρακολουθούν την αποσύνθεση του κοινωνικού κράτους. Το γεγονός ότι οι αμφιλεγόμενες ευρωπαϊκές επιδοτήσεις –συχνά σχετιζόμενες με υποθέσεις διαφθοράς– αντισταθμίζουν εν μέρει την ανεπάρκεια των δημόσιων επενδύσεων, τους επιστρέφει στη θέση του κυριαρχούμενου.

«Οι κομμουνιστές δεν κατάφεραν ποτέ να εισαγάγουν αντιδυτικά συναισθήματα, ενώ σήμερα αυτά γίνονται πολύ ισχυρά. Η διαφαινόμενη απογοήτευση είναι βαθύτερη τώρα, σε σύγκριση με εκείνη την περίοδο. Δεν είναι κάτι πολύ καθησυχαστικό για το μέλλον», διαπιστώνει ο Γιουράι Μάρουσιακ, πολιτικός επιστήμονας και μέλος του συμβουλίου της Σλοβακικής Ακαδημίας Επιστημών. Ενώ μεταξύ 1970 και 1985 τα πραγματικά εισοδήματα είχαν αυξηθεί κατά 50% περίπου (7), τη δεκαετία του 1990 μειώθηκαν. Μόλις το 2007 το ακαθάριστο εγχώριο προϊόν επανήλθε στα επίπεδα του 1989. «Οι Σλοβάκοι αισθάνονται ότι οι Δυτικοί δεν τους θεωρούν ισότιμους εταίρους», συνεχίζει ο Μάρουσιακ. «Και τρέφουν μια βαθιά απογοήτευση απέναντι στις φιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις, για τις οποίες θεωρούν πως την ευθύνη έχουν οι ελίτ της χώρας».

«Υπάρχει πάντα μια συναίνεση των ηγετών απέναντι στο κοινωνικό ντάμπινγκ», λέει εκφράζοντας τη λύπη της η Μπρίγκιτα Σμογκνέροβα, υπουργός Οικονομικών από το 1998 έως το 2002. «Μετά τη διεύρυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι ξένες εταιρείες αναζητούν τα πιο φθηνά εργατικά χέρια, αλλά αντί να ενώσουν τις δυνάμεις τους, οι κυβερνήσεις της περιοχής ανταγωνίζονται για να προτείνουν τη χαμηλότερη δυνατή φορολογία». Έτσι, κατά την είσοδό της στην Ευρωπαϊκή Ένωση το 2004, η Σλοβακία έγινε η πρώτη χώρα του ΟΟΣΑ που θεσμοθέτησε τη φορολόγηση με ενιαίο φορολογικό συντελεστή: 19% τόσο επί των κερδών των εταιρειών όσο και επί των εισοδημάτων ή των καταναλωτικών αγαθών. Καθώς η απουσία προοδευτικότητας του φόρου οδήγησε με ταχύ ρυθμό στην έκρηξη των ανισοτήτων, το κοινωνικό πρόβλημα επανεμφανίστηκε και οι σοσιαλδημοκράτες μπόρεσαν να το χρησιμοποιήσουν για να κερδίσουν τις εκλογές. Ο Ρόμπερτ Φίτσο, που εκλέχθηκε το 2006, το 2012 και το 2016, ασκεί την τρίτη πρωθυπουργική θητεία του, μετά από μία σύντομη διακοπή μεταξύ 2010 και 2012.

 

Η δημόσια δράση συνεχώς απούσα

Ο αρχηγός του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος Smer-SD (8) καταφέρνει να διατηρηθεί στην εξουσία μεταρρυθμίζοντας οριακά το φιλελεύθερο μοντέλο που επιβλήθηκε κατά την είσοδο στην Ευρωπαϊκή Ένωση, χωρίς να αμφισβητεί τα «συγκριτικά πλεονεκτήματα» της χώρας του σε θέματα μισθών. Έτσι, ο φόρος εισοδήματος περιλαμβάνει πλέον δύο συντελεστές (19% και 25%), ενώ τα τρόφιμα δεν επιβαρύνονται πια παρά μόνο με 10%, τα καταστήματα κλείνουν στις αργίες, οι βραχυπρόθεσμες συμβάσεις αποφεύγονται και καταβάλλεται ένα ελάχιστο βοήθημα μετά το τέλος του επιδόματος ανεργίας, ενώ φοιτητές και συνταξιούχοι απολαμβάνουν δωρεάν συγκοινωνίες.

Εν τούτοις, αν και το κράτος πρόνοιας επανέρχεται συχνά στις ομιλιες του Φίτσο, η δημόσια δράση παραμένει απούσα και οι δαπάνες για την υγεία, την εκπαίδευση και την κατοικία παραμένουν χαμηλότερες από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Εκτός αυτού, το Smer-SD, που για να κυβερνήσει συμμάχησε με πολλές εθνικιστικές οργανώσεις, παραμένει «πολυσυλλεκτικό» και πρόθυμα συντηρητικό απέναντι στα κοινωνικά ζητήματα. Ο Φίτσο ξεχώρισε ιδίως δηλώνοντας πως «το Ισλάμ δεν έχει θέση στη χώρα [του]». Στο τελευταίο συνέδριο του κόμματος, τον Δεκέμβριο του 2016, ανήγγειλε μέτρα εναντίον της «δεύτερης γενιάς που δεν θέλει να εργαστεί» και εκείνων που «καταχρώνται το σύστημα» –προσθέτοντας κυνικά: «Δεν εννοώ μόνο τους Τσιγγάνους». «Ο Ρόμπερτ Φίτσο χρησιμοποιεί την ίδια γλώσσα με τους συναδέλφους του», μετριάζει την αλγεινή εντύπωση ο Μίροσλαβ Τίζικ, κοινωνιολόγος της Ακαδημίας Επιστημών. «Η ρητορική της μισαλλοδοξίας γίνεται ευκολότερη σε μια χώρα όπου κάθε αίσθηση κοινού πνεύματος έχει καταστραφεί. Τα μέσα ενημέρωσης, που σήμερα ηθικολογούν υπέρ της ανεκτικότητας, εδώ και είκοσι πέντε χρόνια επαναλαμβάνουν συνεχώς την ιδέα ότι ο καθένας πρέπει να ασχολείται με τον εαυτό του και όχι με τους άλλους».

Επιστροφή στη Μπρατισλάβα. Οι εργαζόμενοι της Φολκσβάγκεν μόλις είχαν καταφέρει να σπάσουν τις αντιστάσεις της διεύθυνσης, κερδίζοντας μετά την απεργία τους, μεταξύ άλλων, αυξήσεις της τάξης του 14,1%. Ο Κάρολ Κλομπουσίτσκι κανόνισε να συναντηθούμε στο «λιβάδι των Παρτιζάνων», εκεί όπου αρχίζουν οι πρώτοι λόφοι των Καρπαθίων, που υψώνονται επάνω από την πρωτεύουσα. Το 2005 έγινε καθοδηγητής της νικηφόρας φοιτητικής απεργίας για συνέχιση της δωρεάν πρόσβασης στο πανεπιστήμιο. Κατόπιν έγινε σύμβουλος των γιατρών, που κατάφεραν να ακυρώσουν την ιδιωτικοποίηση των νοσοκομείων, και τώρα πάλι κατευθύνει την απεργία στη Φολκσβάγκεν: «Θεωρώ πως τα συνδικάτα είναι πολύ αδύναμα και αυτό εξηγεί την άνοδο του εξτρεμισμού. Η απεργία φανέρωσε μια πολύ μεγάλη απογοήτευση. Οι Σλοβάκοι εργαζόμενοι δεν καταλαβαίνουν πλέον γιατί αμείβονται λιγότερο από τους συναδέλφους τους στη Δύση. Θεωρούν πως είναι κακοπληρωμένοι επειδή είναι Σλοβάκοι, άρα θύματα ξενοφοβίας. Και τότε καθίσταται εύκολο να τους κάνει κάποιος να πιστέψουν ότι τα χρήματα της Ευρώπης ουσιαστικά πάνε στους διεφθαρμένους, στους μετανάστες ή στους Ρομά». Η επιτυχία της πρώτης μεγάλης απεργίας στον ιδιωτικό τομέα από το 1989 δείχνει πως δεν τίποτα δεν είναι αναπόφευκτο σε αυτό το σύστημα.

 

Το άρθρο ολοκληρώθηκε με τη βοήθεια των δημοσιογράφων Silvia Rupeldtova και Milan Jaron.

 

(1) «Economic Surveys: Slovak Republic 2017», ΟΟΣΑ, Μπρατισλάβα, 21 Ιουνίου 2017.

(2) Eurostat, 30 Μαρτίου 2017.

(3) Συγγραφέας μεταξύ άλλων του «Europe’s other periphery», «New Left Review», Νο. 99, Λονδίνο, Μάιος-Ιούνιος 2016.

(4) Radka Minarechová, «Many Slovaks still migrate for work», «The Slovak Spectator», Μπρατισλάβα, 18 Μαΐου 2015.

(5) Branislav Šprocha, «Reprodukcia rómskeho obyvateľstva na Slovensku a prognóza jeho populačného vývoja», Σλοβακική Ακαδημία Επιστημών, Μπρατισλάβα, Φεβρουάριος 2014.

(6) Catherine Servant και Étienne Boisserie (επιμ.), «La Slovaquie face à ses héritages. Horizons critiques de la culture slovaque contemporaine», L’Harmattan, Παρίσι, 2004.

(7) Antoine Marès, «Histoire des Tchèques et des Slovaques», Perrin, Παρίσι, 2005.

(8) Το Smer-SD (Κατεύθυνση-Σοσιαλδημοκρατία), που σχηματίστηκε το 1999 μετά τη διάσπαση του Κόμματος της Δημοκρατικής Αριστεράς (κληρονόμου του Κομμουνιστικού Κόμματος), το 2005 τελικά συγχωνεύθηκε με αυτό, όπως και με τη Σοσιαλδημοκρατική Εναλλακτική και το Σλοβακικό Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα που ίδρυσε ο Αλεξάντερ Ντούμπτσεκ το 1990.

Facebooktwittergoogle_pluspinterestlinkedintumblrmail
Authors:

Αρχισυντάκτης της «Le Monde diplomatique».