Στη μέγγενη των ιδιωτικοποιήσεων

«Πολύ αξιόλογο»: Ο Ρομάνο Πρόντι, πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, δεν ήταν φειδωλός στους χαρακτηρισμούς του σχετικά με το πρόγραμμα της γαλλικής κυβέρνησης για τη «μεταρρύθμιση» της ιατρικής ασφάλισης. Είναι αλήθεια ότι τα μέτρα που σχεδιάζονται στη Γαλλία μοιάζουν με αυτά που λαμβάνονται στη Γερμανία ή την Ιταλία και εγγράφονται στο φιλελεύθερο κύμα που προωθούν οι Βρυξέλλες. Επιπλέον, μπροστά στην αμφισβήτηση των επιλογών της, η Επιτροπή αναγκάζεται να δεχθεί ορισμένες αόριστες αρχές, όπως την ανάγκη να «εγγυάται τη συνοχή και την καθολική πρόσβαση στις υπηρεσίες». Όμως, αρνείται να αναγνωρίσει τον ιδιαίτερο χαρακτήρα των δημόσιων υπηρεσιών, οι οποίες, σταδιακά, ιδιωτικοποιούνται.

Όλα τα δημόσια συστήματα καταρρέουν ταυτόχρονα. Σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη του οίκου αξιολόγησης Standard & Poors, το χρέος θα αντιπροσωπεύει, πριν από το 2050, πάνω από το 200% του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος (ΑΕΠ) στη Γερμανία, στη Γαλλία, στην Πορτογαλία, στην Ελλάδα, στην Πολωνία και στη Δημοκρατία της Τσεχίας (το πλαφόν που έχει ορίσει το Σύμφωνο Σταθερότητας είναι 60%…), και πάνω από το 700% στην Ιαπωνία. Η Κασσάνδρα της αξιολόγησης θεωρεί ότι οι συντάξεις είναι πολύ γενναιόδωρες, τα ποσοστά αναπαραγωγής πολύ χαμηλά, οι ηλικιωμένοι πάρα πολλοί και «πολύ ηλικιωμένοι». Κατά συνέπεια, το μέλλον είναι… λαμπρό: «Σχεδόν όλες οι χώρες θα αντιμετωπίσουν φορολογική κατάρρευση μέσα στα επόμενα είκοσι πέντε χρόνια (1)».

Την ίδια στιγμή, ορισμένοι γερμανοί φιλελεύθεροι αποκαλύπτονται: «Το να δείξουμε τι θα μπορούσε να συμβεί αν δεν αλλάξουμε πολιτική δεν είναι μόνο νόμιμο αλλά και απαραίτητο». Κατά τη γνώμη τους, η παρουσίαση καταστροφολογικών σεναρίων θα μπορούσε μάλιστα να αποτελεί «τη σωστή μέθοδο» για να «πουλήσουν» οδυνηρές μεταρρυθμίσεις (2). Έτσι, περίπου υποψιάζεται κανείς ότι η «σωστή μέθοδος» ενέπνευσε στον Φιλίπ Ντουστ-Μπλαζί το σχέδιό του για την ιατρική ασφάλιση: «Με 23.000 ευρώ έλλειμμα το λεπτό, δεν θα τα καταφέρουμε (…) Είμαστε σε χρεοκοπία. Αν δεν κάνουμε κάτι, το σύστημα κοινωνικής ασφάλισης θα πάψει να υπάρχει (3)».

Βέβαια, θα κάνουμε κάτι… Το Ινστιτούτο Μοντένιος, που διευθύνει ο Κλοντ Μπεμπεάρ, πρόεδρος του εποπτικού συμβουλίου μιας από τις μεγαλύτερες ιδιωτικές ασφαλιστικές εταιρείες του κόσμου, της Axa, προτείνει ήδη ορισμένες λύσεις. Για παράδειγμα, μια «αλληλέγγυα ασφάλεια υγείας», η οποία, «για να μεταβιβάσει την ευθύνη στους ασθενείς και να ρυθμίσει τις δαπάνες, αν αυτό είναι απαραίτητο», θα αποκλείει «ορισμένα ατυχήματα της κυκλοφορίας και αθλητικές δραστηριότητες που εμπίπτουν σε μια ατομική ασφάλεια» και θα ενσωματώνει «μηχανισμούς ετήσιας απαλλαγής στο επίπεδο της οικογένειας, με δυνατότητα εξαίρεσης από αυτές τις απαλλαγές αν τηρούνται τα πρωτόκολλα πρόληψης (4)».

Στις Ηνωμένες Πολιτείες, παράδεισο της ιατρικής την οποία οραματίζεται ο Μπεμπεάρ, η ιατρική ασφάλιση διαρκώς συρρικνώνεται και ακρωτηριάζεται επιβαρύνοντας τους εργαζόμενους, καθώς οι επιχειρηματίες ισχυρίζονται ότι η περίθαλψη των εργαζομένων τούς κοστίζει πολύ ακριβά και ευνοεί τη μεταφορά επιχειρήσεων σε χώρες με φθηνά εργατικά χέρια (5).

Το 1944, ο αυστριακός οικονομολόγος Φρίντριχ Χάγεκ εξέφρασε τον φόβο του για έναν κολεκτιβιστικό κύκλο, «τον δρόμο του καταναγκασμού», ο οποίος οδηγεί στη θυσία της ατομικής ευθύνης στο βωμό της κοινωνικής ασφάλειας. Αν στο εξής υπάρχει ένας κύκλος, αυτός είναι ο κύκλος της αγοράς. Τα ντόμινο πέφτουν προς την αντίθετη κατεύθυνση.

Ποια μέθοδος επέτρεψε, άραγε, να επιβληθεί ο ανταγωνισμός, δηλαδή η ιδιωτικοποίηση, στις δημόσιες επιχειρήσεις, να γίνει δεκτό το οριστικό κλείσιμο πολλών ταχυδρομικών καταστημάτων και σιδηροδρομικών σταθμών, να αμφισβητηθεί η δωρεάν υγεία και παιδεία, να μετατραπεί ο δημόσιος τομέας σ’ ένα αρχιπέλαγος ανταγωνιστικών και απειλούμενων υπηρεσιών; Κι όλα αυτά, σχεδόν χωρίς «συζήτηση». Έτσι, ήταν αρκετή η κατασκευή ενός διαδρόμου «μεταρρυθμίσεων», στο εσωτερικό του οποίου μια πόρτα κλειδώνει μόλις διαβούμε το κατώφλι της, για να οδηγήσει σε μια άλλη που ανοίγει μόλις την πλησιάσουμε. Στη συνέχεια, όπως λέει το τραγούδι, σύντομα, «δεν έχουμε πια αρκετή βενζίνη για να γυρίσουμε πίσω. Έτσι, πρέπει να προχωρήσουμε».

Η μοιρολατρική αντίληψη ότι «δεν υπάρχει εναλλακτική λύση» κάνει καλά τη δουλειά της. Η θέληση αποδεικνύεται ανίσχυρη, αφού την έχουμε αφοπλίσει και ασκούμε αδιάκοπα την τακτική της καμένης γης. Τον προορισμό δεν θα τον ανακαλύψουμε παρά στο τέλος… Σε τελική ανάλυση, πρόκειται σαφώς για ένα επαναστατικό πρόγραμμα, ένα μεγάλο άλμα προς τα πίσω, του οποίου όμως η συνολική πορεία προκύπτει από μια αλληλουχία ενδιάμεσων σταδίων. Ανοίγουμε τα σύνορα γιατί δεν είμαστε οπαδοί του προστατευτισμού, ιδιωτικοποιούμε γιατί έχουμε ανοίξει τα σύνορα, θυσιάζουμε την απασχόληση και το δημόσιο όφελος γιατί έχουμε ιδιωτικοποιήσει. Το «ελεύθερο εμπόριο», το «κρίσιμο μέγεθος», οι «συμμαχίες», ο «ανταγωνισμός», η «δημιουργία αξίας» αποτελούν τα διάφορα εξαρτήματα ενός μηχανικού που θα οικοδομήσει ένα κάστρο το οποίο έχουν σχεδιάσει εκ των προτέρων οι αρχιτέκτονες.

Ο Σεγέρ αγνοεί το «ιατρείο»

Ο φιλελεύθερος «οδικός χάρτης» ακολουθεί πιστά τον «πραγματισμό» και «τη φωνή της λογικής». Για να αντισταθμίσει τα ελλείμματα του προϋπολογισμού, πρέπει να ιδιωτικοποιήσει. Για να πουλήσει τις δημόσιες επιχειρήσεις σε καλή τιμή, πρέπει να προσελκύσει τους ξένους επενδυτές. Για να προσελκύσει τους ξένους επενδυτές, πρέπει να μειώσει τους μισθούς και τα «βάρη». Στη συνέχεια, η κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων θεωρείται πολύ γενναιόδωρη στον νέο ανταγωνιστικό κόσμο που έχει δημιουργηθεί μ’ αυτό τον τρόπο.  Η έκρηξη της ανεργίας και της προσωρινής απασχόλησης, αλλά και η εξαφάνιση του συνδικαλισμού που εν μέρει απορρέει από αυτήν, επιτρέπουν την εξουδετέρωση των («συντεχνιακών») διαμαρτυριών όσων διαθέτουν εργασία και επαρκή κοινωνική προστασία. Από τη στιγμή που οι εργαζόμενοι σιωπώντας αποδεικνύουν ότι έχουν «αίσθηση των ευθυνών» τους, δεν μπορεί να γίνει ανεκτό για πολύ καιρό το γεγονός ότι οι άνεργοι τούς χλευάζουν, αφού αμείβονται σχεδόν όσο κι εκείνοι, χωρίς να κάνουν τίποτα. Έτσι, εντείνονται οι έλεγχοι που τους αφορούν (6). Χωρίς να ξεχνάμε, με την ευκαιρία, να μειώσουμε τα επιδόματά τους, τα οποία είναι φορείς μιας κουλτούρας της «προστασίας» και της εξάρτησης. Ο ιδιαίτερα συναισθηματικός Ερνέστ-Αντουάν Σεγέρ, πρόεδρος της Κίνησης Επιχειρήσεων της Γαλλίας (Medef), το έχει εξηγήσει: «Δεν μπορούμε να διεξάγουμε τις σημερινές μάχες με το βλέμμα προσηλωμένο στο ιατρείο (7)».

Ωστόσο, οι φιλελεύθεροι, όπως έχουμε δει, δεν αδιαφορούν για τη δημόσια υγεία. Σ’ αυτό τον τομέα, όπως και στο ζήτημα της εκπαίδευσης, η «λογική εξέλιξη» ενός δημόσιου και δωρεάν συστήματος σε μια βιομηχανία που είναι σε μεγάλο βαθμό ιδιωτική και χρηματοδοτούμενη από ασφάλειες ή τραπεζικά δάνεια αρχίζει με την επίκληση ενός συγκεντρωτικού συστήματος που δεν λειτουργεί πια, είναι γραφειοκρατικό, χρεοκοπημένο, άνισο. Είναι απαραίτητο να αποκεντρώσουμε το οικοδόμημα -όπως επιβάλλει η «εγγύτητα»-, να μεταβιβάσουμε στις περιφέρειες την «ευθύνη» των προϋπολογισμών τους, να δημιουργήσουμε μια αγορά της εκπαίδευσης ή της υγείας για να καθορίσουμε τιμές που θα επιτρέπουν τον έλεγχο και τον προσανατολισμό της διαχείρισης.  Στη συνέχεια, πρέπει άλλοτε να κλείσουμε νοσοκομεία (ή σχολεία, ή ταχυδρομικά καταστήματα), τα οποία ανακαλύψαμε ότι δεν ήταν αποδοτικά, άλλοτε να συνάψουμε «συμμαχίες» με τοπικές επιχειρήσεις, άλλοτε να επανεξετάσουμε τη δωρεάν παροχή περίθαλψης και παιδείας, άλλοτε να μεταφέρουμε στον ιδιωτικό τομέα ένα μεγάλο μέρος των υποχρεώσεων της εκπαίδευσης ή της υγείας, που γίνονται όλο και πιο στοιχειώδεις.

Στην πραγματικότητα, δίνουμε την εξήγηση ότι είναι προτιμότερο να μη διατηρήσουμε παρά τον πυρήνα του επαγγέλματος, ότι δεν είναι απαραίτητο να είναι δημόσιοι υπάλληλοι αυτοί που εργάζονται ως θυρωροί, καθαριστές, συντηρητές, αυτοί που βγάζουν φωτοτυπίες, διαμορφώνουν και ελέγχουν ερωτηματολόγια, αναλαμβάνουν ένα πάρκο κυκλοφοριακής αγωγής, διαχειρίζονται τα έξοδα προσωπικού και τις στρατιωτικές κατοικίες, εκπαιδεύουν πιλότους.  Έπειτα από αυτές τις συνεχείς αξιολογήσεις και τις διαδοχικές εκχωρήσεις -που αποτελούν πονοκέφαλο και για το δημόσιο ταμείο-, απαλλασσόμαστε από δραστηριότητες που άλλοτε οργάνωνε το κράτος. «Πρέπει να ιδιωτικοποιηθούν όλες οι υπηρεσίες τις οποίες μπορεί να προσφέρει ο ιδιωτικός τομέας», ανακοινώνει ο Ζαν-Πιέρ Ραφαρέν, του οποίου ο υπουργός που είναι αρμόδιος για τη μεταρρύθμιση του κράτους είχε διευκρινίσει: «Η στρατηγική μας είναι να στρέψουμε το κράτος στα ουσιαστικά καθήκοντά του και να εκχωρήσουμε στον ιδιωτικό τομέα όλα τα υπόλοιπα, κυρίως την επιμελητεία (8)». Στο Ιράκ, ο αμερικανικός στρατός ανέθεσε σε υπεργολάβους ακόμη και καθήκοντα που συνδέονται με τη διεξαγωγή του πολέμου και τη (λίγο βίαιη) συγκέντρωση «πληροφοριών»…

Όταν ήταν υπουργός Οικονομικών, ο Φρανσίς Μερ κάλεσε ιδιωτικά συμβουλευτικά γραφεία (Mercer Delta, Cap Gemini…) να εξετάσουν τον καλύτερο τρόπο για να καταργηθούν 30.000 θέσεις απασχόλησης δημοσίων υπαλλήλων.  Αυτοί που γλιτώνουν τον πέλεκυ αισθάνονται υπό προθεσμία: όταν θα είναι εφικτό, θα επανεξεταστεί το καθεστώς και η μονιμότητα της απασχόλησής τους, τα οποία θα αντικατασταθούν από μία σύμβαση ορισμένου χρόνου δημοσίου δικαίου, και μετά ιδιωτικού. Ο Κριστιάν Μπλαν, βουλευτής της Ένωσης για τη Γαλλική Δημοκρατία (UDF), έχει ήδη δηλώσει ότι βλέπει ευνοϊκά την κατάργηση του θεσμικού πλαισίου του δημόσιου τομέα στη Γαλλία, το οποίο έχει κληροδοτήσει η Απελευθέρωση.

«Η εντολή που έδωσε ο Ζαν-Πιερ Ραφαρέν σε όλους τους υπουργούς είναι αυστηρή: αντικαταστήστε μόνο έναν από τους δύο αποχωρήσαντες λόγω συνταξιοδότησης. Ένας φιλόδοξος στόχος που, αν επιτευχθεί, θα επιτρέψει, θεωρητικά, σε οχτώ χρόνια να μειωθεί κατά 300.000 ο αριθμός των δημοσίων υπαλλήλων και να εξοικονομηθούν 12 δισεκατομμύρια ευρώ το 2012, σύμφωνα με τον γερουσιαστή της Ένωσης για ένα Λαϊκό Κίνημα (UMP) Φιλίπ Μαρινί (9)», γράφει το περιοδικό «L’Expansion». Πρόκειται για την ιδέα ότι ο δημόσιος υπάλληλος δεν αποτελεί για τον φορολογούμενο παρά ένα βάρος, αλλά δεν αναφέρεται, για παράδειγμα, η νοσοκόμα που τον περιθάλπει, ο πυροσβέστης που τον βοηθάει, ο εκπαιδευτικός που μορφώνει τα παιδιά του. Μόνο το κόστος, τίποτα άλλο.

Στην Ελβετία, σύμφωνα με το Ομοσπονδιακό Γραφείο Προσωπικού, «για να γίνουμε πιο ανταγωνιστικοί και να αλλάξουμε νοοτροπία, χρησιμοποιήσαμε τα εργαλεία του ιδιωτικού τομέα»: Έτσι, η μονιμότητα της θέσης των δημοσίων υπαλλήλων καταργήθηκε το Νοέμβριο του 2000. Ένας συνασπισμός της αριστεράς διεύρυνε μια παρόμοια τακτική στην Ιταλία: αυτονομία διαχείρισης των διοικητικών υπευθύνων, εξατομίκευση των καθηκόντων, αμοιβή ανάλογη με την ανταγωνιστικότητα.  Στο εξής, «μόνο το 15% των θέσεων απασχόλησης του δημόσιου τομέα παραμένει στους κόλπους του κράτους (δικαστές, δικηγόροι και γενικοί εισαγγελείς, στρατιωτικοί, αστυνομικοί, διπλωμάτες, καθηγητές πανεπιστημίου), ενώ όλες οι άλλες θέσεις, σε λιγότερο από δύο χρόνια, θα καλύπτονται με ιδιωτικά συμβόλαια, ακόμη κι αν εξακολουθούν να πληρώνονται από το κράτος (10)». Στη Νέα Ζηλανδία, ο αριθμός των δημοσίων υπαλλήλων μειώθηκε από 71.000 το 1988 σε 32.000 το 1996. Αυτοί οι υπάλληλοι εργάζονται περισσότερο αλλά με λιγότερους πόρους. Η ευθύνη τους αυξήθηκε, ενώ η μονιμότητα της θέσης τους καταργήθηκε.

Αφού μετασχηματίστηκε και επαναπροσανατολίστηκε σε καθήκοντα ασφάλειας, το κράτος γίνεται λιγότερο ικανό να περιορίσει μια μέρα την εξάπλωση του εμπορικού νόμου. Η μετάβαση από τον δημόσιο στον ιδιωτικό τομέα είναι κοινή πρακτική, η διοίκηση διαρκώς κατακερματίζεται, ο ιδιαίτερος χαρακτήρας της αλλοιώνεται. Η προσωρινή και επισφαλής απασχόληση στον δημόσιο τομέα μπορεί, μάλιστα, με την ευκαιρία, να δώσει ιδέες στην εργοδοσία. Όταν ο Σεγέρ προτείνει μια «σύμβαση έργου» μακράς διάρκειας, εξηγεί: «Ο ιδιωτικός τομέας δεν δικαιούται, άραγε, αυτό που ο δημόσιος τομέας εφαρμόζει καθημερινά; Στον στρατό, βρίσκουμε συμβόλαια τεσσάρων ή έξι χρόνων. Οι θέσεις απασχόλησης για νέους είχαν διάρκεια πέντε χρόνων. Στον πυρήνα του κράτους, δημόσιοι υπάλληλοι προσλαμβάνονται σε θέσεις απασχόλησης με περιορισμένη διάρκεια. Και, όταν πρόκειται για τον ιδιωτικό τομέα, βλέπουμε να προβάλλει κάθε είδους συντηρητισμός, κάθε είδους ακινησία (11)». Πριν από είκοσι χρόνια, η γαλλική δεξιά και οι έχοντες μάλλον δυσφορούσαν με τον ρόλο της «κοινωνικής βιτρίνας» που διαδραμάτιζε ένας δημόσιος τομέας ο οποίος τότε ευνοούσε λιγότερο τους συμβασιούχους και τις μειωμένες κοινωνικές παροχές. «Η χρηματοοικονομική ατιμωρησία του δημιουργεί ένα αίσθημα ασφάλειας, το οποίο εκμεταλλεύεται το προσωπικό για να εργάζεται λιγότερο, να πολλαπλασιάζεται (sic) και να εξασφαλίζει, με τη μεσολάβηση των ισχυρών συνδικάτων, πλεονεκτήματα που γίνονται προνόμια (12)», εξηγούσε τότε το πρώην αφεντικό της Elf, Αλμπέν Σαλαντόν.

Γιατί, για τους φιλελεύθερους, η ιδιωτικοποίηση, πλήρης ή τμηματική, αποτελεί επίσης ένα μέσον για να εξασθενίσει η δύναμη αντίστασης των συνδικάτων, πράγμα που θα επιτρέψει να ανοίξει ο δρόμος για τις επόμενες «μεταρρυθμίσεις». Οι κοινωνικές διεκδικήσεις βασίστηκαν συχνά σε δημόσιες επιχειρήσεις με εντονότερη συνδικαλιστική δραστηριότητα από τις άλλες, των οποίων οι μεγάλες απεργίες σημάδεψαν την ιστορία της χώρας (ανθρακωρυχεία το 1963, δημόσια επιχείρηση αυτοκινήτων Ρενό το 1968, Εθνική Εταιρεία Γαλλικών Σιδηροδρόμων και Αυτόνομη Διαχείριση Μεταφορών Παρισιού το 1995). Το περασμένο φθινόπωρο, όταν η Εθνοσυνέλευση δέχθηκε να περάσει η πλειοψηφία του κεφαλαίου της Γαλλικής Εταιρείας Τηλεπικοινωνιών στον έλεγχο του ιδιωτικού τομέα, ο βουλευτής του UDF, Ζαν Ντιονί ντι Σεζούρ, μέλος της ανώτατης επιτροπής του δημοσίου για τα ταχυδρομεία και τις τηλεπικοινωνίες, διευκρίνιζε με την ευκαιρία:  «Το κείμενο προβλέπει τη θέσπιση κανόνων για τους αντιπροσωπευτικούς θεσμούς του προσωπικού. Είναι σαφές ότι τα συνδικάτα, που συμμετείχαν στο διοικητικό συμβούλιο της Γαλλικής Εταιρείας Τηλεπικοινωνιών, δεν θα αποτελούν πια τμήμα του (13)». Αίτια και συνέπειες είναι συχνά αλληλένδετα στην εξέλιξη του φιλελεύθερου προγράμματος: η αδυναμία των εργατικών οργανώσεων ευνοεί την επιβολή της ελαστικοποίησης της απασχόλησης, η οποία, με τη σειρά της, βλάπτει τη συνδικαλιστική στράτευση. «Αν θέλουμε να διατηρήσουμε την παραμικρή ελπίδα για επιστροφή σε μια ελεύθερη οικονομία, το ζήτημα του περιορισμού της συνδικαλιστικής δύναμης είναι από τα πιο σημαντικά», προειδοποιούσε ο Φρίντριχ Χάγεκ από την άνοιξη του 1947 (14).  Ακόμη και η απογοήτευση και η ήττα κατασκευάζονται.

Μια ιδιωτική εταιρεία αναλαμβάνει το νοικοκυριό, μια άλλη την πληροφορική, μια τρίτη την επικοινωνία της επιχείρησης. Πολλαπλασιάζοντας τους εργοδότες και τα εργασιακά καθεστώτα, καταφέραμε πλήγμα στην αλληλεγγύη μεταξύ δημοσίων υπαλλήλων και των επαγγελματιών.  Προχωράμε κι άλλο, γενικεύοντας το σύστημα πριμοδότησης της απόδοσης, δηλαδή εξατομικεύοντας τις αμοιβές. Αυτό που γίνεται ιδιωτικό θα παραμείνει, αυτό που παραμένει δημόσιο έχει την τάση να ιδιωτικοποιηθεί την επόμενη φορά, σε μια νέα εκφοβιστική εκστρατεία πολιτικών και μέσων ενημέρωσης, η οποία θα σχετίζεται με την «τρύπα της κοινωνικής ασφάλισης» ή τη «χρεοκοπία» του εκπαιδευτικού συστήματος.  Όμως, κανείς δεν προτείνει να εθνικοποιηθεί ξανά ο τηλεοπτικός σταθμός TF1 για να συγκρατηθεί το κύμα της μετριότητας την οποία στεγάζει…

Μηχανισμοί προπαγάνδας

Σταδιακά, η λογική του κέρδους εισβάλλει στον δημόσιο τομέα, του οποίου η κύρια αποστολή ήταν να ικανοποιήσει συλλογικές ανάγκες (15). Αξιολόγηση, αναδιάρθρωση, εκχώρηση έργου: οι εταιρείες υπεργολαβίας που καλούμε είναι συχνά πιο ανταγωνιστικές, αφού το προσωπικό τους δεν επωφελείται από το «προνομιακό» θεσμικό πλαίσιο των δημοσίων υπαλλήλων και δεν εμποδίζεται από συνδικάτα. Στο τέλος της διαδρομής, μόλις οι επιχειρήσεις και οι δημόσιες υπηρεσίες χάσουν τον ιδιαίτερο χαρακτήρα τους (καθήκον, προσωπικό) και υποχρεωθούν πάνω απ’ όλα να αποκομίζουν κέρδη, ο δρόμος της εξαφάνισής τους θα είναι ορθάνοιχτος. Και, αν υποθέσουμε ότι μια μέρα οι ξένοι επενδυτές θα ενοχληθούν από το όνομα μιας εταιρείας, το οποίο είναι πολύ «γαλλικό» -Ερ Φρανς, Γαλλική Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού, Γαλλική Εταιρεία Τηλεπικοινωνιών (ακόμη και γαλλική τηλεόραση)-, τίποτα δεν θα τους εμποδίσει να το αλλάξουν, περίπου όπως σβήνει κανείς πίσω του τα ίχνη μιας έκλυτης νεότητας.

Είναι ήδη παρελθόν. Το ταχυδρομείο, η επιχείρηση ηλεκτρικής ενέργειας, η εκπαίδευση, η υγεία δεν ήταν παραγωγικές μονάδες που προσπαθούσαν να πραγματοποιήσουν μεγαλύτερα κέρδη από τους ανταγωνιστές τους. Δεν είχαν ανταγωνιστές. Η αποστολή των κρατικών διοικήσεων ή των δημόσιων υπηρεσιών ήταν να παραδώσουν την αλληλογραφία, να μεταφέρουν την ηλεκτρική ενέργεια, να εγγυηθούν την εκπαίδευση και την υγεία του πληθυσμού, χωρίς να εξαιρούν τους πιο απομονωμένους, τους λιγότερο αποδοτικούς. Αυτό δεν είχε σημασία. Η αγορά καταλάμβανε έναν καθορισμένο χώρο στους κόλπους μιας μεικτής οικονομίας. Ξέραμε ότι δεν ήταν κατάλληλη για να κάνει τα πάντα. Να μεριμνήσει για την ισοτιμία πρόσβασης στην εκπαίδευση και την υγεία. Να οργανώσει τη χωροταξία. Να επενδύσει σε ζωτικές δραστηριότητες των οποίων οι προσδοκίες απόδοσης υπερβαίνουν το χρονικό ορίζοντα των χρηματοοικονομικών αγορών. Να εκτιμήσει το κόστος που έχουν για την κοινωνία ατομικές αποφάσεις που είναι επωφελείς μόνο για τις επιχειρήσεις που τις λαμβάνουν. Έτσι, όταν ενσωματώνει στην τιμή της μεταφοράς με φορτηγό τον κίνδυνο οδικού ατυχήματος και τη βεβαιότητα της μόλυνσης, οι οδικές μεταφορές παύουν να κοστίζουν λιγότερο ακριβά από το σιδηροδρομικό ναύλο, και το έλλειμμα αυτού του τομέα μοιάζει λιγότερο απειλητικό. Αν υπάρχει «ανταγωνισμός» ανάμεσα στο σιδηρόδρομο και τις οδικές συγκοινωνίες, η κοινωνία έχει στην πραγματικότητα συμφέρον να επιχορηγήσει το ναύλο και να καταλογίσει στα βαρέα οχήματα, που εκπέμπουν καυσαέρια συμβάλλοντας στη δημιουργία του φαινομένου του θερμοκηπίου, την ευθύνη για ένα μέρος των συνεπειών του καύσωνα, ακόμη και για τα θύματα (16).

Η «κοινωνία». Αυτή η λέξη δυσαρεστούσε τη Μάργκαρετ Θάτσερ. Οι φιλελεύθεροι προτιμούν να αναγνωρίζουν μόνο το άτομο. Η άποψή τους για τη δημόσια περιουσία απορρέει από αυτό. «Όταν όλος ο κόσμος κατέχει κάτι, δεν το κατέχει κανείς, και κανείς δεν ενδιαφέρεται να το διατηρήσει στην ίδια κατάσταση ή να το βελτιώσει. Γι’ αυτό οι σοβιετικές πολυκατοικίες -και τα συγκροτήματα εργατικών κατοικιών στις ΗΠΑ- μοιάζουν ρημαγμένες ένα ή δύο χρόνια μετά την κατασκευή τους (17)», εξηγούσε ο Μίλτον Φρίντμαν το 1990.  Ωστόσο, ο Φρίντμαν θα θεωρούσε λιγότερο αναπόφευκτη αυτή τη λογική, αν είχε ταξιδέψει με τρένο στο Ηνωμένο Βασίλειο, από τότε που αυτή η δραστηριότητα ανατέθηκε στον ιδιωτικό τομέα. Όμως, τότε, ο φιλελευθερισμός πιθανόν θα είχε χάσει σε σιδηροδρομικό ατύχημα έναν από τους πιο δεινούς υπερασπιστές του.

«Το δημόσιο σύστημα δεν θα υποχωρήσει παρά μόνο αν συνθλιβεί ανάμεσα σε δυσβάστακτα ελλείμματα και σε πόρους που συρρικνώνονται (18)». Η ομολογία και η συνταγή, που διατυπώθηκαν από τον Αλέν Μινκ πριν από είκοσι χρόνια, δεν βρήκαν πολλούς μιμητές.  Στις Ηνωμένες Πολιτείες, ο Ρόναλντ Ρέιγκαν είχε στην πραγματικότητα ήδη μειώσει τους άμεσους φόρους για να δημιουργήσει τεράστια ελλείμματα, τα οποία στη συνέχεια τού χρησίμευσαν ως πρόσχημα για τη διάλυση του κοινωνικού κράτους. Ταυτόχρονα, φρόντισε να μεταφέρει στις τοπικές αρχές («νέος ομοσπονδισμός») υπηρεσίες και διοικητικές αρμοδιότητες, χωρίς όμως να τους παράσχει τα μέσα για να τις εκτελέσουν. Η ευθύνη για το αν θα κατέφευγαν στην ελεημοσύνη ή στις περικοπές ήταν δική τους. Οι Μπους και Ραφαρέν δεν ανακάλυψαν κάτι νέο.

Η δωρεάν ανώτατη εκπαίδευση εισήλθε με τη σειρά της αναγκαστικά στο δρόμο των μεταρρυθμίσεων λόγω της ανεπάρκειας των δημόσιων δαπανών. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, οι ετήσιες δημόσιες δαπάνες ανά φοιτητή μειώθηκαν από τις περίπου 8.000 λίρες (12.000 ευρώ) το 1990, στις 5.000 λίρες (7.500 ευρώ) δέκα χρόνια αργότερα (19). Ο Μπλερ, ωστόσο, προτιμά να υποχρεώνει τους δικαιούχους να πληρώσουν. Έτσι, τα πανεπιστημιακά δίδακτρα τριπλασιάστηκαν. Στο εξής, φτάνουν ακόμη και τις 3.000 λίρες το χρόνο (4.500 ευρώ). «Σε ολόκληρο τον κόσμο, η ανώτατη εκπαίδευση υπόκειται σε πιέσεις για να αλλάξει. (…) Σ’ αυτό το πιο περίπλοκο περιβάλλον, στο εξής δεν ενδείκνυται πια η κρατική εξουσία να διαχειρίζεται άμεσα αυτόν τον τομέα, αφού οι μηχανισμοί της αγοράς είναι συχνά πιο αποτελεσματικοί από τις διοικητικές αρχές στο να ρυθμίζουν την προσφορά και τη ζήτηση στα διάφορα είδη εκπαίδευσης που παρέχονται σε μια ποικιλία πελατών (20)», αναφέρει με ικανοποίηση ο Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ). Θα μπορούσε να φανταστεί κανείς μια διαφορετική απάντηση. Αν, για παράδειγμα, στη Γαλλία, οι κυβερνήσεις των Ζοσπέν και Ραφαρέν δεν είχαν μειώσει το φόρο εισοδήματος, η χώρα θα είχε διπλασιάσει τον προϋπολογισμό για την ανώτατη εκπαίδευση (21).

Η επιλογή της φιλελευθεροποίησης, που παρουσιάζεται ως αυτονόητη από τους μηχανισμούς προπαγάνδας -οι οποίοι δεν καθυστερούν ποτέ να δημοσιεύσουν τις διακρίσεις που έχουν λάβει νοσοκομεία, λύκεια, πανεπιστήμια, εταιρείες τηλεφωνίας-, σπάνια επικυρώθηκε από τη λαϊκή ψήφο. Σχεδόν όλες οι μεγάλες ιδιωτικοποιήσεις στη Βρετανία προκάλεσαν εκ των προτέρων την αντίδραση της πλειονότητας του λαού. Σε ερώτηση για την πώληση των δημοσίων δασών της χώρας τους, το 79% των Νεοζηλανδών εξέφρασε την αντίθεσή του. Μόνο το 4% την ενέκρινε.  Το ακραία φιλελεύθερο πρόγραμμα που υπερασπίστηκε ο Αλέν Μαντελέν στις γαλλικές προεδρικές εκλογές του 2002 δεν συγκέντρωσε παρά το 3,91% των καταγεγραμμένων ψήφων. Ωστόσο, οι βιομηχανίες και οι δημόσιες υπηρεσίες στο Ηνωμένο Βασίλειο στην πλειονότητά τους ιδιωτικοποιήθηκαν, όπως ακριβώς τα δημόσια δάση στη Νέα Ζηλανδία. Και, όταν θα ολοκληρωθεί η δεύτερη θητεία του Ζακ Σιράκ, αυτό που θα έχει εφαρμοστεί πλήρως θα είναι το πρόγραμμα του Μαντελέν και όχι οι προεδρικές υποσχέσεις που αφορούσαν τη μάχη κατά της «ανασφάλειας» ή την εξάλειψη του «κοινωνικού χάσματος».

Αν τα ευρωπαϊκά κράτη επικυρώσουν ένα σχέδιο Συντάγματος το οποίο διακηρύσσει ότι ένας από τους στόχους της Ένωσης είναι «να προσφέρει στους πολίτες της μια ενιαία αγορά όπου ο ανταγωνισμός θα είναι ελεύθερος και όχι στρεβλός», και στη συνέχεια δεχτούν τη Γενική Συμφωνία για το Εμπόριο των Υπηρεσιών (GATS) που φιλελευθεροποιεί την υγεία, την εκπαίδευση και τον πολιτισμό, τα υπόλοιπα θα είναι σχετικά δευτερεύοντα. Ο κύριος τάδε θα μπορέσει να νικήσει χωρίς απώλειες τον κύριο δείνα με την ευκαιρία των εκλογών. Η πρόταση και τα μιας ενδεχόμενης αντίδρασης πιθανότατα δεν θα προέλθουν από τη Γενική Επιτροπή Σχεδιασμού (Commissariat General du Plan) (Σ.τ.Μ.: οργανισμός που ιδρύθηκε για να υπηρετεί τη στρατηγική προοπτική του κράτους, να εγγυάται το δημόσιο συμφέρον και να αποτελεί χώρο διαλόγου μεταξύ των οικονομικών και των κοινωνικών φορέων, των ειδικών επιστημόνων και της δημόσιας διοίκησης -υπάγεται στον πρωθυπουργό.). Ο πρόεδρός της, Αλέν Ετσεγκογέν, επίσης πρώην μέλος των εργοδοτικών κύκλων του ομίλου χαλυβουργίας Usinor και του ομίλου τηλεπικοινωνιών Bouygues Telecom, πρόσφατα επέλεξε ως επιστημονικό σύμβουλο τον «αντιπρόεδρο της στρατηγικής» της Manpower Inc. Ενα δελτίο τύπου, με ημερομηνία 3 Μαΐου 2004, εξηγεί: «Ο διορισμός ενός επιχειρηματία θα επιτρέψει στην Επιτροπή να διαφοροποιήσει και να εμπλουτίσει τις προσεγγίσεις της σε σχέση με την αγορά απασχόλησης και εργασίας, έναν άξονα που έχει προτεραιότητα για τον πρωθυπουργό». Καθώς η Manpower είναι μία από τις μεγαλύτερες εταιρείες με προσωρινούς εργαζόμενους στον κόσμο, μπορούμε να φανταστούμε την «προσέγγιση της αγοράς εργασίας» που θα ακολουθήσει ο νέος επιστημονικός σύμβουλος που έχει αναλάβει να υπερασπιστεί τη δημόσια περιουσία.

Σημειώσεις

  1. Pyivi Munter και Norma Cohen, «Debt crisis threatens “fiscal Armageddon”», «Financial Times», 1η Απριλίου
  2. Bertrand Benoit, «Politician tells it like it is to convince German state’s public of need for reform», «Financial Times», Λονδίνο, 6 Απριλίου
  3. Δελτίο ειδήσεων των 8.00 μ.μ., TF1, 2 Μαΐου 2004.
  4. «Correspondance économique», 14 Απριλίου
  5. Βλέπε Kirstin Downey, «Α Heftier Dose to Swallow», «The Washington Post», 6 Μαρτίου
  6. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, οι «πελάτες» που αναζητούν εργασία πρέπει να δίνουν λογαριασμό κάθε βδομάδα στον «σύμβουλό» τους σε σχέση με τις ενέργειές τους για να βρουν δουλειά. «Αν ένας βρετανός άνεργος δεν δεχτεί τη θέση που του προτείνεται στον τομέα των ικανοτήτων του, διακόπτουμε αμέσως το επίδομά του», διευκρινίζει η διευθύντρια ενός «κέντρου εργασίας». Το ίδιο συμβαίνει στη Δανία.
  7. Ernest-Antoine Seillière, France 2, 22 Ιανουαρίου
  8. «Fonctionnaires: ce qui les attend», «L’Expansion», Απρίλιος
  9. Οπ.π.
  10. Cecile Cornudet, «Réforme de l’Etat : les “recettes” étrangères», «Les Echos», 24 Σεπτεμβρίου
  11. Συνέντευξη, «Ernest-Antoine Seillière: la société est enfin prête à se reformer», «Les Echos», 20 Ιανουαρίου
  12. Albin Chalandon, «Dénationaliser : pourquoi ?», «Le Monde», 11 Ιουλίου
  13. «Le Figaro», 20 Οκτωβρίου
  14. Βλέπε «Le Grand Bond en arrière», Fayard, Παρίσι, 2004.
  15. Βλέπε την έρευνα του Gilles Balbastre, «Α La Poste aussi, les agents doivent penser en termes de marche», «Le Monde diplomatique», Οκτώβριος 2002, https://archives.mondediplo.com/2002/10/BALBASTRE/9496
  16. Βλέπε Serge Latouche, «Moins loin, moins vite», «La Décroissance», αρ. 21, Λιόν, Μάιος
  17. Milton και Rose Friedman, «Free to Choose», Harcourt, Ορλάντο (Φλόριντα), 1990, σ. 24. Με την ίδια λογική, ορισμένοι φιλελεύθεροι, όπως ο Pascal Salin στη Γαλλία, προτείνουν την ιδιωτικοποίηση των κοπαδιών των αφρικανικών ελεφάντων για να τα προστατεύσουν από τους λαθροκυνηγούς.
  18. «L’Expansion», 2 Νοεμβρίου
  19. «Drowning spires», «The Economist», 29 Νοεμβρίου
  20. OCDE, «Analyse des politiques d’éducation», 2003, σ. 66.
  21. Σύμφωνα με τον Louis Maurin, «La grande misère des facs», «Alternatives économiques», Ιανουάριος
Facebooktwittergoogle_pluspinterestlinkedintumblrmail
Authors:

Διευθυντής της "Le Monde diplomatique"