Ντανιέλ Ορτέγα, ο αμφισβητούμενος πρόεδρος

[από το αρχείο της “Le Monde diplomatique”, Ιούλιος 2009]

Ο νέος αρχηγός του κράτους, ο άνθρωπος που οι Νικαραγουανοί αποκαλούν χαϊδευτικά «Ντανιέλ» -ο Ντανιέλ Ορτέγα- δεν θυμίζει σε πολλά τον νεαρό πολεμιστή ο οποίος, συντροφιά με άλλα οχτώ ηγετικά στελέχη του αντάρτικου, συμμετείχε στην πρώτη συλλογική κυβέρνηση των Σαντινίστας μετά το τέλος της τυραννίας του Σομόσα.

Κατά τη διάρκεια της αντεπίθεσης που εξαπέλυσαν οι Ηνωμένες Πολιτείες, στους κόλπους του FSLN επιβλήθηκε ο κάθετος αυταρχισμός. Οποιαδήποτε απόκλιση θεωρείτο πράξη αυτοκτονίας για την επανάσταση. Η εκλογική ήττα του 1990 αλλάζει τα δεδομένα. Έπρεπε να τα αλλάξει. Στο εσωτερικό του κόμματος εγείρεται το αίτημα για εσωτερική δημοκρατία. Από καιρό υπέβοσκε η κρίση ανάμεσα στους «ανανεωτικούς», που είχαν συσπειρωθεί γύρω από τον πρώην αντιπρόεδρο Σέρχιο Ραμίρες, και τους «ριζοσπάστες» του Ντάνιελ Ορτέγα. Θα ξεσπάσει στο έκτακτο συνέδριο του κόμματος στις αρχές Μαΐου του 1994 και θα κορυφωθεί στις 9 Μαΐου με τη διαγραφή της τάσης Ραμίρες, η οποία έγινε με συνοπτικές διαδικασίες. Από εκείνη τη στιγμή οι εσωκομματικοί αντίπαλοι του Ορτέγα ή οι πρώην σύντροφοί του που εγκατέλειψαν το μέτωπο δεν θα σταματήσουν να εξαπολύουν εναντίον του κατηγορίες για «προσωπικές φιλοδοξίες», «αρχηγισμό», «αυταρχισμό» και «ιδιωτικοποίηση του κόμματος».

Το Μάρτιο του 1998, η θετή του κόρη Σοϊλαμέρικα Ναρβάες (κόρη της συζύγου του, Ροσάριο Μουρίγιο, από τον πρώτο της γάμο) τον κατηγορεί ότι την κακοποιούσε σεξουαλικά για δέκα χρόνια -από την ηλικία των 11 χρόνων. Περίεργη συγκυρία: οι όψιμες αποκαλύψεις -η γυναίκα είναι πια 31 χρόνων- προκύπτουν παραμονές του τρίτου συνεδρίου του FSLN, το οποίο θα διαρκέσει από τις 15 έως τις 18 Μαΐου και βγάζει στην επιφάνεια όλες τις εσωτερικές διαμάχες που δεν έχουν τελειωμό. Πολλοί θεωρούν ότι το σκάνδαλο ξέσπασε σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη χρονική στιγμή ώστε να μην μπορεί να θεωρηθεί εντελώς συμπτωματικό. Υποστηρικτές και αντίπαλοι της Σοϊλαμέρικα και αντίστοιχα του Ορτέγα, όλοι οι πρωταγωνιστές της υπόθεσης κατέχουν ηγετικές -και άκρως περιζήτητες- θέσεις στο κόμμα. Η ίδια, μάλιστα, ήταν από τα αρχηγικά στελέχη της νεολαίας των Σαντινίστας από το 1979 ώς το 1990. Άραγε, οι κατηγορίες ήταν βάσιμες; Ή, μήπως, επρόκειτο για ενορχηστρωμένη επίθεση; Ο Ορτέγα, όπως άλλωστε όλοι, είναι αθώος μέχρις αποδείξεως του εναντίου. Από την αρχή κιόλας της ιστορίας, η γυναίκα του, η κυρία Μουρίγιο, σπεύδει στο πλευρό του καταγγέλλοντας όσους «έκαναν πλύση εγκεφάλου στην κόρη της» (1). Καθώς, όμως, δεν είχε αρθεί ποτέ η ασυλία που απολάμβανε ως αρχηγός της κοινοβουλευτικής ομάδας των Σαντινίστας -κατόπιν συνδιαλλαγής με το Φιλελεύθερο Συνταγματικό Κόμμα (PLC) του Αρνόλδο Αλεμάν- ο Ορτέγα δεν πέρασε ποτέ από δίκη και επομένως δεν απαλλάχθηκε από τις βαριές κατηγορίες.

Εξάλλου, το «σύμφωνο κυβερνησιμότητας» το οποίο συνομολόγησαν, στα τέλη της δεκαετίας του 1990 οι Ορτέγα και Αλεμάν είναι εκείνο που επέτρεψε να συγκεντρωθεί ο απαραίτητος αριθμός ψήφων στη Βουλή για την αλλαγή του εκλογικού νόμου: Ορίζεται το 35% ως αναγκαίο ποσοστό για την εκλογή προέδρου από τον πρώτο γύρο (υπό την προϋπόθεση να έχει πέντε μονάδες διαφορά από τον δεύτερο στη σειρά). Έτσι, καθίσταται δυνατή η εκλογή του Ορτέγα με το 38% των ψήφων στις 5 Νοεμβρίου του 2006. Την εποχή εκείνη η επιθεώρηση του Πανεπιστημίου Κεντρικής Αμερικής «Envio» είχε ασκήσει δριμεία κριτική στους νέους κανόνες του παιχνιδιού όπως τους προσδιόριζε το σύμφωνο: «Κομματικοποιούνται τα εκλογικά όργανα και κομματικοποιείται διά της βίας η βούληση των ψηφοφόρων. Με ένα σκεπτικό: οι πλειοψηφίες επιβάλλουν τη βούλησή τους, οι μειοψηφίες δεν γίνονται σεβαστές (2)».

Παραμονές των εκλογών του 2006, στις 26 Οκτωβρίου, οι βουλευτές των Σαντινίστας, με στόχο να ικανοποιήσουν την Καθολική Εκκλησία, ενώνουν τη φωνή τους με το PLC για την ψήφιση ενός νόμου που απαγορεύει την άμβλωση για θεραπευτικούς λόγους ακόμα και για γυναίκες που έπεσαν θύματα βιασμού ή που η ζωή τους κινδυνεύει σε περίπτωση τοκετού. Στο όνομα του εκλογικού καιροσκοπισμού, όποιοι γιατροί συλληφθούν να προσφέρουν βοήθεια σε κάποια από αυτές τις γυναίκες κινδυνεύουν με ποινές φυλάκισης από τέσσερα έως οχτώ χρόνια.

(1) Βλ. «Amerique Centrale, les naufrages d’Esquipulas». L’Atalante, Νάντη, 2002.

(2) «Envio», Μανάγουα, Ιανουάριος-Φεβρουάριος 2000.

 

Διαβάστε ακόμα:

Οι τέσσερις εποχές των ανταρτών Σαντινίστας

Facebooktwittergoogle_pluspinterestlinkedintumblrmail
Authors:

Δημοσιογράφος, συγγραφέας του έργου «Latines, belles et rebelles, Le temps des cerises, 2015», Le temps des cerises, 2015.