Αυτές οι επικοινωνιακά ορθές συζητήσεις

[από το αρχείο της “Le Monde diplomatique”, Μάρτιος 1999]

Στο εξής, φαίνεται ότι όλα πρέπει να αρχίζουν με μια δημοσκόπηση και να τελειώνουν με μια τηλεοπτική συζήτηση. Καθημερινά, μια δράκα παρουσιαστών, δημοσιογράφων και ειδικών ενορχηστρώνουν την ιδεολογική «ατζέντα» του έθνους. Παρουσιάζονται ως οι διαμεσολαβητές της κοινής γνώμης και οι εγγυητές της δημοκρατίας, αλλά αντανακλούν ένα πολύ συγκεκριμένο τμήμα της κοινωνίας, το οποίο είναι πολύ μακριά από τις αληθινές συζητήσεις και τους αγώνες που διεξάγονται. Η λογοκρισία στην οποία επιδίδονται δεν είναι πλέον η σιωπή, αλλά ο καταποντισμός της νοημοσύνης κάτω από τους χείμαρρους της ασημαντότητας.

Εδώ και περισσότερα από είκοσι χρόνια, ο διαδηλωτές οφείλουν να παρελαύνουν, οι διανοούμενοι να στοχάζονται και οι πολίτες να ενδίδουν σε δημοσκοπήσεις για ένα μικρό σώμα «δικαστών» που αποτελείται από αρθρογράφους, πολιτικούς αναλυτές, οργανωτές «συζητήσεων».

Όταν όλοι υποτάσσονται σ’ έναν τέτοιο καταναγκασμό, που έχει καταστεί φυσιολογικός, αν αντισταθεί κάποιος, τότε κινδυνεύει είτε να κατηγορηθεί απλώς ότι «απορρίπτει το διάλογο» είτε να επιτιμηθεί, με πιο λόγιο τρόπο, εφόσον θα υπάρχει και περιτύλιγμα με αναφορές στον Γιούργκεν Χάμπερμας, ότι απομονώνεται από «τον δημόσιο χώρο». Επιπλέον, σ’ αυτήν ακριβώς την υποχρέωση να αποδεχθούν τις επιτακτικές προσκλήσεις για μια κατάθεση στα μέσα ενημέρωσης εντάσσεται η πνευματική τρομοκράτηση των κοινωνιών μας. Ο Πατρίκ Σαμπάν το έχει διατυπώσει ξεκάθαρα: «Τίποτα δεν είναι πιο απατηλό από την εικόνα που συχνά επικαλούνται σχετικά με τον Τύπο, το βήμα, τον χώρο όπου τα πάντα θα μπορούσαν να συζητηθούν δημόσια. Δεν υφίσταται ένας χώρος ανοιχτός σε όλους όσους το επιθυμούν, αλλά υφίστανται διαμεσολαβητές, που αποφασίζουν σύμφωνα με τους ιδιαίτερους νόμους του δημοσιογραφικού χώρου γι’ αυτό που αξίζει ή όχι να γίνει γνωστό σε ένα λίγο έως πολύ ευρύ και κοινωνικά ετερόκλητο κοινό (1)».

Μήπως πρέπει στο εξής να προσθέσουμε στην εξουσία την οποία σφετερίζονται οι δημοσιογράφοι (που ασκούν εξουσία) για να καθορίζουν προτεραιότητες -οι οποίες δεν είναι απαραίτητα ίδιες με αυτές των προσκεκλημένων- την υποταγή στην ιδέα ότι οι συζητήσεις στα μέσα ενημέρωσης θα είναι για τη δημοκρατία αυτό που είναι για την «κοινή γνώμη» οι δημοσκοπήσεις; Και ότι, όπως ο δημοσιογράφος-πολιτικός συντάκτης επιλέγει τα ερωτήματα που θέτει, και στα οποία πρέπει να απαντήσουν οι ερωτώμενοι, έτσι και ο δημοσιογράφος-παρουσιαστής μεθοδεύει κατά βούληση τον κόσμο των ιδεών, την ταυτότητα και τον αριθμό των συμμετεχόντων, τη δυνατότητα να τους δώσει το λόγο, το χρόνο και τους κανόνες της συνάντησης.

Όποιος αμφιβάλλει για την υπερβολική δύναμη που έχει παραχωρηθεί σε μια χούφτα μελών της νομενκλατούρας των «μεγάλων συνεντεύξεων» θα έπρεπε να παρακολουθήσει την τελευταία μαγνητοσκοπημένη εκπομπή «Η πορεία του αιώνα», που παρουσίασε ο Ζαν-Μαρί Καβαντά στις 27 Ιανουαρίου. Στο μεγάλο αμφιθέατρο της Σορβόνης, το οποίο επιστρατεύτηκε για την περίσταση, παρακολουθήσαμε για περισσότερες από τρεις ώρες την «αποθέωση» ενός ιδιαίτερα αβρού δημοσιογράφου, μια που κατάφερε να γίνει πρόεδρος στο ένα μετά το άλλο σχεδόν σε όλα τα δημόσια οπτικοακουστικά μέσα και επιπλέον πεισμένου ότι είναι ισότιμος με τους μεγαλύτερους διανοούμενους, αφού διέθετε τη δύναμη να υποβάλλει σε ορισμένους απ’ αυτούς τα ακατάληπτα και ατελείωτα ερωτήματά του. Θεωρητικοποιώντας τα δώδεκα χρόνια της τηλεοπτικής παρουσίας του, τις 395 εκπομπές, τους 4.000 συμμετέχοντες και τα επτά χρυσά τηλεοπτικά βραβεία, ο Καβαντά επαίνεσε με σεμνότητα τη δική του «σημαντική συμβολή στη δημιουργία του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου». Στη συνέχεια διευκρίνισε: «Φτάσαμε σ’ ένα σημείο όπου η κοινωνία απαιτούσε εξηγήσεις από ολόκληρο τον κόσμο. Περάσαμε από μια κάθετη μέθοδο σε μια οριζόντια (2)».

Την ώρα της εργοδοτικής αυθαιρεσίας και της γενικευμένης επισφαλούς απασχόλησης -συμπεριλαμβανομένου του τομέα της δημοσιογραφίας (3)- για να πιστέψουμε στην εξάλειψη της κάθετης διάρθρωσης της κοινωνίας απαιτείται αναμφίβολα η ειρήνη που προσφέρει μια συγκεκριμένη υλική κατάσταση. Όμως, οι μεγάλοι παρουσιαστές οργανώνουν τις «συζητήσεις» τους με αφετηρία και αυτό το είδος των «κοινωνιολογίζοντων» αξιωμάτων του συρμού, τα οποία είναι απολύτως σύμφωνα με εκείνα που υπαγορεύει η αμερικανοποίηση της ιδεολογικής αντιπαράθεσης στη Γαλλία. Η εναλλαγή ανεξάντλητων θεμάτων (η παιδεραστία, η ηθική, η βία στις πόλεις, η «έλλειψη νοήματος») τους εξασφαλίζει πνευματική χαλάρωση και δείκτες τηλεθέασης ταυτοχρόνως. Όσον αφορά τους προσκεκλημένους -εδώ ο τίτλος προσδιορίζει επαρκώς την αναμενόμενη από τη μεριά τους ευγένεια-, σε γενικές γραμμές καλούνται να εξηγήσουν «συγκεκριμένα» την αιώνια διάσταση μεταξύ σύγχρονου ατομικισμού και πολιτιστικών ταυτοτήτων.

Κάτω από αυτές τις συνθήκες, πώς να απορρίψουμε την παρωδία; Πώς «να διακρίνουμε τα φανταστικά ερωτήματα που συζητούνται θορυβωδώς από τα πραγματικά ερωτήματα που αγνοούνται ή απωθούνται», πώς να επιλέξουμε τις «εκούσιες σιωπές για θέματα που προσελκύουν ένα μεγάλο τμήμα του κόσμου (4)»; Κατ’ αρχάς να αναλογιστούμε την τάση που συνίσταται στην προνομιακή παρουσίαση αυτών που ξέρουν να μιλούν στα μέσα ενημέρωσης σε βάρος εκείνων που, εκτός οθόνης και μακριά από τις ραδιοφωνικές συχνότητες, έχουν κάτι να πουν – και μερικές φορές να κάνουν. Στην πραγματικότητα, η απολυταρχία της «συζήτησης» στα μέσα ενημέρωσης είναι τέτοια που πιθανώς να κατακριθεί για τη σιωπή του -ή τη φυγή του- όποιος εκφράζεται μέσω ενός βιβλίου, μιας ταινίας, μιας διδασκαλίας, ενός λόγου, μιας συζήτησης, μέσω της οργάνωσης μιας διαμαρτυρίας, της συγκρότησης ενός παραγωγικού τμήματος. Ωστόσο, και εκεί, διεξάγονται συζητήσεις, επιβεβαιώνονται πεποιθήσεις, φτιάχνεται η ιστορία.

Όμως, αποτελεί γνώρισμα της «ιδιαιτερότητας» του δημοσιογραφικού κόσμου ειλικρινά να μην αντιλαμβάνεται, πια, την πραγματικότητα. Να μην αποκαλύπτει πια κανένα οικονομικό, κοινωνικό ή πολιτιστικό πρόβλημα παρά μόνο με όρους που έχουν ήδη κατασκευαστεί αλλού («εθνικο-ρεπουμπλικανισμός», «μπολσεβικο-βοναπαρτισμός»), από κάποιον άλλο, που εξάλλου δεν είναι άλλος: άρθρο ενός συναδέλφου, δημοσκόπηση, γνώμη ενός «ειδικού». Πώς να διανοηθεί κανείς ότι θα μπορούσε να διεξαχθεί στα μέσα ενημέρωσης η αληθινή συζήτηση, η οποία θα έθιγε αυτή την ενδογαμική ιδεολογία, αυτή τη ναρκισιστική κυκλικότητα, με άλλο τρόπο που να μην είναι η εφήμερη ανάδυση μιας νησίδας-άλλοθι στον ωκεανό της ομοιόμορφης σκέψης;

Η τελευταία έκφραση του νεοολοκληρωτισμού που ονομάζεται δημοκρατία της αγοράς δεν απαγορεύει τη συζήτηση, αντίθετα επιβάλλει τη διεξαγωγή της, αλλά για να διαιωνίσει την κεντρική διανοητική θέση ενός χώρου ρευστού, τη ζωτικότητα μιας συζήτησης-παρωδίας γύρω από ζητήματα εξαντλημένα, με παρεμβαίνοντες οι οποίοι τείνουν να αποδεχθούν τα επιχειρήματα των αντιπάλων τους -ή τις διατυπώσεις τους για το «πρόβλημα»-, αφού άλλωστε σε μεγάλο βαθμό τα συμμερίζονται. Γιατί μια «συζήτηση» συχνά γίνεται για να επιτρέψει στους πρωταγωνιστές να δραματοποιήσουν δευτερεύουσες διαφωνίες.

Ο κατάλογος που ακολουθεί δεν είναι παρά αποσπασματικός, αλλά ο Λικ Φερί κι ο Αντρέ Κοντ-Σπονβίλ, ο Κλοντ Ιμπέρ και ο Ζακ Ζιλιάρ, η Φρανσουάζ Ζιρού και ο Μπερνάρ-Ανρί Λεβί, ο Αντονι Γκίντενς και ο Αλέν Τουρέν, ο Λοράν Ζοφρέν και ο Φιλίπ Τεσόν, ο Ολιβιέ Ντιαμέλ και ο Γκι Καρκασόν (5)… πόσες φορές άραγε δεν έχουν ήδη συζητήσει μεταξύ τους, δεν έχουν αποφασίσει να συμφιλιώσουν την Αριστερά με τη Δεξιά, τους άντρες με τις γυναίκες, την υψηλή ηθική με τις μικρές αρετές, τον νεοφιλελευθερισμό με τον τρίτο δρόμο, τη δικαστική ασυλία με την πολιτική ευθύνη, την απόρριψη της νοσταλγίας με την παράλληλη απόρριψη της δημαγωγίας, τις τετριμμένες έννοιες με τις αδιάφορες σκέψεις; Όταν ο Ζορζ-Μαρκ Μπεναμού, διευθυντής σύνταξης του περιοδικού «L’Evénement», συζητεί κάθε εβδομάδα στο κανάλι Europe 1 με τον Αλέν Ζενεστάρ, συνάδελφο-συνεργό του στο «Journal du dimanche», η δημοκρατική πανδαισία συμπληρώνεται από το παράδοξο ότι το «L’Evénement», το «Journal du dimanche» και το Europe 1 ανήκουν και τα τρία στον όμιλο Matra-Hachette, με πρόεδρο το Ζαν-Λικ Λαγκαρντέρ. Ίσως κάποια μέρα οι δύο δημοσιογράφοι διασταυρώσουν τα ξίφη τους για το γεγονός ότι μια χούφτα μεγαλοβιομήχανων αφήνει το καυτό αποτύπωμά της πάνω στην ελευθερία του Τύπου…

Κι έπειτα, σε τι άραγε χρησιμεύει η «συζήτηση» μέσα από το πρίσμα του βήματος των μέσων ενημέρωσης, που πνίγεται στα διαφημιστικά μηνύματα για μια ταινία του πανταχού παρόντος Ντεπαρντιέ, είτε αυτός πουλάει μακαρόνια είτε υποδύεται τον Αλέξανδρο Δουμά είτε παίζει τον Ζακ Αταλί ή με τον Κλοντ Ζιντί. Μήπως πρόκειται για ένα απλό παράδειγμα; Σίγουρα, αλλά θα ήταν χρήσιμο να συγκρίνουμε τη θέση που έχει χαρίσει ο «δημόσιος χώρος» σ’ αυτόν και μόνο τον ηθοποιό με την αντίστοιχη που παραχωρεί στην καθημερινή δικτατορία που υφίστανται εκατομμύρια μισθωτοί στις επιχειρήσεις όπου εργάζονται, οι οποίες αποτελούν μόνιμη απαγορευμένη ζώνη για τις κάμερες και τις «συζητήσεις» (6).

Ας δεχθούμε ωστόσο ότι ο «διαφωνών» παρεμβαίνων συγκατατίθεται στον κίνδυνο των δημοκρατικών εγγυήσεων ενός δημοσιογραφικού συστήματος που ευθυγραμμίζεται με την αυθαιρεσία ορισμένων «θεματοφυλάκων». Πώς θα μπορέσει, άραγε, να συνοψίσει την αντικομφορμιστική σκέψη του, εάν διακόπτεται από αυτούς ακριβώς που επωφελούνται μιας διαρκούς πρόσβασης στο βήμα των μέσων ενημέρωσης; Γιατί, όταν εκφράζεται η «ορθοδοξία», αυτό γίνεται χωρίς αντίλογο. Μήπως θεωρήθηκε ποτέ ότι ο Αλέν Ντιαμέλ ή ο Ζαν-Μαρκ Σιλβέστρ υπερασπίζονται ριζικά αντίθετες απόψεις; Μήπως αντιτάχθηκε σε καθένα από τα καθημερινά άρθρα τους η απάντηση κάποιου αντιπάλου; Γιατί οι απρόβλεπτες αναλύσεις, οι οποίες είναι ήδη πολύ μειοψηφικές στα μεγάλα μέσα ενημέρωσης, υφίστανται επιπλέον έναν δρόμο μετ’ εμποδίων; Η χορήγηση σε κάποιους παρουσιαστές της δυνατότητας να επιτρέπουν τον λόγο είναι ταυτόσημη με την παροχή του δικαιώματος να επιβάλουν τη σιωπή.

Ο γραπτός Τύπος κατασκευάζει και αυτός τις συζητήσεις του και τις πολεμικές του γύρω από σφυγμομετρήσεις δημοτικότητας, εκτιμήσεις από τις πωλήσεις και θέματα του συρμού (7). Έτσι, ο διευθυντής σύνταξης μιας μεγάλης καθημερινής παρισινής εφημερίδας πιστεύει ότι είναι σε θέση, σχεδόν κάθε πρωί, να αρθρογραφεί για ένα διαφορετικό θέμα, σαν να διαθέτει μια θεϊκή ικανότητα που του επιτρέπει να διατυπώνει το ορθό και το αληθινό.

Τα μέσα ενημέρωσης -που φροντίζουν ωστόσο να αντικρούουν τους μη ειδικούς κάθε φορά που αυτοί παρεμβαίνουν για να συζητήσουν για τη δημοσιογραφία- θέλουν, σαν μαγνήτες, να καταβροχθίζουν τα πάντα: το δίκαιο, την ιστορία, την επιστήμη. Όμως, όταν κάποιος παρουσιαστής έχει την αξίωση να προσκαλέσει ένα συγγραφέα, αυτός θα μπορούσε να του αντιτάξει: «Επιτρέψτε μου να σας παραπέμψω σ’ αυτά που έχω γράψει. Δεν το κάνω από έπαρση, αλλά επειδή με ενδιαφέρει η αποτελεσματικότητα. Ο κίνδυνος για κάποιον που δίνει μια συνέντευξη, όταν έχει μόλις δημοσιεύσει κάτι, είναι να τον κάνουμε να επαναλάβει προφορικά -κατά τρόπο ασαφή, συγκεχυμένο και φλύαρο- αυτό που έχει ήδη γράψει, με σαφήνεια και μεστότητα (8)». Άλλωστε, μήπως τέτοιες συνεντεύξεις και παρουσίες στα σκηνικά των συζητήσεων αξίζουν πραγματικά, ώστε ο συγγραφέας να θυσιάζει σε τέτοιο σημείο την αξιοπρέπειά του και να υποτάσσει την αξία της μαρτυρίας του στην ποιότητα της τηλεοπτικής εμφάνισής του (9);

Όταν ο σημερινός τρόπος κυριαρχίας πρέπει να «γίνει αντιληπτός σαν αυτός που επιτρέπει σ’ ένα κοινωνικό σύνολο να αναπαραχθεί αναγνωρίζοντας και παραβλέποντας την αυθαιρεσία στην οποία στηρίζεται (10)», τότε ένας ολόκληρος λόγος (που κι αυτός έχει σε μεγάλο βαθμό εισαχθεί από τις ΗΠΑ) συμβάλλει στην κοινωνική αναπαραγωγή, μεταφέροντας έναν ψυχολογισμό που πρεσβεύει ότι οι «συζητήσεις», που μπορεί να αποσαφηνίζουν την τρέχουσα «μετάλλαξη», λύνουν τις υπολειμματικές αντιθέσεις, οι οποίες υποτίθεται ότι οφείλονται σε μιαν ανεπαρκή ατομική επικοινωνία. Η εμμονή του Ντανιέλ Κον-Μπεντίτ να «συζητήσει» -ή ακόμα και να «δειπνήσει»- με αυτούς που τον έχουν επικρίνει πηγάζει, εν μέρει, από αυτήν ακριβώς την ιδεολογία που είναι σύμφωνη με το ύφος της εποχής. Επομένως, δεν είναι και τόσο περίεργο που αυτός ο υποψήφιος, πρώην στυλοβάτης των συζητήσεων-θεαμάτων της γερμανικής τηλεόρασης, ο οποίος συνδυάζει αρκετά καλά την κοινωνιολογία και τη φιλελεύθερη-ελευθεριακή κουλτούρα των αιθουσών σύνταξης, έχει προκαλέσει τέτοιο ενθουσιασμό στα μέσα ενημέρωσης (11).  Ένας κοσμικός συγγραφέας, μάλιστα, έσπευσε να τον βοηθήσει, καταλαμβάνοντας το πρωτοσέλιδο μιας καθημερινής παρισινής εφημερίδας προκειμένου να παρομοιάσει όλους τους αντιπάλους του Κον-Μπεντίτ με μια «μουχλιασμένη Γαλλία» που νοσταλγεί την περίοδο της συνεργασίας με τους Γερμανούς κατακτητές (12). Φυσικά, δεν παρέλειψε να τους κατακρίνει επειδή αρνήθηκαν να συζητήσουν με τον υποψήφιο των Πρασίνων…

Στις 7 Φεβρουαρίου, η δημοσιογράφος Μισέλ Κοτά ρώτησε το νέο πρόεδρο της Γενικής Συνομοσπονδίας Εργασίας (CGT) εάν είχε «επιλεγεί για τις οπτικοακουστικές αρετές [του]». Το Νοέμβριο και το Δεκέμβριο του 1995, κατά τη διάρκεια πολλών τηλεοπτικών «συζητήσεων», ο κ. Τιμπό είχε πράγματι υπερασπιστεί με αποτελεσματικότητα το ζήτημα του αγώνα των σιδηροδρομικών.  Αλλά, χωρίς το κοινωνικό κίνημα οι «οπτικοακουστικές αρετές» του Τιμπό θα είχαν μείνει στο σκοτάδι. Εξάλλου, εάν οι παρεμβάσεις του, μετρημένες και συγκεκριμένες, έκαναν αίσθηση, είναι επειδή -εκτός των άλλων- διέφεραν από την κυρίαρχη δημοσιογραφική παρουσίαση της στάσης της CGT. Οι «οπτικοακουστικές αρετές» του Τιμπό οφείλονταν εν μέρει στο γεγονός ότι ο λόγος του ξεχώριζε από τον πιο εξεγερτικό, πιο οξύ, πιο «κόκκινο» λόγο των παλαιών ηγετών του εργατικού συνδικάτου. Έτσι, η παρατήρηση της Μισέλ Κοτά επιβεβαίωνε ότι «πλέον, τα πάντα συμβαίνουν σαν να ήταν υποταγμένη η κοινωνία σ’ ένα θεμελιώδη διαχωρισμό ανάμεσα στα “ευφυή”, “ικανά”, “οξυδερκή” άτομα και τα στενόμυαλα, αδαή άτομα που αναζητούν τον διαφωτισμό τους (..). Οι ήπιοι τρόποι άσκησης της εξουσίας, οι οποίοι διακρίνονται από ένα ύφος άνετο, ανοιχτό, αποστασιοποιημένο και απλό, αποτελούν μέρος του τρόπου ζωής της μορφωμένης αστικής τάξης (13)».

Ωστόσο, όταν ορισμένοι διαδηλωτές κατά των πυρηνικών της Γενικής Εταιρείας Αεροδιαστημικού Υλικού (Cogema) -κυνηγοί και αγρότες- οι οποίοι δεν κατείχαν επαρκώς την τέχνη να αποφεύγουν με περιφράσεις τον βίαιο λόγο, εξέφρασαν την άποψή τους με άξεστο τρόπο, απέδειξαν ότι η εποχή της ήπιας αντιπαράθεσης δεν είχε σημάνει για όλους. Τότε οι δημοσιογραφίσκοι εξέφρασαν έναν ομόφωνο αποτροπιασμό, μιαν απέχθεια της οποίας αναζητούσαμε μάταια τα σημάδια όταν ο κοσμικός συγγραφέας που αναφέρθηκε προηγουμένως εξαπέλυσε ύβρεις -με μια δήθεν λογοτεχνική διακριτικότητα- οι οποίες δεν δικαιολογούνταν, στην περίπτωσή του, ούτε από το φόβο ούτε από την οργή. Άραγε ο δημοσιογραφικός στραβισμός που εκκολάπτεται σ’ ένα προνομιούχο κοινωνικό περιβάλλον θα αποτελέσει κάποτε αντικείμενο συζήτησης (14);

Η ιδεολογία του συρμού -ηδονιστική, φιλική στον τεχνικό πολιτισμό, νομαδική- δεν είναι πια ούτε ανοιχτά αντιδραστική ούτε βίαιη. Ξέρει να καλύπτει κάτω από ένα λεπτό επίχρισμα την οικονομική βία, την οποία οφείλουμε όλοι να υποστούμε. Αναμειγνύει χλευαστικό κυνισμό, ανθρωπιστική μεγαλοψυχία και περιφρόνηση του λαού. Έκφρασή της είναι οι γελοίες συγκρούσεις, η μελιστάλαχτη αυθάδεια, οι ακίνδυνες δεσμεύσεις. Οι σημερινές «συζητήσεις» την βοηθούν να ενισχύσει την τάξη των πραγμάτων.

Ακολουθώντας τη σκυθρωπή πορεία του.

Για να διασκεδάσει κάπως την πλήξη του (15).

 

  1. Patrick Champagne, «Faire l’opinion: le nouveau jeu politique», εκδόσεις Minuit, Παρίσι, 1990, σ. 243.
  2. «Le Parisien», 27 Ιανουαρίου 1999 και Le Figaro, 27 Ιανουαρίου 1999 αντίστοιχα.
  3. Βλ το έργο «Journalistes précaires», με υπεύθυνο έκδοσης τον Alain Accardo, Le Mascaret, Μπορντό, 1998, για το οποίο να σημειώσουμε, με την ευκαιρία, ότι δεν έχει αποτελέσει αντικείμενο σχεδόν καμίας κριτικής στον τύπο.
  4. Όπως προτείνει ο Louis Pinto στο «Pierre Bourdieu et la théorie du monde social», Albin Michel, Παρίσι, 1998, σ. 220 και 182.
  5. Οι δύο αυτοί νομικοί, «αντίπαλοι» σε τακτά διαστήματα, έχουν την ιδιαιτερότητα ότι ο πρώτος εξελέγη ευρωβουλευτής με το σοσιαλιστικό ψηφοδέλτιο και επικεφαλής τον Μισέλ Ροκάρ το 1994, ενώ ο δεύτερος υπήρξε, από το 1988 ώς το 1991, σύμβουλος του Μισέλ Ροκάρ στο πρωθυπουργικό γραφείο για τις σχέσεις με το Κοινοβούλιο και τον τύπο!
  6. Διάβασε Gilles Balbastre και Joelle Stechel, «Le monde du travail interdit de télévision», Le Monde diplomatique, Ιούνιος 1996.
  7. Εξάλλου, οι περισσότεροι διευθυντές των καθημερινών παρισινών εφημερίδων διαθέτουν επίσης, για να διαφημίζονται, ένα σταθερό τηλεοπτικό βήμα.
  8. Simon Leys, στο «Le Nouvel Observateur», 23 Απριλίου 1998.
  9. Ο Φρανσουά Μπριν (RAP Echos), Απρίλιος 1996 και ο Ζαν-Φρανσουά Ρεβέλ (“Commentaire”, άρ. 84) έχουν περιγράψει δύο περιστατικά, το πρώτο στο Canal Plus με τον Μισέλ Φιλντ και το δεύτερο στο TF1 με την Αν Σινκλέρ, αποδεικνύοντας την περιφρόνηση αυτών των δύο παρουσιαστών για τους προσκεκλημένους τους. Βλέπε, σχετικά με το θέμα, την ηλεκτρονική μας διεύθυνση, http:www.monde-diplomatique.fr/dossiers/simulacres/
  10. Louis Pinto, οπ. π., σ. 209.
  11. Του οποίου είδαμε ένα δείγμα, από τον Olivier Cyran στο «Lynchage médiatique», «Charlie Hebdo», 27 Ιανουαρίου 1999 και τον Jean-Francois Kahn στο «L’affaire Cohn-Bendit», «Marianne», 1η Φεβρουαρίου 1999.
  12. Philippe Sollers, «La France moisie», «Le Monde», 28 Ιανουαρίου 1999.
  13. Louis Pinto, οπ. π., σ. 211-214.
  14. Ένα καλό παράδειγμα αυτού του είδους στραβισμού δόθηκε πρόσφατα, στο Canal Plus, από ένα επεισόδιο της κωμικής σειράς «Guignols de l’info», όπου μεταδόθηκε το μήνυμα: «Ναι, για να δείξουμε έναν αγρότη ανεκτικό, ανοιχτό στο διάλογο, που να σέβεται τις γυναίκες, αναγκαστήκαμε να ζητήσουμε έναν ηθοποιό μερικής απασχόλησης. (…) Αν έχετε την ικανότητα να παίξετε έναν “προχωρημένο” συνδικαλιστή της CGT στην Cogema ή έναν έξυπνο και όχι αλκοολικό κυνηγό, επικοινωνήστε μαζί μας».
  15. Georges Brassens, Saturne. Η λογική των μέσων ενημέρωσης είναι έτσι φτιαγμένη που ένα άρθρο αυτού του τύπου θα μπορούσε να προκαλέσει μια πρόσκληση για «συζήτηση». Η προκαταβολική αναγγελία της απόρριψης που θα λάμβανε θα επέτρεπε να περιοριστεί η συχνότητα των προσκλήσεων.
Facebooktwittergoogle_pluspinterestlinkedintumblrmail
Authors:

Διευθυντής της "Le Monde diplomatique"