Ποιες λύσεις για τα μιντιακά ολισθήματα;

Από τον επικεφαλής της Ανυπότακτης Γαλλίας Ζαν-Λυκ Μελανσόν ώς το Υπουργείο Πολιτισμού, η ιδέα της δημιουργίας ενός συμβουλίου δεοντολογίας του Τύπου κερδίζει έδαφος μεταξύ του πολιτικού κόσμου της Γαλλίας. Αυτό το όργανο αυτορρύθμισης, που δεν είναι ούτε δικαστήριο ούτε ένωση, και υπάρχει σε ένα μεγάλο μέρος των ευρωπαϊκών χωρών, προωθεί το δικαίωμα των πολιτών στην ποιοτική πληροφόρηση, με επιρροή ανάλογη της σύνθεσής του και των διατιθέμενων σε αυτό μέσων και πόρων.

«Μπάι-μπάι Βέλγιο!» Στις 13 Δεκεμβρίου 2006, στις 8 το βράδυ, το γαλλόφωνο βελγικό κανάλι Une ανακοινώνει τη διάσπαση του Βελγίου. Καθισμένος στην πολυθρόνα του, ο διάσημος παρουσιαστής της Βελγικής Ραδιοτηλεόρασης της Γαλλικής Κοινότητας (RTBF) Φιλίπ Ντυτιγιέλ επιβεβαιώνει, με σοβαρό βλέμμα, ότι η Φλάνδρα κήρυξε μονομερώς την ανεξαρτησία της. Ακολουθούν ζωντανά ρεπορτάζ που περιγράφουν τη διάλυση ενός βασιλείου που ιδρύθηκε το 1830, με σκηνές πανηγυρισμών στην Αμβέρσα και εικόνες μέσων δημόσιας συγκοινωνίας να σταματούν πλέον σε ένα σύνορο φρουρούμενο από τον στρατό. Σε ζωντανή σύνδεση με το βασιλικό ανάκτορο στις Βρυξέλλες, ένας δημοσιογράφος περιγράφει τη διαφυγή του βασιλιά Αλβέρτου Β΄ στην πρώην βελγική αποικία της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό.

Το τηλεφωνικό κέντρο του RTBF είναι στα πρόθυρα της κατάρρευσης και χρειάζεται περισσότερη από μισή ώρα για να εμφανιστεί, στο κάτω μέρος της οθόνης, ένα μήνυμα που λέει «Πρόκειται για μυθοπλασία». Στις μέρες που ακολουθούν, το Βέλγιο είναι χωρισμένο στα δύο – αυτή τη φορά πραγματικά. Από τη μία πλευρά βρίσκονται οι υπέρμαχοι του χιούμορ κι από την άλλη εκείνοι για τους οποίους είναι απαράδεκτο να εξαπατάται το κοινό. Οκτώ μέρες μετά τη φάρσα, η γενική γραμματέας και ο πρόεδρος του Συλλόγου Επαγγελματιών Δημοσιογράφων (AJP) υπενθυμίζουν τη σημασία της δεοντολογίας: «Είναι ενδεχομένως ο μόνος ορατός φάρος μέσα σε αυτή την “ομίχλη” πληροφόρησης, σ’ αυτόν τον πυκνό πολτό που την αναμειγνύει με τη διασκέδαση και τα διαφημιστικά ρεπορτάζ, μέσα στην ψευδαίσθηση της εικονικής πραγματικότητας, μέσα στην απώλεια των σημείων αναφοράς εξαιτίας των γοργών μεταλλαγών στον τομέα των μέσων ενημέρωσης και συγκεκριμένα στη δημοσιογραφία» (1). Εξ ονόματος της αντιπροσωπευτικής οργάνωσης των Βέλγων δημοσιογράφων επισύρουν την προσοχή σε μία λύση: «Αν υπήρχε μια εξωτερική επιτροπή δεοντολογίας, κοινή για το σύνολο του τομέα, θα είχε συγκληθεί εκατοντάδες φορές. Και όντως υπάρχει στη Γαλλική Κοινότητα αυτή η επιτροπή… αλλά στα χαρτιά!».

 

Προβληματισμοί για τις επιθέσεις του 2015

Αν και οι επαγγελματίες του χώρου το σκέφτονταν από καιρό, χρειάστηκε να περιμένουν τρία ακόμη χρόνια προκειμένου να δουν να γεννιέται στη χώρα ένα Συμβούλιο Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας (CDJ), ανεξάρτητο από τις επιχειρήσεις των μέσων ενημέρωσης. Συστήνεται επίσημα στις 7 Δεκεμβρίου 2009, για τα γαλλόφωνα και τα γερμανόφωνα μέσα, από την Ένωση για την Αυτορρύθμιση της Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας και χρηματοδοτείται ισομερώς από τους εκδότες του Τύπου και από τους δημοσιογράφους. «Ο κίνδυνος τότε ήταν οι ρυθμίσεις να αφορούν συγκεκριμένα το RTBF ή ακόμη και να συμπεριληφθεί, στη δημόσια σύμβαση διαχείρισής του, η δυνατότητα παρέμβασης ενός διοικητικού οργάνου σε θέματα πληροφόρησης», θυμάται η Μυριέλ Ανό, γενική γραμματέας του CDJ. «Αφιερώσαμε επίσης χρόνο ώστε να σκεφτούμε καλά και να αφομοιώσουμε τις ορθές πρακτικές των ξένων συναδέλφων μας».

Το βελγικό συμβούλιο απαρτίζεται από είκοσι μέλη και τους αναπληρωτές τους: έξι μέλη που ορίζονται από δημοσιογραφικές ενώσεις, έξι μέλη που ορίζονται από τους ιδιοκτήτες Τύπου ή από την ένωσή τους, δύο αρχισυντάκτες και έξι αντιπροσώπους της κοινωνίας των πολιτών, που είναι σε θέση να τεκμηριώσουν ότι διαθέτουν την κατάλληλη εμπειρογνωμοσύνη επί του θέματος. Το συμβούλιο είναι σε θέση να γνωμοδοτεί είτε αυτοβούλως είτε κατόπιν αίτησης του Ανώτατου Ραδιοτηλεοπτικού Συμβουλίου (CSA) ή κάποιας άλλης διοικητικής ή δικαστικής αρχής. Διερευνά κυρίως τις καταγγελίες από φυσικά ή νομικά πρόσωπα –με δυνατότητα να απορρίψει οτιδήποτε δεν εμπίπτει στο πεδίο αρμοδιοτήτων του, να προτείνει κάποια συναινετική λύση ή να γνωμοδοτήσει. Η γνωμοδότηση οφείλει να δημοσιευθεί στο σχετικό μέσο ενημέρωσης, στην ιστοσελίδα του CDJ και στην ετήσια έκθεσή του. Το 2017 το συμβούλιο δέχθηκε εκατόν δεκαέξι καταγγελίες –το 70% των οποίων προερχόταν από ιδιώτες– πρότεινε τέσσερις διαμεσολαβήσεις και παρείχε σαράντα οκτώ γνωμοδοτήσεις. «Το CDJ είναι αρμόδιο για όλα τα μέσα, είτε είναι είτε δεν είναι μέλη», εξηγεί η Μυριέλ Ανό. «Όσα δεν είναι ακόμη μέλη καλούνται να γίνουν και να ακολουθήσουν τις συστάσεις του συμβουλίου. Εντούτοις, το CDJ δεν είναι διοικητικό όργανο και δεν είναι σε θέση να επιβάλει τίποτα. Η προσχώρηση είναι εθελοντική. Αν ένα μέσο δεν είναι μέλος, δεν έχει καμία υποχρέωση να δημοσιεύσει την απόφαση του συμβουλίου. Μολαταύτα, τα υπόλοιπα μέλη αναλαμβάνουν να το κάνουν αντ’ αυτού…», προσθέτει χαμογελώντας.

Μετά την κάλυψη –η οποία, μάλιστα, από κάποια ειδησεογραφικά κανάλια ήταν συνεχής– των επιθέσεων του Ιανουαρίου του 2015, το CDJ μελέτησε τους προβληματισμούς της Γαλλίας. Στις 10 Ιουνίου του ίδιου έτους, εξέδωσε μια σύσταση με αποδέκτες όλα τα γραφεία σύνταξης και όλους τους επαγγελματίες δημοσιογράφους (2). «Πώς να μιλήσουμε για τα γεγονότα στη Γαλλία; Έπρεπε άραγε να ανακοινώσουμε στην τηλεόραση ότι ένα άτομο ήταν κρυμμένο στο τυπογραφείο που είχαν καταλάβει οι δολοφόνοι των δημοσιογράφων του “Charlie Hebdo” ή ότι ένα ακόμη κρυβόταν στον ψυκτικό θάλαμο του παντοπωλείου Hyper Cacher, ενόσω ο Αμεντί Κουλιμπαλί κρατούσε ομήρους πελάτες στον υπερκείμενο όροφο;», αναρωτιέται η Μυριέλ Ανό. «Όλες αυτές οι ερωτήσεις αποτέλεσαν θέμα έντονων συζητήσεων και στο Βέλγιο. Είμαστε πεπεισμένοι ότι η προπαρασκευαστική δουλειά που έγινε επέτρεψε να αποφύγουμε κάποιους σκοπέλους. Και έτσι, μετά τις επιθέσεις στις Βρυξέλλες, στις 22 Μαρτίου 2016, είχαμε πολύ λίγες καταγγελίες. Οι προβληματισμοί που εκφράστηκαν στους κόλπους του CDJ επέτρεψαν να δημοσιευθούν αυτές οι συστάσεις εκτός περιόδου έκτακτης ανάγκης και να ευαισθητοποιηθούν οι λειτουργοί του επαγγέλματος αναφορικά με ερωτήματα που όφειλαν να θέσουν εκ των προτέρων».

«Βλέποντας τα πράγματα από απόσταση, είμαστε σε θέση να πούμε ότι το βελγικό CDJ λειτουργεί καλά», εκτιμά η Αντελίν Υλέν, συγγραφέας μιας σχετικής με το θέμα διατριβής στις πολιτικές επιστήμες (3), την οποία συνεχίζει πλέον για λογαριασμό της UNESCO, αφού προηγουμένως εργάστηκε για τον Οργανισμό για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη (ΟΑΣΕ). Προκειμένου να εμποδίσει τον πολλαπλασιασμό των νόμων εναντίον της ελευθερίας του Τύπου στην Ευρώπη, και ιδίως στις χώρες του πρώην κομμουνιστικού συνασπισμού, ο ΟΑΣΕ προωθεί τέτοιου τύπου μηχανισμούς (4). «Το συμβούλιο Τύπου αποτελεί την πιο συνηθισμένη μορφή οργάνου αυτορρύθμισης», εξηγεί η ερευνήτρια. «Αυτά τα συμβούλια, αποτελούμενα από επαγγελματίες των μέσων ενημέρωσης, οφείλουν να είναι ανεξάρτητα από την πολιτική εξουσία. Ωστόσο, είναι πολύ δύσκολο να καταρτιστεί κάποια τυπολογία: κάθε τέτοια αρχή αποκτά μοναδικό χαρακτήρα, ανάλογα με το πολιτικό, το οικονομικό και το μιντιακό πλαίσιο της κάθε χώρας. Εξάλλου, η αυτορρύθμιση είναι εφικτή όταν ήδη υπάρχει μια δημοκρατική κανονιστική ρύθμιση, ιδίως εκείνη που εγγυάται την ελευθερία της έκφρασης και δίνει τη δυνατότητα προσφυγής στη δικαιοσύνη σε περίπτωση παράβασης του νόμου (δυσφήμιση, εξύβριση κ.λπ.)».

[κλικ για μεγέθυνση] Η σύνθεση των συμβουλίων Τύπου δεν αρκεί προκειμένου να εκτιμηθούν τα μέσα που διαθέτουν ώστε να εγγυηθούν μεγαλύτερη κοινωνική ευθύνη των μέσων ενημέρωσης. Μετρούν επίσης ο τρόπος διορισμού των μελών και ιδίως των εκπροσώπων του κοινού –κάτι διαφορετικό από την «κοινωνία των πολιτών»– καθώς και η ανεξαρτησία των συμβουλίων από την κυβέρνηση ή από την ισχύ του χρήματος. Πολλά συμβούλια λειτουργούν εκτός Ευρώπης: στην Αυστραλία, στη Νέα Ζηλανδία, στην Ταϊβάν, στο Χονγκ Κονγκ, στη Νότια Κορέα, στην Αργεντινή και, από τον Οκτώβριο του 2018, στο Μαρόκο. Άλλες χώρες της Αφρικής και η Ονδούρα διαθέτουν αρχές ελεγχόμενες από την κυβέρνηση.

 

Καμία επιρροή σε θέματα οικονομικής σημασίας

Ποιες είναι οι αποτελεσματικότερες δομές για τον καθορισμό των ευθυνών των δημοσιογράφων και, κατ’ επέκταση, των ορίων της ελευθερίας τους; Eπί του ερωτήματος αυτού βρίσκονται αντιμέτωπες δύο σχολές, αλλά και δύο νομικές παραδόσεις. Ορισμένοι πιστεύουν ότι το κράτος και τα δικαστήρια είναι τα μόνα που έχουν τη δικαιοδοσία αυτή, στη ιδανική περίπτωση προς όφελος του δημόσιου συμφέροντος. Άλλοι θεωρούν ότι είναι καταλληλότερο ένα νομιμοποιημένο όργανο στους κόλπους του επαγγέλματος, προκειμένου να οριστούν με σαφήνεια οι ευθύνες των δημοσιογράφων απέναντι στο κοινό. Με αυτόν τον τρόπο θα προστατεύονται ταυτόχρονα και οι ίδιοι από προσπάθειες να τεθούν υπό έλεγχο, είτε του κράτους είτε της δικαστικής εξουσίας, η οποία δεν παρέχει πάντα όλα τα εχέγγυα ανεξαρτησίας. Στις χώρες που ανήκουν στη δεύτερη σχολή –κυρίως στις σκανδιναβικές και στις αγγλοσαξονικές– το σύστημα, βασισμένο στην κατάρτιση κωδίκων δεοντολογίας και στη δημιουργία μηχανισμών ελέγχου της συμμόρφωσης προς αυτούς, γνώρισε μεγάλη επιτυχία το δεύτερο μισό του εικοστού αιώνα. Εξάγεται συνεχώς σε όλον τον κόσμο και πλέον το συναντάμε στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες (βλ. χάρτη).

Τέσσερα χαρακτηριστικά ορίζουν τα συμβούλια Τύπου: η ανεξαρτησία από το κράτος, η κατάρτιση και η αποδοχή των κανόνων του συστήματος από τα μέλη του επαγγέλματος, η εθελοντική συμμετοχή και η επιβολή ηθικών κυρώσεων σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με τους κανόνες, συνήθως μέσω της δημοσίευσης μιας απόφασης. Δεν λειτουργούν όλα τα συμβούλια με τον ίδιο τρόπο. Η πλειονότητά τους εστιάζει στους τρεις παράγοντες της πληροφόρησης: τους δημοσιογράφους, τους εκδότες (ιδιοκτήτες ΜΜΕ) και το κοινό. Όμως, η εκπροσώπηση του κάθε μέρους ποικίλλει ανάλογα με τη χώρα: στο Ηνωμένο Βασίλειο δεν υπήρξε εκπροσώπηση των δημοσιογράφων πριν από το 2014, το Αζερμπαϊτζάν, η Βοσνία-Ερζεγοβίνη και η Ουκρανία έχουν κλείσει την πόρτα στους εκπροσώπους των εκδοτών, και η Γερμανία και το Λουξεμβούργο δεν δέχθηκαν εκπροσώπους του κοινού. Ο τρόπος ορισμού των εκπροσώπων των αναγνωστών/ακροατών/θεατών, που συχνά εξομοιώνονται βιαστικά με ολόκληρη την κοινωνία των πολιτών, όπως επίσης και η αντιπροσωπευτικότητα και η επιρροή τους στη λήψη αποφάσεων, παραμένουν ακανθώδη θέματα.

Ορισμένα από τα παλιότερα συμβούλια ασχολούνται μόνο με τον γραπτό Τύπο, όπως στη Σουηδία (όπου το συμβούλιο δημιουργήθηκε το 1916) και στη Γερμανία (το 1956). «Το συμβούλιό μας γεννήθηκε πριν από εκατόν δύο χρόνια. Εκείνη την εποχή μόνο ο γραπτός Τύπος μετέδιδε πληροφορίες», εξηγεί ο Σουηδός Ούλα Σίγκβαρντσον, επικεφαλής της παλαιότερης ρυθμιστικής αρχής στον κόσμο. «Ωστόσο, συνεργαζόμαστε με το σύνολο του επαγγελματικού κλάδου, προκειμένου να αγκαλιάσουμε όλα τα Μέσα, συμπεριλαμβανομένων των δημόσιων ραδιοτηλεοπτικών σταθμών, έως το 2020 ή το 2021». Κατά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, κάποιες εφημερίδες χρησιμοποιήθηκαν σαν όργανα προπαγάνδας των εμπόλεμων δυνάμεων, βλάπτοντας σοβαρά το κύρος των Σουηδών δημοσιογράφων. Οι πρακτικές αυτές κατέδειξαν την ανάγκη της απόδοσης επαγγελματικού χαρακτήρα στον Τύπο, προκειμένου να διατηρηθεί η ανεξαρτησία του απέναντι στην πολιτική εξουσία και στην αγορά. Αρχικά, το συμβούλιο ήταν ένα φόρουμ διαμεσολάβησης μεταξύ δημοσιογράφων και εκδοτών, προοριζόμενο να προστατέψει τον ρόλο και την υπόληψη του Τύπου. Σταδιακά, το σύστημα αναπτύχθηκε ώστε να επιτρέψει στο κοινό να υποβάλλει καταγγελίες.

Ο αριθμός τέτοιων καταγγελιών ποικίλλει κατά πολύ μεταξύ χωρών, χωρίς αυτό να αποτελεί απαραίτητα ένδειξη της ποιότητας του Τύπου. Το Ηνωμένο Βασίλειο δέχεται κατά μέσο όρο 3.500 καταγγελίες ετησίως, ενώ στη Σουηδία καταγράφονται 500, στη Γερμανία 400 και στην Ολλανδία 80. Τέτοιες διαφορές εξηγούνται όχι μόνο από τον αριθμό των κατοίκων, αλλά και από τους κανόνες που ρυθμίζουν τις συνθήκες κατάθεσης των καταγγελιών. Ένας αριθμός φορέων στην Ευρώπη δύναται να τις εξετάσει μόνο σε περίπτωση άμεσης εμπλοκής του ενάγοντα. Άλλα συμβούλια –στη Γερμανία, στο γαλλόφωνο Βέλγιο ή στην Ελβετία– δέχονται τις υποθέσεις όλων των πολιτών.

Στο Κεμπέκ, η Καρολίν Λοσέ, γενική γραμματέας του συμβουλίου, που δημιουργήθηκε τη δεκαετία του 1970, κατέγραψε 735 καταγγελίες για το 2017. «Ο οδηγός αυτορρύθμισης του ΟΑΣΕ εξακολουθεί να αποτελεί σημείο αναφοράς για τον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζουμε τον κοινωνικό ρόλο μας. Η παρουσία όλων των ενδιαφερόμενων μερών του επαγγέλματος είναι σημαντική. Ακόμη κι αν μερικές φορές η ισορροπία είναι περίπλοκη, ακόμη κι αν η σχέση μας με τους εκδότες έχει σκαμπανεβάσματα, καταφέρνουμε να συνεχίζουμε τον αγώνα για την ποιότητα στην πληροφόρηση».

«Οπουδήποτε υπάρχει κάποιο σύστημα αυτορρύθμισης, υπάρχει όφελος για τους δημοσιογράφους και τους πολίτες», διαβεβαιώνει η Αντελίν Υλέν. Μολαταύτα, οι επικρίσεις έχουν να κάνουν με το μοντέλο της αυτορρύθμισης. Κάποιοι αποδοκιμάζουν τη συντεχνιακή νοοτροπία των λειτουργών του επαγγέλματος, οι οποίοι μάλλον επιδιώκουν να υπερασπιστούν πρωτίστως τα δικά τους συμφέροντα και όχι εκείνα της κοινωνίας. Επιπλέον, ο σεβασμός στη δεοντολογία εξαρτάται εν μέρει από τις πραγματικές συνθήκες της άσκησης του επαγγέλματος, αρχής γενομένης από τις οικονομικές και πολιτικές συνθήκες κάθε χώρας. Τα συμβούλια Τύπου, για παράδειγμα, δεν ασκούν καμία επιρροή στη συγκέντρωση των μέσων ενημέρωσης, την εξαγορά εφημερίδων ποιότητας από δισεκατομμυριούχους για λόγους επιρροής, την πίεση των εταιρικών προϋπολογισμών που μπορεί να μειώσει τη χρηματοδότηση των δημοσιογραφικών ερευνών, την εργασιακή επισφάλεια ή την επιρροή της διαφήμισης στα έσοδα. Το συμβούλιο της Βρετανίας, ένας παλαιός θεσμός, φάνηκε ανίκανο να εμποδίσει τις παρεκκλίσεις του κίτρινου Τύπου, τις οποίες κατέδειξε το 2011 το σκάνδαλο του «News of the World» –μιας εφημερίδας ιδιοκτησίας του Ρούπερτ Μέρντοχ, η οποία είχε χρηματοδοτήσει την παραβίαση αυτόματων τηλεφωνητών και την υποκλοπή των συνομιλιών διασήμων ή προσώπων που εμπλέκονταν σε διάφορες υποθέσεις (5).

Το 2010, η Ντούνια Μιγιάτοβιτς, εκπρόσωπος του ΟΑΣΕ για την ελευθερία των μέσων ενημέρωσης, υπενθύμιζε επίσης ότι η υπευθυνότητα των μέσων ενημέρωσης δεν μπορεί να προωθηθεί πλήρως παρά μόνο σε περιβάλλον ελευθερίας. Εφιστούσε την προσοχή σε αυταρχικές παρεκκλίσεις που παρατηρήθηκαν σε πολλές χώρες της Κεντρικής και της Ανατολικής Ευρώπης. «Υπάρχει μια αυξανόμενη τάση ορισμένων κυβερνήσεων να προωθούν την ιδέα της αυτορρύθμισης προκειμένου να περιορίσουν εκ των έσω την ελευθερία των μέσων ενημέρωσης και, με έναν πιο αριστοτεχνικό τρόπο, μέσω τεχνασμάτων στους νόμους για τα ΜΜΕ. Ορισμένες κυβερνήσεις, κάνοντας κατάχρηση της έννοιας της αυτορρύθμισης των μέσων ενημέρωσης, επιχειρούν να την μετατρέψουν σε μια μορφή αυτολογοκρισίας. Γι’ αυτόν τον λόγο επιμένω να διευκρινίζω πως οι κανόνες δεοντολογίας πρέπει να θεσπίζονται αποκλειστικά από τους επαγγελματίες και πως τα όργανα αυτορρύθμισης δεν πρέπει να περιλαμβάνουν εκπροσώπους της κυβέρνησης. Η εκούσια συμμετοχή στο σύστημα είναι ακόμη μία ουσιώδης αρχή της αυτορρύθμισης των μέσων ενημέρωσης. (…) Ο ρόλος των διεθνών οργανισμών είναι να παρέχουν βοήθεια και εμπειρογνωμοσύνη και τίποτα περισσότερο. Ο ρόλος της κυβέρνησης είναι να στηρίζει αυτή την προσπάθεια» (6).

 

Το δικαίωμα στην ποιοτική πληροφόρηση

Στην πλειοψηφία τους, τα συμβούλια Τύπου περιορίζονται στην υπεράσπιση του κοινού, επιχειρώντας να δρομολογήσουν διαπραγματεύσεις μεταξύ των καταγγελλόντων και των Μέσων που μετάδωσαν εσφαλμένες πληροφορίες και, εάν είναι απαραίτητο, να συσκέπτονται, να δέχονται ή να απορρίπτουν την καταγγελία και κατόπιν να δημοσιεύουν κάποια γνωμοδότηση. Καθώς εκδίδονται εκ των υστέρων, οι γνωμοδοτήσεις αυτές μοιάζουν μάλλον με υπενθυμίσεις παρά με κυρώσεις, και δεν συνοδεύονται από χρηματικές αποζημιώσεις. Πολλά συμβούλια Τύπου θεωρούν ότι η κύρια αποστολή τους είναι να υπερασπίζονται το δικαίωμα του κοινού σε ποιοτική πληροφόρηση, αλλά και το δικαίωμα προστασίας της ιδιωτικής ζωής και της υπόληψης, δύο δύσκολα συγκεράσιμους στόχους. «Αρκεί να αναλύσουμε τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων [ΕΔΑΔ] για να δούμε ότι η ελευθερία των ατόμων συχνά αντιτίθεται στην ελευθερία ενημέρωσης των δημοσιογράφων, και πως εναπόκειται στους δικαστές να βρεθεί η σωστή ισορροπία μεταξύ τους», εξηγεί η Αντελίν Υλέν. «Η εξασφάλιση αυτής της ισορροπίας είναι ενδεχομένως πιο εύκολη υπόθεση για ένα ανεξάρτητο δικαστήριο, παρά για τους επαγγελματίες του χώρου, οι οποίοι ενδεχομένως να τηρούν μια εκ των προτέρων πιο ευνοϊκή στάση απέναντι στους δημοσιογράφους». Επιπλέον, το συμβούλιο δεν είναι βέβαιο ότι θα συγκληθεί για ζητήματα που δεν είναι αντιληπτά από το ευρύτερο κοινό, όπως η έμμεση επιρροή των διαφημιστών ή οι πιέσεις των ενδιαφερομένων για προβολή, πάντα πρόθυμων να διοργανώσουν δημοσιογραφικά ταξίδια ή να προσφέρουν δώρα.

Στην Ολλανδία, κάποια μέλη απείλησαν να εγκαταλείψουν το συμβούλιο Τύπου, φοβούμενα ότι οι αποφάσεις του θα μπορούσαν εύκολα να στραφούν εναντίον τους στο νομικό σύστημα της χώρας. Αυτή η τάση συναντάται και σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Σε έναν αυξανόμενο αριθμό βουλευμάτων, το ΕΔΑΔ αξιολόγησε τη συμμόρφωση του προσφεύγοντος δημοσιογράφου προς τη δεοντολογία, κυρίως ως προς τη Διακήρυξη του Μονάχου (7), σημείο αναφοράς για όλα τα ευρωπαϊκά δημοσιογραφικά συνδικάτα. Στα βουλεύματά του, ορισμένες φορές στηρίζεται και στις αποφάσεις των συμβουλίων Τύπου. Είναι ένα είδος φόρου τιμής, που τους αποδίδει μεγαλύτερη ευθύνη, αφήνοντας παράλληλα την τελευταία λέξη στον δικαστή.

«Για ακόμη μία φορά, η ρυθμιστική αρχή των μέσων ενημέρωσης συνδέεται στενά με τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές, οι οποίες είναι νομικές. Το συμβούλιο Τύπου επιτρέπει να αποφευχθούν τα δικαστήρια», καταλήγει η Αντελίν Υλέν. «Εάν ο δικαστής επιληφθεί εν τέλει, αυτό σημαίνει ότι υπάρχει λόγος. Και αν λάβει κάποια απόφαση, σε μια δημοκρατία το δίκαιο είναι το ίδιο για όλους, είτε πρόκειται για δημοσιογράφους είτε όχι». Ο ρόλος του συμβουλίου δεοντολογίας –απλή δικλείδα ασφαλείας που περιορίζει τις παρεκκλίσεις και ευήκοο αυτί στα παράπονα του κοινού– δεν είναι να ασχολείται με όλα τα κακώς κείμενα του Τύπου.

 

(1) Martine Simonis και Marc Chamut, «La déontologie, c’est tout sauf ringard», «La Libre Belgique», Βρυξέλλες, 21 Δεκεμβρίου 2006.

(2) «Informer en situation d’urgence», «Les Carnets de la déontologie», αρ. 7, Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας, Βρυξέλλες, Σεπτέμβριος 2015, https://lecdj.be

(3) Adeline Hulin, «Autorégulation et liberté des médias en Europe. Impact, perspectives et limites», εκδόσεις Panthéon-Assas, συλλ. «Thèses», Παρίσι, 2015.

(4) «Le guide pratique de l’autorégulation des médias», Οργανισμός για την Ασφάλεια και Συνεργασία στην Ευρώπη, γραφείο του εκπροσώπου για την ελευθερία των μέσων ενημέρωσης, Βιέννη, 2008.

(5) Βλ. «Ce rapport qui accable les médias britanniques», «Le Monde diplomatique», Ιανουάριος 2013.

(6) Dunja Mijatović, «Address in absentia to the conference on safeguarding freedom of expression
through media self-regulation», Μπακού, 6 Σεπτεμβρίου 2010.

(7) Διακήρυξη των υποχρεώσεων και των δικαιωμάτων των δημοσιογράφων, που υπογράφηκε στο Μόναχο στις 24 Νοεμβρίου 1971 από πολλά ευρωπαϊκά συνδικάτα και υιοθετήθηκε από την Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία Δημοσιογράφων στις αρχές της δεκαετίας του 1990.

Facebooktwittergoogle_pluspinterestlinkedintumblrmail
Authors:

Γενικός γραμματέας της Διεθνούς Ομοσπονδίας Δημοσιογράφων (IFJ). Η IFJ ιδρύθηκε το 1926 στο Παρίσι και από το 1952 η έδρα της βρίσκεται στις Βρυξέλλες. Εκπροσωπεί 600.000 δημοσιογράφους σε 146 χώρες.