Συμβούλιο Τύπου στη Γαλλία: Ένα αμφιλεγόμενο σχέδιο

Με την εγκυρότητα των ΜΜΕ να αμφισβητείται ολοένα και περισσότερο, στη Γαλλία έχει ανοίξει ένας διάλογος για τη δημιουργία Συμβουλίου Τύπου. Όμως, οι προτάσεις που συζητούνται έχουν πολλά σκοτεινά σημεία.

Το σχέδιο δημιουργίας Συμβουλίου Τύπου στη Γαλλία ήρθε στην επικαιρότητα με αφορμή τη συμμετοχή του Ζαν Λικ Μελανσόν στo τηλεοπτικό πρόγραμμα «Πολιτική εκπομπή» στις 30 Νοεμβρίου 2017. Ο ηγέτης της «Ανυπότακτης Γαλλίας» κατηγόρησε τους δημοσιογράφους του καναλιού France 2 ότι έστησαν μια «επικοινωνιακή απάτη»: «Καταχράστηκαν την εξουσία τους για να μαγειρέψουν αριθμούς και να ξεστομίσουν εσκεμμένα ψεύδη. (…) Ενώπιον ποιου να διαμαρτυρηθεί κάποιος; Πού να απευθυνθεί; Ποια ποινή πρέπει να επιβληθεί ώστε να μην ξαναγίνει κάτι τέτοιο;», αναρωτιόταν ο Μελανσόν στο ιστολόγιό του στις 4 Δεκεμβρίου, πριν προχωρήσει στην πρωτοβουλία συλλογής υπογραφών «για τη δημιουργία συμβουλίου δημοσιογραφικής δεοντολογίας». Το κείμενο αυτό συνέλεξε συνολικά 193.471 υπογραφές (1).

 

«Καλή ιδέα, αλλά παραπλανητική»

Ενώ βρισκόταν σε πλήρη εξέλιξη η υπόθεση Μπεναλά (2), στις 25 του περασμένου Ιουλίου, ο πρόεδρος της Δημοκρατίας Εμμανουέλ Μακρόν εξαπέλυσε επίθεση στους δημοσιογράφους του BFM TV και του CNews: «Τις τελευταίες μέρες έχετε πει ένα σωρό ανοησίες περί υποτιθέμενων μισθών και προνομίων. Ήταν όλες ψευδείς». Λίγες ημέρες πριν παραιτηθεί από τη θέση της ως υπουργός Πολιτισμού, η Φρανσουάζ Νισέν ανακοίνωνε από το βήμα της Εθνοσυνέλευσης ότι είχε αναθέσει στον πρώην Πρόεδρο-Διευθύνοντα Σύμβουλο του Γαλλικού Πρακτορείου Ειδήσεων (AFP) Εμμανουέλ Ογκ μια αποστολή σχετικά με τη δημιουργία «συμβουλίου δεοντολογίας του Τύπου». Με την ευκαιρία της επανεξέτασης της πρότασης νόμου για την καταπολέμηση της χειραγώγησης της πληροφορίας, η Φρανσουάζ Νισέν διαβεβαίωνε ότι οι συνομιλίες «ανέδειξαν μια ευρεία πολιτική συναίνεση (…) όσον αφορά τη σκοπιμότητα της δημιουργίας» ενός τέτοιου συμβουλίου. Εντούτοις διευκρίνισε ότι το συμβούλιο δεν θα μπορούσε να δει το φως της μέρας «αν οι επαγγελματίες του κλάδου δεν συναινούσαν και δεν υποστήριζαν αυτή την πρωτοβουλία» (3). Στο συνέδριο της επετείου των 100 χρόνων του Εθνικού Συνδικάτου Δημοσιογράφων (SNJ) στις 18 Οκτωβρίου 2018, ο διάδοχός της Φρανκ Ριστέρ επιβεβαίωσε την προσπάθεια: «Πιστεύω ειλικρινά ότι ένα τέτοιο συμβούλιο μπορεί να φανεί χρήσιμο για τη δημοκρατία μας».

Τον Φεβρουάριο του 2014, μια παρόμοια πρωτοβουλία, που είχε ξεκινήσει από την τότε υπουργό Πολιτισμού Ορελί Φιλιπέτι, είχε συμπεράνει ότι υπήρχε έλλειψη συναίνεσης τόσο σχετικά με τη σκοπιμότητα όσο και σχετικά με τους τρόπους «ενσάρκωσης» της προσέγγισης για τη δεοντολογία, καθώς «κάθε μορφή επιπρόσθετης δημόσιας ρύθμισης σε αυτόν τον τομέα μοιάζει δύσκολα επιτεύξιμη» (4). Στην έκθεση πεπραγμένων υπογραμμίζονταν κυρίως οι ενστάσεις των εκπροσώπων των εκδοτών, οι οποίοι θεωρούσαν ότι υπήρχε ήδη ένα «αποτελεσματικό και επαρκές» πλαίσιο.

Το SNJ, πλειοψηφικό στις εκλογές του κλάδου, το 2012 τάχθηκε υπέρ της δημιουργίας ενός Συμβουλίου Τύπου, συμπλέοντας με τη Γαλλική Δημοκρατική Συνομοσπονδία Εργασίας (CFDT), τη Γαλλική Συνομοσπονδία Χριστιανών Εργατών (CFTC) και τις ομοσπονδίες των πρακτορείων Τύπου. Ωστόσο, το SNJ συνδέει την ιδέα ενός Συμβουλίου Τύπου με τον παλαιότερο αγώνα του για την προσάρτηση κώδικα δεοντολογίας στη συλλογική σύμβαση των επαγγελματιών δημοσιογράφων (γεγονός που θα προσέδιδε στο κείμενο νομικό βάρος ενώπιον των Εργατοδικείων) καθώς και για τη νομική αναγνώριση των συντακτικών ομάδων (γεγονός που θα τους επέτρεπε να ασκούν αποτελεσματική επιρροή στη διαμόρφωση της εκδοτικής γραμμής και των δημοσιογραφικών πρακτικών). Η CGT Δημοσιογράφων (προσκείμενη στο Κομμουνιστικό Κόμμα Γαλλίας) θεωρεί τα δύο αυτά σημεία ως προαπαιτούμενα στον διάλογο που γίνεται για τη δημιουργία Συμβουλίου Τύπου, υπογραμμίζοντας ταυτόχρονα τους περιορισμούς που διέπουν αυτή την πρωτοβουλία, όπως εξάλλου και η Force Ouvrière Δημοσιογράφων (Εργατική Δύναμη, αριστερή συνδικαλιστική οργάνωση, τρίτη σε δύναμη συνολικά στην Γαλλία). Ιδίως θεωρεί ότι μια τέτοια αρχή δεν θα μπορούσε να αναλάβει δράση σε ουσιώδη θέματα, όπως η συγκέντρωση των Μέσων στα χέρια ελάχιστων ισχυρών και η αποδυνάμωση της κοινωνικής και επαγγελματικής κατάστασης των δημοσιογράφων. «Μόνο εκκινώντας από μια τέτοια βάση θα ήμασταν σε θέση να προλάβουμε εγκαίρως τη μετατροπή της αρχής αυτής σε μια επιτροπή δίχως καμία χρησιμότητα ή, από την άλλη, σε έναν οργανισμό που θα επιβάλλει αυθαίρετα ποινές στους δημοσιογράφους», επεξηγεί το έντυπο της CGT Δημοσιογράφων σε ένα άρθρο αφιερωμένο στο θέμα, όπου το παρουσιάζει ως «καλή ιδέα, αλλά παραπλανητική» (5). Η οργάνωση Ένωση Κριτικής στα ΜΜΕ (ACRIMED) υποστηρίζει τις θέσεις των συνδικάτων των μισθωτών, εφιστώντας την προσοχή στον κίνδυνο ενός «αντιπερισπασμού» εις βάρος άλλων θεμάτων, όπως οι προϋποθέσεις άσκησης του πλουραλισμού. Επίσης, υποστηρίζει ότι στο Συμβούλιο Τύπου δεν θα πρέπει να συμμετέχουν οι εργοδότες (6).

Η Ένωση για τη Δημιουργία ενός Συμβουλίου Τύπου (APCP), η οποία ιδρύθηκε το 2006 με πρωτοβουλία δημοσιογράφων και μη, μάχεται για περισσότερα από δέκα χρόνια υπέρ μιας «αρχής διαμεσολάβησης για πιο ποιοτική ενημέρωση». Μια πρώτη της νίκη αντιπροσωπεύει η δημιουργία τον Σεπτέμβριο του 2012 του Παρατηρητηρίου Δεοντολογίας της Πληροφόρησης (ODI) από διαφορετικά Μέσα, ενώσεις και συνδικάτα επαγγελματιών δημοσιογράφων. Εντούτοις, η οργάνωση, με την ετήσια έκθεσή της για τις «παρεκτροπές» και τις «καλές πρακτικές» των ΜΜΕ, δεν διαθέτει τα νομικά μέσα ενός Συμβουλίου Τύπου ούτε και μπορεί να αναλάβει τέτοιες αρμοδιότητες. Εξάλλου, οι δύο προαναφερθέντες οργανισμοί αναμένεται να διαλυθούν όταν ιδρυθεί η αρχή για τη δημιουργία της οποίας συνηγορούν.

 

Άρνηση λογοδοσίας

Με αφορμή την υπόθεση Μπεναλά, το Παρατηρητηρίου Δεοντολογίας της Πληροφόρησης υπενθύμισε, μέσω μιας ανακοίνωσης που εξέδωσε στις 26 Ιουλίου 2018, το συμφέρον που θα είχε η χώρα αν αποκτούσε Συμβούλιο Τύπου. Όμως, σύμφωνα με τον αντιπρόεδρο του Παρατηρητηρίου Πιερ Γκανζ (7), στη Γαλλία η ιδέα αυτή προσκρούει σε παρερμηνείες που συντηρούνται λίγο-πολύ ηθελημένα: «Η πρώτη αφορά το γεγονός ότι κάποιοι ακόμη συγχέουν την πρωτοβουλία με τη δημιουργία μιας κλειστής επαγγελματικής ένωσης δημοσιογράφων. Μια ένωση καθορίζει τις προϋποθέσεις πρόσβασης σε ένα επάγγελμα, παρέχει την άδεια άσκησης επαγγέλματος και διασφαλίζει την πειθαρχία στους βασικούς κανόνες του. Κάτι τέτοιο δεν μπορεί να εφαρμοστεί στο δημοσιογραφικό επάγγελμα, καθώς η πρόσβαση σε αυτό είναι ελεύθερη, ενώ ένα Συμβούλιο Τύπου δεν αποτελεί πειθαρχική αρχή επιβολής ποινών». Όσον αφορά τον πολιτικό κόσμο, μόνο κάποια στελέχη του Εθνικού Συναγερμού (πρώην Εθνικό Μέτωπο) (8) φέρνουν πού και πού στην επιφάνεια την ιδέα για τη δημιουργία επαγγελματικής ένωσης δημοσιογράφων –μέτρο που πάντως δεν περιλαμβάνεται στο πρόγραμμα του κόμματος.

«Η δεύτερη παρερμηνεία έχει να κάνει με την ίδια την έννοια της δεοντολογίας», συνεχίζει ο Πιερ Γκανζ. «Οι διευθυντές των εφημερίδων συγχέουν την έννοια αυτή με την εκδοτική γραμμή. Είναι κάτι που το είδαμε τους τελευταίους μήνες με τους εταιρικούς χάρτες δεοντολογίας, τους οποίους ο νόμος Μπλος (“για την ανεξαρτησία και τη δεοντολογία των ΜΜΕ”) απαίτησε να υιοθετήσουν οι εφημερίδες: μπερδεύουμε ελαφρά τη καρδία τις ηθικές αρχές του επαγγέλματος (επαλήθευση, ακρίβεια, ανεξαρτησία, σεβασμός στα πρόσωπα) με τις φιλοσοφικές ή τις ιδεολογικές “αξίες” που θέλει να μεταδώσει κάθε Μέσο και τη γραμμή που διαμορφώνεται από τη δημοσιογραφική ομάδα του».

Τέλος, η τρίτη παρερμηνεία που εντοπίζει είναι η επιμονή «ότι οι δημοσιογράφοι δεν λογοδοτούν για τη δουλειά τους. Πρόκειται για ένα περίεργο παράδοξο ενός επαγγέλματος που απαιτεί εξηγήσεις για τη συμπεριφορά των βουλευτών ή των βιομηχάνων, για παράδειγμα. Πολλοί ακόμη θεωρούν ότι μόνο οι ομόλογοί τους έχουν το δικαίωμα να εκφράσουν άποψη για τους επαγγελματικούς κανόνες. Και τους προκαλεί αποστροφή όχι μόνο η ιδέα της ύπαρξης ενός ανεξάρτητου οργανισμού στον οποίο θα μπορούσε να απευθυνθεί το κοινό, αλλά και η ιδέα ότι στους κόλπους του θα υπάρχουν εκπρόσωποι του κοινού».

Εκφράζει τη λύπη του και για το γεγονός ότι, ελλείψει μιας αρχής ειδικού σκοπού, το Ανώτατο Ραδιοτηλεοπτικό Συμβούλιο (CSA) έχει ιδιοποιηθεί προνομίες σε θέματα δεοντολογίας: «Αυτό συμβαίνει εδώ και καιρό χωρίς την ύπαρξη νομικής βάσης, στο όνομα της “εντιμότητας και της ανεξαρτησίας της πληροφορίας” ή του σεβασμού στα δημόσια ακροατήρια, έννοιες που βρίσκονται στις προδιαγραφές και στις συμφωνίες αρχών των οπτικοακουστικών Μέσων. Το CSA πίστεψε λόγου χάρη ότι μπορούσε να θέσει υπό πλαίσιο την τηλεοπτική κάλυψη του πολέμου στο Μάλι. Ο νόμος του Ιουλίου 2016 για την παράταση της κατάστασης έκτακτης ανάγκης τού έδωσε την αρμοδιότητα να επεξεργαστεί έναν “κώδικα ορθής συμπεριφοράς σχετικά με την οπτικοακουστική κάλυψη τρομοκρατικών ενεργειών”. Και υπάρχουν βάσιμοι φόβοι ότι ο νομοθέτης θα ανανεώσει την εντολή αυτή υπό την επιρροή ενός νέου γεγονότος. Δεν θα κουραστώ να επαναλαμβάνω: αυτή η πολιτικο-διοικητική αρχή δεν είναι ανεξάρτητη. Και η αυτορρύθμιση της δεοντολογίας του δημοσιογραφικού περιεχομένου δεν έχει καμία σχέση με τη διαχείριση των συχνοτήτων και τις άδειες μετάδοσης [που είναι η αρχική αποστολή του CSA]».

Το Ανώτατο Ραδιοτηλεοπτικό Συμβούλιο στην πραγματικότητα είναι ένα πολιτικό όργανο, αποτελούμενο από τρία μέλη διορισμένα από τον πρόεδρο της Εθνοσυνέλευσης, άλλα τρία μέλη διορισμένα από τον πρόεδρο της Γερουσίας και από έναν πρόεδρο, επιλεγμένο από τον πρόεδρο της Γαλλικής Δημοκρατίας. Ο τρέχων κάτοχος της θέσης αυτής είναι ο διορισμένος από το 2013 Ολιβιέ Σραμέκ, ανώτατος δημόσιος υπάλληλος και πρώην διευθυντής του υπουργικού συμβουλίου της κυβέρνησης του τότε πρωθυπουργού Λιονέλ Ζοσπέν. Στη συνεδρίαση της Εθνοσυνέλευσης της 9ης Οκτωβρίου 2018, ο βουλευτής της Ανυπότακτης Γαλλίας Αλέξις Κορμπιέρ πρότεινε την αντικατάσταση του Ανώτατου Ραδιοτηλεοπτικού Συμβουλίου από το υπό συζήτηση συμβούλιο δεοντολογίας, καθώς «εκείνο θα μπορούσε να αποτελείται από επαγγελματίες και πολίτες». Η υπουργός Πολιτισμού ζήτησε την απόρριψη της τροπολογίας του Κορμπιέρ, διευκρινίζοντας ότι, αν και δεν είχε «αντίρρηση επί της αρχής» στη δημιουργία συμβουλίου δεοντολογίας, κατά τη γνώμη της αυτό «δεν είχε κανέναν λόγο να αντικαταστήσει το Ανώτατο Ραδιοτηλεοπτικό Συμβούλιο».

Δεν θα είναι εύκολη υπόθεση η αναζήτηση συναίνεσης στον κλάδο σχετικά με τα μέσα και τις αρμοδιότητες ενός τέτοιου συμβουλίου, όπως και μιας πολιτικής πλειοψηφίας που θα προωθήσει τη δημιουργία του. Ο Εμμανουέλ Ογκ οφείλει να επανυποβάλει την έκθεση του στον Φρανκ Ριστέρ στις αρχές του 2019. Η Φρανσουάζ Νισέν, στην επιστολή ανάθεσης καθηκόντων που του απηύθυνε, δεν απέκλειε πλέον την ιδέα μιας παρέμβασης του κράτους σε περίπτωση αδράνειας των ΜΜΕ: «Μια τέτοια επαγγελματική ρύθμιση θα μπορούσε εντούτοις να θεσπιστεί, σε περίπτωση αποτυχίας, μέσω της νομοθετικής ή της κανονιστικής οδού». Πρόκειται αναμφίβολα για ένα μέσο άσκησης πίεσης στους κύριους παίκτες: μια τέτοια προσέγγιση όμως θα έθετε σε προβληματικά θεμέλια την ίδρυση του Συμβουλίου Τύπου.

 

  1. (ΣτΕ): Pour la création d’un Conseil de déontologie du journalisme en France, https://www.change.org/p/pour-la-cr%C3%A9ation-d-un-conseil-de-d%C3%A9ontologie-du-journalisme-en-france
  2. Ο Αλεξάντρ Μπεναλά, ο οποίος υπηρετούσε στην Προεδρία της Δημοκρατίας, αναγνωρίστηκε στις 18 Ιουλίου από την εφημερίδα «Le Monde» να κακοποιεί διαδηλωτές στο Παρίσι σε βίντεο που είχε γυριστεί την 1η Μαΐου.
  3. «La Correspondance de la presse», Παρίσι, 10 Οκτωβρίου 2018.
  4. Marie Sirinelli, «Autorégulation de l’information: comment incarner la déontologie?», έκθεση που υποβλήθηκε στην υπουργό Πολιτισμού και Επικοινωνιών Ορελί Φιλιπέτι, Παρίσι, 13 Φεβρουαρίου 2014.
  5. «Témoins», Νο. 54, Μοντρέιγ, Φεβρουάριος-Μάιος 2014.
  6. Henri Maler, «Un “conseil de la presse”? À quelles conditions et comment», 11 Δεκεμβρίου 2017, acrimed.org
  7. Βλ. Pierre Ganz, «Chroniques de déontologie», Riveneuve-UPF, συλλ. «Journalisme aujourd’hui», Παρίσι, 2018.
  8. «Un cadre du Front national souhaiterait créer “un ordre des journalistes”», «Le Parisien», 29 Απριλίου 2017.
Facebooktwittergoogle_pluspinterestlinkedintumblrmail
Authors:

Γενικός γραμματέας της Διεθνούς Ομοσπονδίας Δημοσιογράφων (IFJ). Η IFJ ιδρύθηκε το 1926 στο Παρίσι και από το 1952 η έδρα της βρίσκεται στις Βρυξέλλες. Εκπροσωπεί 600.000 δημοσιογράφους σε 146 χώρες.