Νέα στρατιωτική αρχιτεκτονική στην αμερικανική ήπειρο

[από το αρχείο της “Le Monde diplomatique”, Ιανουάριος 2002]

Κοινωνική έκρηξη στην Αργεντινή, συγκρούσεις και νεκροί στη Βολιβία, διενέξεις για τη γη στη Βραζιλία, δολοφονίες συνδικαλιστών στην Κολομβία (165 το 2001), πίεση στρατιωτικών και παραστρατιωτικών στην Τσιάπας, γενική απεργία που κήρυξε η εργοδοσία για να εναντιωθεί στις μεταρρυθμίσεις του προέδρου Ούγο Τσάβες στη Βενεζουέλα… Σε μια Λατινική Αμερική που είναι εξαντλημένη από δύο δεκαετίες ακραίου φιλελευθερισμού, και με το πρόσχημα του αγώνα κατά της «τρομοκρατίας», οι Ηνωμένες Πολιτείες παίζουν το στρατιωτικό χαρτί για να αντιταχθούν στην άνοδο των αγώνων.

«Το ζήτημα-κλειδί, όταν συζητάμε για την άμυνα του (αμερικανικού) ημισφαιρίου, είναι το ακόλουθο: ποια είναι η απειλή; Στο παρελθόν, οι Ηνωμένες Πολιτείες έπρεπε να αντιμετωπίσουν μια απειλή που ήταν σχετικά καλά καθορισμένη, κατανοητή από το μέσο Αμερικανό (1). Σήμερα, αυτή η απειλή έχει γίνει απείρως πιο περίπλοκη και πιο δύσκολο να καθοριστεί». Ήταν πριν από τις 11 Σεπτεμβρίου. Ο καθηγητής Λιούις Άρθουρ Ταμπς, διπλωμάτης, ιστορικός, καθηγητής στο πολιτειακό Πανεπιστήμιο της Αριζόνας και συντάκτης μιας έκθεσης για το μέλλον της αμερικανικής ηπείρου, συνόψιζε σε εννέα σημεία τους μεγάλους άξονες που θα έπρεπε να κατευθύνουν την ασφάλεια του ημισφαιρίου: «Άμυνα», «Ναρκωτικά», «Δημογραφία», «Χρέος», «Αποβιομηχάνιση», «Λαϊκιστική δημοκρατία μεταγενέστερη του Ψυχρού Πολέμου», «Αποσταθεροποίηση», «Αποψίλωση των δασών» και «Παρακμή των Ηνωμένων Πολιτειών» (2).

Η τρομοκρατία δεν περιλαμβάνεται στην ονοματολογία αυτού του λεξικού για την ασφάλεια, αφού βρίσκεται στο κεφάλαιο «Ναρκωτικά». Η ναρκοτρομοκρατία ορίζεται εκεί ως «η συμμαχία ανάμεσα σε τρομοκρατικές οργανώσεις, τους λαθρεμπόρους ναρκωτικών και το οργανωμένο έγκλημα, μια θανατηφόρα συμβίωση που καταστρέφει τα ζωτικά στοιχεία του δυτικού πολιτισμού». Σ’ αυτή τη φαινομενικά ανομοιογενή απαρίθμηση, ο πόλεμος κατά των ναρκωτικών καταλαμβάνει πράγματι κεντρική θέση, καθώς η κυβέρνηση του προέδρου Μπιλ Κλίντον κατηγορούνταν ότι είχε αθετήσει τις υποσχέσεις της για την εξάλειψη του λαθρεμπορίου. Η «Λαϊκιστική δημοκρατία» αναφέρεται στη βενεζουελανή κυβέρνηση του προέδρου Ούγο Τσάβες, η «Δημογραφία» στους κινδύνους που δημιουργούν τα μεταναστευτικά ρεύματα στις Ηνωμένες Πολιτείες (η τελευταία αμερικανική απογραφή υπογραμμίζει τη θεαματική αύξηση του ισπανόφωνου πληθυσμού, 58% σε δέκα χρόνια, δηλαδή πάνω από 35 εκατομμύρια κάτοικοι).

Για να κατανοήσουμε αυτή την ετερόκλητη διατύπωση και αυτό τον επανακαθορισμό της ηπειρωτικής ασφάλειας, πρέπει να ξεκινήσουμε από το πλαίσιο της μεταπολεμικής ψυχρής περιόδου και την εξαφάνιση του «κομμουνιστικού κινδύνου». Μετά την πτώση των δικτατοριών, κατά τη δεκαετία του ’80, η επάνοδος στη δημοκρατία συνοδεύτηκε από την εφήμερη σταθερότητα, το πολιτικό άνοιγμα και την οικονομία της αγοράς, τα οποία δημιούργησαν πολλές ελπίδες. Όμως, από τη δεκαετία του ’90, η δημοκρατία της αγοράς χειροτέρεψε, η κοινωνική κρίση επιδεινώθηκε, η αστάθεια επανήλθε.

Οι χρηματοοικονομικές κρίσεις -του Μεξικού το 1995, της Βραζιλίας και του Ισημερινού το 1999, της Αργεντινής το 2001- είχαν καταστροφικές συνέπειες, ενώ οι κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες προκαλούν άνοδο της αμφισβήτησης την οποία μαρτυρούν, μεταξύ άλλων, οι μαζικές διαμαρτυρίες αγροτών στη Βολιβία, η εξέγερση των ιθαγενών στον Ισημερινό και η πτώση του αργεντινού προέδρου Φερνάντο δε λα Ρούα. Τέλος, ο εμφύλιος πόλεμος στην Κολομβία απειλεί να αποσταθεροποιήσει ολόκληρη την περιοχή, ενώ στην Ουάσιγκτον, η κυβέρνηση Τσάβες προκαλεί αυξανόμενο εκνευρισμό. Αν και η υποήπειρος δεν απειλείται στρατιωτικά από μια εχθρική δύναμη, αυτές οι «αναταράξεις» έχουν αναζωπυρώσει τις ανησυχίες για την ασφάλεια.

Η διεθνής τρομοκρατία, το λαθρεμπόριο ναρκωτικών, τα μεταναστευτικά ρεύματα, η υποβάθμιση του περιβάλλοντος, που ορίζονται ως «μη παραδοσιακές υπερεθνικές απειλές», αποτελούν κατά συνέπεια το νέο εχθρό. Όμως, στην πραγματικότητα, είναι απλά η πολιτική και οικονομική αστάθεια, που χρησίμευε ιστορικά για να νομιμοποιήσει την επέμβαση των Ηνωμένων Πολιτειών και άλλων κρατών, η οποία «επανεμφανίζεται ως πιθανή απειλή για την περιφερειακή ασφάλεια», διαπιστώνουν οι αμερικανοί ερευνητές Τζόζεφ Τάλτσιν και Ραλφ Έσπατς (3). Πολύ περισσότερο, αφού «ο πόλεμος κατά των ανταρτών της Κολομβίας, οι οποίοι ελέγχουν σχεδόν τη μισή επικράτεια, κινδυνεύει να εξαπλωθεί στη Βενεζουέλα, τον Παναμά, τον Ισημερινό και τη Βραζιλία, προκαλώντας έτσι αυξημένες εντάσεις και την παρουσία πρόσθετων στρατευμάτων σ’ αυτά τα σύνορα. Επιπλέον, η αμερικανική πολιτική απέναντι στην Κολομβία προσανατολίζεται σε μια επέκταση των διαστάσεων της σύγκρουσης».

Η απάντηση σ’ αυτές τις «μη παραδοσιακές» απειλές γίνεται πολύ πιο επείγουσα για τις Ηνωμένες Πολιτείες, αφού η εγκαθίδρυση της Ζώνης Ελεύθερων Ανταλλαγών της Αμερικής είναι στο εξής σε καλό δρόμο μετά την έγκριση της Trade Promotion Authority (Αρχή για την προώθηση του εμπορίου, πρώην fast-track ή «γρήγορος δρόμος») από τη Βουλή των Αντιπροσώπων. Οι σχέσεις ανάμεσα στην οικοδόμηση της Ζώνης και μια νέα «αρχιτεκτονική για την ασφάλεια στην αμερικανική ήπειρο» είναι πράγματι στενές, διαπιστώνει το Κέντρο Στρατηγικών και Διεθνών Μελετών (CSIS) (4): «Οι οικονομικές αλλαγές ήταν πιο γρήγορες από τις αλλαγές στο ζήτημα της ασφάλειας, προκαλώντας την άνοδο της βίας από την πλευρά πληθυσμών που επιβιώνουν με παράνομα μέσα».

Απέναντι σε αυτή τη νέα πρόκληση, «την οποία τα αποδυναμωμένα κράτη δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν μόνα», ήταν απαραίτητο να διαμορφωθεί μια συγκροτημένη πολιτική για την άμυνα του ημισφαιρίου, η οποία θα καθόριζε τους στόχους και τα θεσμικά μέσα που είναι αναγκαία για την ενίσχυση του παναμερικανικού συστήματος ασφαλείας. Η τομή της 11ης Σεπτεμβρίου έμελλε να βοηθήσει σ’ αυτό, επιταχύνοντας τις μεταρρυθμίσεις, που είχαν ήδη αρχίσει, των ηπειρωτικών οργανισμών, οι οποίοι δημιουργήθηκαν στην αρχή του ψυχρού πολέμου.

Δέκα μέρες μετά την πτώση των Δίδυμων Πύργων, σε μια έκτακτη σύσκεψη του Οργανισμού Αμερικανικών Κρατών (ΟΑΚ) με αντικείμενο τη συζήτηση της απάντησης, ο αργεντινός υπουργός Εξωτερικών δήλωσε: «Η Διαμερικανική Συνθήκη Αμοιβαίας Βοήθειας είναι σε πλήρη ισχύ και επίκαιρη. Μας επιτρέπει να συζητήσουμε τους κανόνες και να πλαισιώσουμε πολιτικά μια ενδεχόμενη στρατιωτική απάντηση».

Η διαβεβαίωση δεν μπορούσε παρά να προκαλέσει έκπληξη. Η Διαμερικανική Συνθήκη που δημιουργήθηκε το 1947 και συγκέντρωσε όλα τα κράτη του ημισφαιρίου (εκτός από την Κούβα), δεν είχε αναφερθεί από τον πόλεμο των Μαλβίνων, ο οποίος έφερε αντιμέτωπες τη Μεγάλη Βρετανία και την Αργεντινή το 1982. Η Ουάσιγκτον είχε αρνηθεί τότε να την εφαρμόσει και είχε υποστηρίξει το Λονδίνο σε αυτή τη σύγκρουση, αψηφώντας το γράμμα της συνθήκης. Αυτή η συνθήκη προβλέπει, στην πραγματικότητα, ότι μια επίθεση ενάντια σε ένα κράτος-μέλος πρέπει να θεωρείται επίθεση ενάντια σε όλα τα μέλη της, σύμφωνα με μια αρχή ανάλογη με εκείνη του άρθρου 5 της συνθήκης του ΝΑΤΟ.

Κατά περίεργη σύμπτωση, μερικές μέρες πριν από τις επιθέσεις κατά της Νέας Υόρκης και της Ουάσιγκτον, ο Μεξικανός πρόεδρος Βισέντε Φοξ είχε χαρακτηρίσει τη Διαμερικανική Συνθήκη «σοβαρή περίπτωση ξεπερασμένης και ανώφελης συνθήκης». Η αναφορά στη Συνθήκη εγκρίθηκε ωστόσο ομόφωνα από τους υπουργούς Εξωτερικών που προσκλήθηκαν από το βραζιλιάνο πρόεδρο Φερνάντο Ενρίκε Καρντόσο, καθώς οι κυβερνήσεις της ηπείρου εκτίμησαν ότι οι επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου αποτελούσαν απειλή για την «οικογένεια της Αμερικής» και την ασφάλεια του ημισφαιρίου.

Ενώ τον Ιούνιο του 2001, η γενική συνέλευση του Οργανισμού Αμερικανικών Κρατών (ΟΑΚ) δεν είχε καταφέρει να καταλήξει σε συμφωνία για να υιοθετήσει τη Διαμερικανική δημοκρατική Χάρτα, η οποία από ορισμένους συμμετέχοντες θεωρούνταν ότι νομιμοποιεί το δικαίωμα ανάμειξης, αυτή η Χάρτα επικυρώθηκε διά βοής, χωρίς συζήτηση, στην έκτακτη συνέλευση του ΟΑΚ που πραγματοποιήθηκε στη Λίμα το Σεπτέμβριο του 2001. Όμως, ορισμένα άρθρα της προκαλούν πολλές επιφυλάξεις. Έχοντας στόχο να «ενισχύσει και να προασπίσει τη θεσμική δημοκρατία», ιδιαίτερα από κάθε απόπειρα πραξικοπήματος, η Χάρτα καθορίζει επίσης τους τρόπους προσφυγής και επέμβασης του ΟΑΚ, των οποίων η αμφισημία μπορεί να προετοιμάσει τις συνθήκες για την άσκηση του δικαιώματος ανάμειξης.

 

Πλαίσιο για δράση

Μια κυβέρνηση ενός κράτους-μέλους που εκτιμά ότι «η πολιτική, θεσμική και δημοκρατική διαδικασία, ή η νόμιμη άσκηση της εξουσίας της βρίσκονται σε κίνδυνο, μπορεί να προσφύγει στο γενικό γραμματέα ή στο μόνιμο συμβούλιο του ΟΑΚ για να ζητήσει βοήθεια με σκοπό την προάσπιση της δημοκρατίας». Σ’ αυτή την περίπτωση, το μόνιμο συμβούλιο του ΟΑΚ θα μπορούσε να «υιοθετήσει μέτρα κατάλληλα για την προάσπιση ή την ενίσχυση της θεσμικής δημοκρατίας», της οποίας «η αλλοίωση» θα μπορούσε να το οδηγήσει να «υιοθετήσει τις αποφάσεις που θεωρεί ενδεδειγμένες», «κυρίως διπλωματικά διαβήματα». Το «κυρίως» παραμένει πολύ αόριστο. Και ποιος θα καθορίσει, άραγε, τι είναι «αλλοίωση της θεσμικής τάξης»;

Μόνιμος εκπρόσωπος των Ηνωμένων Πολιτειών στον ΟΑΚ ο Ρότζερ Νοριέγκα υπογράμμισε με έμφαση: «Οι αποφάσεις που εγκρίνονται από τον ΟΑΚ δεν είναι απλή ρητορεία. Είναι ένα πλαίσιο δράσης. Καθορίζουν τις πολιτικές επιλογές των κυβερνήσεων που είναι μέλη του ΟΑΚ (5)». Όμως, ακόμη και έτσι, ποιος έχει άραγε τη δυνατότητα να αποφασίζει σε έναν οργανισμό που πρόσφατα απέδειξε την ευθυγράμμισή του με την αμερικανική υπερδύναμη;

Υφυπουργός του προέδρου Κλίντον για θέματα του ημισφαιρίου, ο Πίτερ Ρομέρο είχε ζητήσει, το 2000, τη δημιουργία ενός ειδικού ταμείου του ΟΑΚ για την αντιμετώπιση κρίσεων, ένα είδος «μηχανισμού προληπτικής διπλωματίας» που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί, για παράδειγμα στην Αργεντινή, ώστε οι κοινωνικές εκρήξεις να μην οδηγούν σε θεσμική κρίση. Δεν είναι η πρώτη φορά που βρίσκεται στην ημερήσια διάταξη η ιδέα να δημιουργηθεί ένας μηχανισμός περιφερειακής επέμβασης, ένα είδος «ομάδας στήριξης» που θα αποτελείται από «φιλικές χώρες», για να ρυθμίζει τις κρίσεις. Όμως, οι προσπάθειες σ’ αυτή την κατεύθυνση έχουν αποτύχει έως τώρα.

Το Διαμερικανικό Συμβούλιο Άμυνας, στρατιωτικό σκέλος του ΟΑΚ, εκφράζει τη λύπη του επειδή «η απουσία ενός νόμιμου, καθορισμένου και συνεκτικού πλαισίου, το οποίο θα ρυθμίζει τις δράσεις που πραγματοποιούνται από ένα σώμα πολυεθνικών δυνάμεων στο ημισφαίριο, ενισχύει τις επιφυλάξεις των κρατών-μελών και τα εμποδίζει να ενταχθούν σ’ αυτές τις αποστολές (6)». Ένα πρόγραμμα πολυμερούς δύναμης προβλέπεται για τον αγώνα κατά της τρομοκρατίας, με τη συμφωνία της αργεντινής κυβέρνησης, συμμάχου των Ηνωμένων Πολιτειών εκτός ΝΑΤΟ, η οποία -πριν από την πτώση της- είχε δηλώσει έτοιμη να συμμετάσχει σε μια ενδεχόμενη στρατιωτική δράση.

Η εγκαθίδρυση μηχανισμών συλλογικής άμυνας για πολυεθνικές επιχειρήσεις, στο πλαίσιο μιας περιφερειακής στρατηγικής προσέγγισης, που είναι βασική φροντίδα της Ουάσιγκτον, προκαλεί διαρκή ενίσχυση της πανοπλίας των πολυμερών οργανισμών ασφαλείας. Στο Διαμερικανικό Συμβούλιο Άμυνας έχουν ενταχθεί η Επιτροπή για την ασφάλεια του ημισφαιρίου, που δημιουργήθηκε το 1995, οι εξαμηνιαίες συνεδριάσεις, από το 1995, των υπουργών Άμυνας της αμερικανικής ηπείρου (Defense Ministerial of the Americas-DMA), οι οποίες έχουν στόχο, σύμφωνα με τον αμερικανό πρώην υπουργό Άμυνας Ουίλιαμ Κοέν, να «ενισχύσουν τις προσωπικές σχέσεις» και να διαμορφώσουν τη συναίνεση στη διαχείριση των κρίσεων, οι τακτικές συναντήσεις των αρχηγών των γενικών επιτελείων των διαφόρων ενόπλων δυνάμεων. Πιο πρόσφατα, το 1999, η συνέλευση του ΟΑΚ δημιούργησε τη διαμερικανική επιτροπή κατά της τρομοκρατίας (Cicte), η οποία έχει την ευθύνη να διαμορφώσει ένα δομικό πλαίσιο για να βοηθήσει όλα τα κράτη-μέλη του ΟΑΚ.

Ωστόσο, για τους Αμερικανούς στρατηγικούς υπευθύνους, ο πολλαπλασιασμός αυτών των οργανισμών δεν αρκεί για να καλύψει «τη θεσμική αδυναμία του πλαισίου ασφαλείας του ΟΑΚ», γιατί αυτοί οι οργανισμοί δεν είναι υποχρεωτικοί, «ενώ οι χώρες της Λατινικής Αμερικής δεν είναι έτοιμες να θυσιάσουν τις εθνικές προτεραιότητές τους προς όφελος περιφερειακών κερδών», καθώς φοβούνται τη δύναμη των Ηνωμένων Πολιτειών (7). Η διεθνοποίηση των στρατών και των στρατιωτικών επιχειρήσεων, η συγκρότηση συλλογικών μηχανισμών άμυνας προσκρούουν κατά συνέπεια σε ισχυρές αντιστάσεις ακόμη. Όμως, σιγά σιγά η ιδέα κερδίζει έδαφος. Ενώ οι Αμερικανοί αξιωματούχοι αποδεικνύονται ικανοί να κερδίσουν τη στήριξη των ηπειρωτικών συναδέλφων τους, ορισμένοι στρατιωτικοί βλέπουν σ’ αυτή ένα μέσο να εκσυγχρονίσουν τους εξοπλισμούς τους και να κάνουν επαγγελματικές τις μονάδες τους.

Έτσι, η Βραζιλία εντάχθηκε στο «Πρωτόκολλο 505», τον Ιούνιο του 2000, για να λάβει όπλα και αμυντικούς εξοπλισμούς. Σε αντάλλαγμα, οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν να μπαίνουν στις βραζιλιάνικες στρατιωτικές βάσεις και να διαθέτουν τη βάση εκτόξευσης δορυφόρων της Αλκαντάρα, στα βόρεια της χώρας, βάση «της οποίας θα έχουν τον απόλυτο έλεγχο 24 ώρες το 24ωρο. Κανένας Βραζιλιάνος δεν θα επιτρέπεται να μπει σ’ αυτή χωρίς προηγούμενη συμφωνία του Πενταγώνου (8)». Η υπόθεση προκάλεσε σκάνδαλο γιατί ούτε η επιτροπή εξωτερικών υποθέσεων του βραζιλιάνικου κοινοβουλίου ούτε η επιτροπή άμυνας είχαν ενημερωθεί για τη συμφωνία. Η πώληση μαχητικών αεροσκαφών F-16 στη Χιλή εγγράφεται στην ίδια λογική. Η κυβέρνηση του Ρικάρδο Λάγος κατάφερε έτσι να ικανοποιήσει ένα στρατό που διαμαρτύρεται εύκολα και την αμερικανική βιομηχανία όπλων, που είναι πολύ ισχυρό λόμπι στους κόλπους της κυβέρνησης Μπους, εξασφαλίζοντας και από την πλευρά της την ικανοποίησή της.

Τέλος, σε μια περιοχή που προκαλεί κάθε είδους βλέψεις εξαιτίας της γεωπολιτικής σημασίας της και των πετρελαϊκών αποθεμάτων της, το σχέδιο Πουέμπλα-Παναμάς (ΡΡΡ) έμελλε να ενώσει όλες τις χώρες της Κεντρικής Αμερικής και το νοτιοανατολικό Μεξικό. Πράγμα που εξηγεί τη δημιουργία μεξικανικών αντιτρομοκρατικών επίλεκτων μονάδων, η οποία οφείλεται στη γειτνίαση με την Τσιάπας. Και, το χρηματοοικονομικό κεφάλαιο που επιθυμεί να οικειοποιηθεί ανεμπόδιστα τους στρατηγικούς πόρους, εξηγεί την άρνηση της μεξικανικής κυβέρνησης να παραχωρήσει ένα οποιοδήποτε καθεστώς αυτονομίας στους Ζαπατίστας. Τα νότια σύνορα αυτού του εμπορικού διαδρόμου, ανάμεσα στο Μεξικό και τη Γουατεμάλα, στρατιωτικοποιήθηκαν με σκοπό να ελεγχθούν τα μεταναστευτικά ρεύματα. Οι αγορές στρατιωτικών εξοπλισμών του Μεξικού αυξήθηκαν κατά 300% (9) και, σύμφωνα με το Διεθνές Ινστιτούτο Έρευνας της Στοκχόλμης για την ειρήνη (Sipri), οι εξοπλιστικές δαπάνες των λατινοαμερικανικών χωρών αυξήθηκαν κατά 59% από τη δεκαετία του ’80.

Οι πολυμερείς στρατιωτικές ασκήσεις, που δεν ήταν κάποτε καθόλου δημοφιλείς, πολλαπλασιάζονται, ενώ οι δραστηριότητες της Νότιας Διοίκησης του στρατού των Ηνωμένων Πολιτειών (της Southcom) πραγματοποιούνται συχνά με μυστικότητα- στη βάση αρχών που καθορίζονται στις περιφερειακές συναντήσεις. Αυτή η πολυμερής αμερικανική βούληση, που παρουσιάζεται ως αλλαγή δόγματος, έχει στην πραγματικότητα διπλό στόχο: από τη μια πλευρά, να μειώσει τις δαπάνες -«Πρέπει να διασφαλίσουμε τους πόρους της αμερικανικής άμυνας, θα στοίχιζε πολύ ακριβά να διεξάγουμε με επιτυχία εκπαιδευτικές ασκήσεις με 32 χώρες (10)»- και, από την άλλη πλευρά, να κάνει πολυμερείς τους κινδύνους και τις απώλειες, καθιστώντας ταυτόχρονα συνηθισμένη την αμερικανική παρουσία και διατηρώντας το μονομερή έλεγχο της απόφασης. «Για την Ουάσιγκτον, το πολυμερές σύστημα σημαίνει να ζητάει λευκή επιταγή από τους συμμάχους της και να τους κάνει να πληρώνουν τα σπασμένα, εγκαθιστώντας ταυτόχρονα μηχανισμούς ανάμειξης», τονίζει ένας Βραζιλιάνος.

Η αοριστία των ορισμών αποτελεί μια άλλη αιτία ανησυχίας, τη στιγμή που ο Οργανισμός Αμερικανικών Κρατών θέλει να διαμορφώσει μια διαμερικανική συνέλευση για τον αγώνα κατά της τρομοκρατίας. Ο Στίβεν Μόνμπλατ, Αμερικανός διπλωμάτης που προεδρεύει στην Cicte, παρατηρεί ότι υπάρχουν στην ήπειρο δύο είδη τρομοκρατίας: «Η εγχώρια τρομοκρατία, η οποία εκφράζει τις προσδοκίες ή το πολιτικό πρόγραμμα μιας ομάδας που είναι εδραιωμένη μόνο σε μια χώρα, και η διεθνής τρομοκρατία, της οποίας οι πυρήνες έχουν παγκόσμιες διασυνδέσεις». Σ’ ένα δημοσιογράφο που παρατήρησε ότι είναι δύσκολο να δοθεί ένας οικουμενικός ορισμός της τρομοκρατίας, ο Μόνμπλατ αρνήθηκε να κάνει διάκριση ανάμεσα στις εθνικές και τις άλλες τρομοκρατικές ομάδες. «Δεν μας ενδιαφέρει η υπόθεση που υπερασπίζονται. Μας ενδιαφέρουν οι πράξεις που διαπράττονται στο όνομα της υπόθεσης», διευκρίνισε.

Όμως, ποιος θα ορίσει, άραγε, τους τρομοκράτες; Στη Βραζιλία, οι στρατιωτικοί έχουν κατηγορήσει πολλές φορές το Κίνημα των Αγροτών Ακτημόνων (MST) ότι είναι κίνημα αυτού του είδους. Στο Μεξικό, οι Ζαπατίστας αποτέλεσαν αντικείμενο ανάλογων κατηγοριών. Το εθνικό συμβούλιο πληροφοριών της CIA και το κέντρο στρατιωτικών ερευνών της Χιλής έχουν αναγνωρίσει «μια νέα πρόκληση για την εσωτερική ασφάλεια»: την απειλή των ιθαγενών, από το Μεξικό μέχρι τη Γη του Πυρός (11).

Στις 20 Σεπτεμβρίου 2001, το Inter-American Defense Board (Διαμερικανική Επιτροπή Άμυνας) εξέτασε ένα σενάριο, σύμφωνα με το οποίο η εξάπλωση μιας σύγκρουσης «θα μπορούσε να οδηγήσει σε γενικευμένο πόλεμο με εθνικές και θρησκευτικές αναφορές». «Έχω πει στον Ούγο Τσάβες και το κολομβιανό αντάρτικο να προσέξουν», σχολιάζει ο Νταρκ Κόστα, συντονιστής του κέντρου στρατηγικών μελετών της Ανωτάτης Σχολής Πολέμου της Βραζιλίας (12).

 

Κοινό δόγμα και γλώσσα

Επιτόπου, τα πράγματα εξελίσσονται γρήγορα. Ως πραγματιστές, οι Αμερικανοί ηγέτες συνδυάζουν με επιδεξιότητα πολυμερείς διπλωματικές διαπραγματεύσεις και διμερείς εμπορικές συμφωνίες, ενώ ταυτόχρονα βασίζονται στους τοπικούς συμμάχους τους για να αρχίσουν τις πρακτικές ασκήσεις. Στα τέλη Αυγούστου 2001, οι Αργεντινοί ανακάλυψαν με έκπληξη ότι στο έδαφός τους διεξάγονταν κοινά γυμνάσια που συγκέντρωναν 1.300 στρατιωτικούς, οι οποίοι ανήκαν σε 9 χώρες (13), μεταξύ των οποίων οι Ηνωμένες Πολιτείες, με την παρουσία Κολομβιανών παρατηρητών.

Άσκηση Καμπάνας 2001: αυτό είναι το όνομα που δόθηκε στην άσκηση η οποία διεξήχθη στην περιοχή της Σάλτα, επίκεντρο των διαδηλώσεων που οργανώνουν οι πικετέρος (άνεργοι που αποκλείουν τους δρόμους). Με τη στήριξη και τη χρηματοδότηση των Ηνωμένων Πολιτειών, αυτά τα στρατιωτικά γυμνάσια είναι τα σημαντικότερα της περιοχής.  Ακόμη πιο εντυπωσιακό είναι το σενάριό τους, σύμφωνα με το οποίο μια φανταστική εθνική σύγκρουση φέρνει αντιμέτωπες την ανεξάρτητη δημοκρατία του «Νοτιστάν» (από τη λέξη «Νότος») και την ελεύθερη συνομοσπονδία του «Νοτιστάν». Ανάμεσά τους, αναπτύσσεται μια πολυεθνική δύναμη των Ηνωμένων Εθνών για να αποκαταστήσει την ειρήνη και η δύναμη διοικείται από κοινού από τον Αμερικανό στρατηγό Ρίνο Μπάτλερ, αρχηγό των ειδικών δυνάμεων της Southcom, και τον αργεντινό στρατηγό Χόρχε Αλμπέρτο Ολιβέρα, διοικητή μιας ταξιαρχίας της οποίας αρχηγός ήταν άλλοτε ο πρώην δικτάτορας Χόρχε Βιντέλα.

Για το στρατηγό Ολιβέρα, «η εκπαίδευση ταγμάτων που μοιράζονται ένα κοινό δόγμα και μια κοινή γλώσσα θα μπορούσε να χρησιμεύσει για τη μελλοντική συγκρότηση ενός συμμαχικού τάγματος στο πλαίσιο μιας αποστολής του ΟΗΕ». Όμως, για τον αργεντινό βουλευτή Τόρες Μολίνα, πρόκειται στην πραγματικότητα για «μια δοκιμή για τη συμμετοχή σε μια πολυεθνική δύναμη στην Κολομβία». Ωστόσο, το Κογκρέσο της Αργεντινής, το μοναδικό όργανο που μπορεί να επιτρέψει την είσοδο ξένων στρατευμάτων στο εθνικό έδαφος, ούτε καν ρωτήθηκε.

Για τον Αδόλφο Πέρες Εσκιβέλ, βραβευμένο με Νόμπελ για την ειρήνη και πρόεδρο της Υπηρεσίας για τη δικαιοσύνη και την ειρήνη (Serpaj), οι Ηνωμένες Πολιτείες ωθούν έτσι σε «μια επαναστρατιωτικοποίηση της Λατινικής Αμερικής, προβλέποντας αύξηση των κοινωνικών συγκρούσεων που συνδέονται με την εμβάθυνση των συμφωνιών ελεύθερων ανταλλαγών στην ήπειρο». Τον Σεπτέμβριο του 2001, η έκθεση του Διαμερικανικού Συμβουλίου Άμυνας δεν λέει κάτι διαφορετικό αναφέροντας «την ακραία φτώχεια», «την άνοδο των εθνικιστικών κινημάτων των ιθαγενών» και «την αύξηση της ανεργίας» ως πιθανές αιτίες της αστάθειας και της βίας στην περιοχή.

Η ειδική συνδιάσκεψη για την ασφάλεια, που έχει οριστεί για το 2004, στο Μεξικό, αναμένεται να επιβεβαιώσει το ρόλο του συμβουλίου ως μοναδικού στρατιωτικού οργανισμού του ημισφαιρίου, που «θα είναι υπεύθυνος για τη διαχείριση των πολυμερών δυνάμεων» και «θα εγγυάται μια αποτελεσματική σχέση ανάμεσα στις πολιτικές και τις στρατιωτικές αρχές». Μια εξέλιξη που θεωρείται από ορισμένους «επαναποικισμός».

 

  1. Πρόκειται για τον αγώνα ενάντια στην «κομμουνιστική ανατροπή», ο οποίος δικαιολόγησε τη στήριξη των δικτατοριών.
  2. James Ρ. Lucier, «Santa Fe IV-Latinoamerica hoy», επιτροπή εξωτερικών υποθέσεων της Γερουσίας των Ηνωμένων Πολιτειών, Ουάσιγκτον, 2000.
  3. Joseph Tulchin και Ralph Espach, «Α call for strategic thinking», στο Latin America in the new international system, Lynne Rienner Publishers, Μπούλντερ (Ηνωμένες Πολιτείες) και Λονδίνο, 2001.
  4. «Toward a new security architecture in the Americas. The strategic implications of the FTAA», Patrice Μ. Franko, The CSIS Press, τόμος 22ος, αρ. 3, Ουάσιγκτον, 2000.
  5. Roger Noriega, «The Western hemisphere alliance: the OAS and U.S. interests», Heritage Foundation Lecture, Ουάσιγκτον, 20 Νοεμβρίου 2001.
  6. Inter-American Defense Board, «Towards a new hemispheric security system», Ουάσιγκτον, 6 Σεπτεμβρίου 2001.
  7. Βλέπε Patrice Μ. Franko, όπ.π.
  8. «Menaces américaines sur la base d’Alcantara au Brésil», «Espaces latinos», τ. 188, Λιόν, Νοέμβριος 2001.
  9. «Chiapas al dia», Ciepac, Μεξικό, 21 Νοεμβρίου 2001
  10. Patrice Μ. Franko, όπ.π.
  11. Edouard Bailby, «Espaces latinos», τ. 187, Οκτώβριος 2001.
  12. Pagina 12.com.ar, 21 Σεπτεμβρίου 2001.
  13. Τη Βραζιλία, τη Χιλή, το Περού, τον Ισημερινό, την Παραγουάη, την Ουρουγουάη, τη Βολιβία, την Αργεντινή και τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Facebooktwittergoogle_pluspinterestlinkedintumblrmail
Authors:

Πολιτολόγος με εξειδίκευση στην Λατινική Αμερική