Η φυγή προς τα εμπρός των Τούρκων στρατιωτικών

[από το αρχείο της “Le Monde diplomatique”, Δεκέμβριος 1998]

Μέχρι την άνοδο του AKP στην εξουσία, η Τουρκία και η Συρία βρίσκονταν σε συνεχή ένταση, με αιχμή κυρίως το κουρδικό ζήτημα. Το καλοκαίρι του 1998, με την υπόθεση του ηγέτη του PKK Αμπτουλάχ Οτσαλάν που βρήκε για ένα διάστημα καταφύγιο στη Δαμασκό, η κρίση κλιμακώνεται. Η ακτινογραφία των διπλωματικών σχέσεων –οι οποίες κατόπιν βελτιώθηκαν σημαντικά, ιδιαίτερα με την άρνηση της Τουρκίας να συμμετάσχει στην επίθεση κατά του Ιράκ, το 2003, αλλά και με εμπορικές συμφωνίες και κοινές στρατιωτικές ασκήσεις, και ξανά επιδεινώθηκαν με την έναρξη του εμφυλίου πολέμου στη Συρία- μοιάζει πολύ με το σήμερα, παρ’ όλα τα 20 χρόνια που μεσολάβησαν.

Η τουρκική κυβέρνηση, υποστηριζόμενη σθεναρά από τη Μεγάλη Εθνοσυνέλευση και από την πλειοψηφία της κοινής γνώμης, πολλαπλασίασε κατά το Σεπτέμβριο και τον Οκτώβριο τις επιθέσεις κατά της Συρίας, η οποία κατηγορήθηκε από τον πρόεδρο Σουλεϊμάν Ντεμιρέλ ότι «υποστηρίζει την αποσχιστική τρομοκρατία (…), προσφέροντας επιμελητειακή υποστήριξη στους ληστές (και) υποδεχόμενη τον αρχηγό των ληστών στη Δαμασκό (1)».  Ο πρωθυπουργός Μεσούτ Γιλμάζ απηύθυνε από την πλευρά του προειδοποιήσεις σπάνιας βιαιότητας: «Η Συρία πρέπει να ικανοποιήσει τα αιτήματά μας. Αλλιώς ολόκληρη η γη θα πέσει στο κεφάλι της. Η Συρία πρέπει να δείξει εξυπνάδα, αλλιώς θα της βγάλουμε τα μάτια!» (2).

Οι ηγέτες της Δαμασκού αρνούνταν πάντοτε οποιαδήποτε στρατιωτική υποστήριξη στο Κόμμα Εργαζομένων του Κουρδιστάν (ΡΚΚ) και την παρουσία στη χώρα τους του προέδρου του Αμπντουλάχ Οτσαλάν. Ωστόσο, πρόκειται για ένα γεγονός και πολλοί Γερμανοί, Έλληνες και Αρμένιοι πολιτικοί, καθώς και Τούρκοι, Κούρδοι και κυρίως ξένοι δημοσιογράφοι τον έχουν συναντήσει στη Δαμασκό ή στην κοιλάδα Μπεκάα, η οποία βρίσκεται υπό συριακό έλεγχο.

Οι λόγοι που προβάλλονται από το καθεστώς της Άγκυρας, οι οποίοι προπαγανδίζονται ευρύτατα και υποστηρίζονται από τα τουρκικά μέσα ενημέρωσης (3) για τις αιτίες και τη φύση της τουρκοσυριακής έντασης, είναι, ωστόσο, εξαιρετικά ανεπαρκείς. Στην πραγματικότητα, το καθεστώς πιστεύει ότι μπορεί να λύσει στρατιωτικά το κουρδικό πρόβλημα, τη στιγμή που έχει κλείσει όλους τους ειρηνικούς δρόμους. Δύο πολιτικά κόμματα -το Εργατικό Κόμμα του Λαού (ΗΕΡ) και το Κόμμα της Δημοκρατίας (DEP) – τα οποία διεκδικούσαν την αναγνώριση της κουρδικής ταυτότητας, τέθηκαν υπό απαγόρευση από το Συνταγματικό Συμβούλιο από το 1989. Τέσσερις Κούρδοι βουλευτές, ανάμεσά τους η Λεϊλά Ζανά, οι οποίοι απλώς εξέφρασαν δημοσίως τις απόψεις τους για το πρόβλημα, καταδικάστηκαν σε βαριές ποινές. Πολλά κουρδικά πολιτικά ή πολιτιστικά ιδρύματα και ενώσεις τέθηκαν εκτός νόμου από την αστυνομία ή από τα δικαστήρια.

Από το 1925 οι διαδοχικές τουρκικές κυβερνήσεις αρνούνταν συνεχώς ακόμη και την ύπαρξη των Κούρδων: «Δεν υπάρχει κουρδικό πρόβλημα, εφόσον οι Κούρδοι δεν υπάρχουν». Το να προφέρει κανείς ή να γράψει τη λέξη «Κουρδιστάν» σημαίνει, σύμφωνα με τους ισχύοντες νόμους (άρθρο 312 του Ποινικού Κώδικα ή άρθρα 6,7 και 8 του αντιτρομοκρατικού νόμου), «ότι διεξάγει αποσχιστική -τρομοκρατική προπαγάνδα».

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο πρέπει να γίνει κατανοητή η πρόσφατη κρίση με τη Συρία, η οποία έχει τουλάχιστον τρεις διαστάσεις: μια πρώτη διμερή, μία δεύτερη που αφορά τις σχέσεις ανάμεσα σε Κούρδους και τους Τούρκους και τέλος μια τελευταία που περιλαμβάνει τις εσωτερικές δυσκολίες του καθεστώτος της Άγκυρας.

«Οι Άραβες μάς μαχαίρωσαν στην πλάτη κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου και κατά τη διάρκεια του πολέμου της Ανεξαρτησίας (1919-1923)», «Οι Άραβες είναι βρόμικοι», «Η Συρία δεν ήταν παρά ένα μικρό διαμέρισμα της οθωμανικής εποχής», «Οι Άραβες προκαλούν και ενθαρρύνουν τα ισλαμιστικά κινήματα στην Τουρκία», αυτά είναι ορισμένα από τα δόγματα που διαδίδουν οι κεμαλικοί ηγέτες και τα οποία παραμένουν αρκετά ριζωμένα στη συλλογική μνήμη. Η Τουρκία δυσκολεύεται να αναγνωρίσει την ανεξαρτησία της Συρίας. Είναι πεισμένη ότι η Δαμασκός προσπαθεί να υπονομεύσει την οικονομία της και να την εμποδίσει να παίξει το ρόλο της ως περιφερειακής δύναμης.

Η συμμαχία ανάμεσα στην Τουρκία και το Ισραήλ δεν διευκολύνει τα πράγματα. Ο πρεσβευτής του Ισραήλ στην Άγκυρα Ούρι Μπαρ-Νερ εξηγούσε ότι: «Η Τουρκία και το Ισραήλ σχημάτισαν με την υποστήριξη των ΗΠΑ μια σημαντική συμμαχία ισχύος» (4).

 

Η εικοστή έβδομη εξέγερση

Στις εντάσεις αυτές προστίθενται δύο άλλες διενέξεις: Η Τουρκία κατηγορεί τη Συρία για βλέψεις στο διαμέρισμα της Αντιόχειας (Αντάκια, πρωτεύουσα του διαμερίσματος του Χατάι) – το οποίο παραχωρήθηκε από τη Γαλλία στην Άγκυρα το 1939. Αυτή η περιοχή, η αρχαία Αλεξανδρέττα, η οποία κατοικείται κατά πλειοψηφία από Άραβες, εμφανίζεται στους χάρτες που διανέμει η Δαμασκός ως αναπόσπαστο τμήμα της Συρίας. Εξάλλου, το μπααθικό καθεστώς, υποστηριζόμενο από το Ιράκ, εκτιμά ότι η διαχείριση και η χρησιμοποίηση των υδάτων του Ευφράτη και του Τίγρη έπρεπε επίσης να ανήκει στη δική του δικαιοδοσία. Η διεθνής σύμβαση για τους διεθνικούς ποταμούς (Σ.τ.Μ.: πρόκειται για τους ποταμούς οι οποίοι διέρχονται από περισσότερες χώρες), που υιοθετήθηκε από τα Ηνωμένα Έθνη στις 21 Μαΐου 1997, δικαιώνει τη Δαμασκό (και τη Βαγδάτη) (5).

Η «κουρδική ιδεοληψία» είναι μια άλλη διάσταση της σημερινής κρίσης. Ο πρόεδρος της δημοκρατίας Ντεμιρέλ έχει διακηρύξει ότι η Τουρκία έχει καταστείλει είκοσι έξι αποσχιστικές εξεγέρσεις και ότι είναι ικανή να καταστείλει την εικοστή έβδομη, την οποία κατευθύνει το ΡΚΚ από τον Αύγουστο του 1984. Όμως, η Συρία υπήρξε από το 1925 (ημερομηνία της πρώτης σημαντικής εξέγερσης των Κούρδων με ηγέτη το σεΐχη Σάιντ), μια χώρα υποδοχής για τους κούρδους πρόσφυγες, για τους νικημένους διανοούμενους και πολιτικούς αντιπάλους (6).

Αυτό που οι Κούρδοι ονομάζουν ο «μικρός Νότος», δηλαδή το Κουρδιστάν της Συρίας (γιατί ο Νότος είναι το βόρειο Ιράκ), αποτελείται από μία ζώνη μήκους περίπου 600 χιλιομέτρων και πλάτους 30 έως 40 χιλιομέτρων, η οποία φιλοξενεί έναν κουρδικό πληθυσμό, περίπου ενός εκατομμυρίου ψυχών. Η πλειονότητα από αυτούς δεν έχουν αστυνομική ταυτότητα και δεν αναγνωρίζονται από τη Δαμασκό ως εθνική μειονότητα. Αντίθετα, εκπροσωπούνται στο Κοινοβούλιο -το οποίο δεν είναι παρά μια υπηρεσία πρωτοκόλλου- η κουρδική γλώσσα δεν είναι απαγορευμένη και ο πληθυσμός συνυπάρχει ειρηνικά με τους Άραβες (7).

Το Δημοκρατικό Κόμμα του Κουρδιστάν (PDK) με επικεφαλής τον Μασούντ Μπαρζανί, το οποίο ελέγχει μεγάλο τμήμα του βόρειου Ιράκ, υπέγραψε στις 18 Σεπτεμβρίου 1998 συμφωνία ειρήνης με την Πατριωτική Ένωση του Κουρδιστάν (UPK). Η τελευταία, με επικεφαλής τον Τζαμάλ Ταλαμπανί, ελέγχει μικρό τμήμα του νότιου τμήματος του βόρειου Ιράκ και είναι σύμμαχος με το Ιράν. Η Άγκυρα αντιτάχθηκε σε αυτή τη συμφωνία, η οποία υπογράφηκε υπό την αιγίδα της Ουάσιγκτον (η οποία ωστόσο προβλέπει την εκδίωξη του ΡΚΚ από το βόρειο Ιράκ) γιατί φοβάται μήπως δει να δημιουργείται ένα κουρδικό ανεξάρτητο κράτος στο βόρειο Ιράκ.

Το ΡΚΚ, το οποίο ιδρύθηκε από δώδεκα φοιτητές το 1978, κατέστησε τον ένοπλο αγώνα -ο οποίος ξεκίνησε το 1984 με διακόσιους μαχητές που εκπαιδεύτηκαν στα παλαιστινιακά στρατόπεδα των Ζωρζ Χάμπας και Νάγεφ Χαουάτμε -άξονα της πάλης του εναντίον του «τουρκικού αποκιοκρατικού κράτους». Διεκδικεί μία κουρδοτουρκική ομοσπονδία, χωρίς τροποποίηση των εθνικών συνόρων. Χωρίς την εμπειρία του αντι-ανταρτικού αγώνα, ο «δεύτερος στρατός του ΝΑΤΟ» αποδείχθηκε ανίκανος να πολεμήσει αυτούς που αποκαλούσε μέχρι το 1992 «μια χούφτα ληστές». Οι μέθοδοι που υιοθετήθηκαν από την κεντρική εξουσία (χωριά και κωμοπόλεις που εκκενώνονταν από τον πληθυσμό τους, δολοφονίες, βασανιστήρια, απαγόρευση κάθε ειρηνικής διαδήλωσης κ.λπ.) ενίσχυσαν το ΡΚΚ: το 1922, ο Τούρκος υπουργός Εσωτερικών παραδέχθηκε ότι το ΡΚΚ είχε 15.000 μαχητές και πάνω από 100.000 μέλη.

Το κόστος του πολέμου είναι βαρύ. Οι οικονομολόγοι δεν μπορούν να υπολογίσουν ακριβώς τις δαπάνες (γιατί υπάρχουν «κονδύλια» που δεν καταγράφονται και τα οποία δεν υπόκεινται στον έλεγχο του Κοινοβουλίου), αλλά πάνω από τα τρία πέμπτα του προϋπολογισμού αφιερώνονται σε αυτόν (8). Από εκεί προκύπτει ένας ετήσιος πληθωρισμός που από το 1991 ξεπερνά το 80% και ο οποίος έχει επιδεινώσει την οικονομική και κοινωνική κρίση.

Ουσιαστικά από το 1992, το ΡΚΚ άρχισε να χάνει έδαφος. Από τη μία πλευρά, ο στρατός τελειοποιούσε την τακτική του. Από την άλλη, το ΡΚΚ, οργάνωση η οποία κινητοποιούσε τη μικρή αγροτική τάξη, αλλά ήθελε να είναι μαρξίζουσα και εθνικιστική, στάθηκε ανίκανο να μεταφράσει τις στρατιωτικές επιτυχίες του στο κοινωνικό, πολιτικό και λαϊκό επίπεδο. Οι βίαιες μέθοδοί του (επιθέσεις εναντίον των χωριών όπου βρίσκονταν φιλοκυβερνητικές πολιτοφυλακές, σφαγές γυναικών και παιδιών, βομβιστικές επιθέσεις στις μεγάλες πόλεις), οι οποίες εφαρμόζονταν μέχρι τα τέλη του 1992, εξασθένισαν τη λαϊκή υποστήριξή του. Αντίθετα, οι διπλωματικές πρωτοβουλίες του, οι πολυάριθμες εκκλήσεις για κατάπαυση πυρός και για διάλογο δημιούργησαν πραγματικό πονοκέφαλο στους στρατιωτικούς και πολιτικούς ηγέτες της Άγκυρας.

Κάτω από την επίδραση του ΡΚΚ, ο πρόεδρος Μαντέλα αρνήθηκε το Μεγάλο Βραβείο Ειρήνης Ατατούρκ, το Μάιο του 1992. Επιπλέον, διαμαρτυρήθηκε για την απονομή του βραβείου, την προηγούμενη χρονιά, στο στρατηγό Κενάν Εβρέν, τον πρωταγωνιστή του πραξικοπήματος της 12ης Σεπτεμβρίου 1980, αρχηγό της στρατιωτικής χούντας (1980-1983) και πρώην πρόεδρο της δημοκρατίας (1980-1989). Σε περισσότερες από σαράντα χώρες και στις πέντε ηπείρους (από την Ουάσιγκτον μέχρι το Σίντνεϊ, από την Οτάβα μέχρι το Γιοχάνεσμπουργκ, από την Αβάνα μέχρι το Αλμάτι από το Παρίσι μέχρι το Τρεβάν…) τα γραφεία πληροφοριών του το ΡΚΚ, αποδεικνύονται δραστήρια απέναντι στα κοινοβούλια και τις κυβερνήσεις. Το εξόριστο Κοινοβούλιο του Κουρδιστάν, που εδρεύει στις Βρυξέλλες, οργάνωσε συνόδους, από το 1995, στα επίσημα κτίρια πολλών χωρών (Βέλγιο, Αυστρία, Ολλανδία, Ρωσία, Ιταλία). Οι εκστρατείες αυτές επιδείνωσαν την απομόνωση, η οποία ήταν ήδη μεγάλη, της Τουρκίας, της οποίας η αίτηση για ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση δεν ελήφθη υπόψη κατά τη διάρκεια της ευρωπαϊκής συνόδου κορυφής του Λουξεμβούργου, το Δεκέμβριο του 1997.

Το ΡΚΚ, εμπνεόμενο από τα παραδείγματα της Βόρειας Ιρλανδίας, της Παλαιστίνης και πιο πρόσφατα της Κολομβίας, προκήρυξε μονομερώς κατάπαυση πυρός, για δεύτερη φορά, την 1η Σεπτεμβρίου 1998, αλλά η Άγκυρα αρνήθηκε κατηγορηματικά την προσφορά αυτή. Σημαντικό τμήμα του στρατού αντιτίθεται σε κάθε πολιτική λύση, γιατί έχει συμφέρον από τη συνέχιση της σύγκρουσης, η οποία ενισχύει τη λαβή του πάνω στην κοινωνία. Ο πόλεμος έχει γίνει λόγος ύπαρξης για ορισμένες κοινωνικές κατηγορίες: στρατιωτικοί ηγέτες και έμποροι κανονιών, χωροφύλακες και αστυνομικοί που υπηρετούν στην Ανατολή και στα Νοτιοανατολικά, δημόσιοι και ιδιωτικοί έμποροι ναρκωτικών, φιλοκυβερνητικοί πολιτοφύλακες και γραφειοκράτες που υπηρετούν στις επαρχίες οι οποίες βρίσκονται σε καθεστώς πολιορκίας κ.λπ. Οι υπερεθνικιστές βλέπουν τις θέσεις τους να ενισχύονται με τον αυξανόμενο αριθμό από φέρετρα στρατιωτών ή αστυνομικών που έρχονται από τις κουρδικές επαρχίες.

 

Αύξηση του ισλαμισμού

Η ενίσχυση του πολιτικού Ισλάμ θέτει ένα άλλο πρόβλημα στο στρατό. Παρά τις πολλαπλές πιέσεις της εξουσίας (απαγόρευση του Κόμματος της Ευημερίας -Ρεφάχ- από το Συνταγματικό Συμβούλιο, παραπομπή σε δίκη των ηγετών του, καταδίκη των δημάρχων της Κωνσταντινούπολης και του Καϊζερί, λογοκρισία των εκπομπών των τηλεοπτικών σταθμών των ισλαμιστών, άσκηση δίωξης εναντίον επιχειρηματιών κ.λπ.), η μεγαλύτερη πολιτική δύναμη της χώρας, με το 21,7% των ψήφων στις τελευταίες εκλογές, συνεχίζει την άνοδό της.

Ο αγώνας του στρατού εναντίον του ισλαμισμού, ο οποίος διεξάγεται με αστυνομικές μεθόδους, αποδεικνύεται ακόμη περισσότερο αναποτελεσματικός, καθώς τα σκάνδαλα που εμπλέκουν την πολιτική τάξη και το στρατό πολλαπλασιάζονται. Ανάμεσά τους, το σκάνδαλο του Σουσουρλούκ (9), το οποίο αποκαλύφθηκε από τροχαίο δυστύχημα, έδειξε τις διασυνδέσεις ανάμεσα στους ανώτατους αξιωματούχους της κυβέρνησης, μεταξύ τους και υπουργοί, και στους υπεύθυνους της αστυνομίας, τη μαφία και τους πληρωμένους δολοφόνους, τους οποίους στρατολογεί το κράτος για να εξοντώνει Αρμένιους ή Κούρδους αγωνιστές.

Η κυβέρνηση του Ρεφάχ του Ντετσμετίν Ερμπακάν ανατράπηκε τον Ιούνιο του 1997 από ένα είδος συγκαλυμμένου στρατιωτικού πραξικοπήματος. Ο κυβερνητικός συνασπισμός μειοψηφίας (δύο κόμματα της παραδοσιακής δεξιάς και ένα μικρό κόμμα της εθνικιστικής αριστεράς) που τη διαδέχθηκε, δεν έχει ούτε εσωτερική συνοχή ούτε συγκροτημένη στρατηγική για να διευθύνει τη χώρα (Σ.τ.μ.: το άρθρο έχει γραφτεί πριν από την παραίτηση της κυβέρνησης Γιλμάζ και την έναρξη διαβουλεύσεων για το σχηματισμό νέας κυβέρνησης). Μπροστά στο πολιτικό αδιέξοδο, η Μεγάλη Εθνοσυνέλευση αποφάσισε να οργανώσει πρόωρες βουλευτικές εκλογές στις 18 Απριλίου 1999. Αλλά το νέο Κόμμα της Αρετής, ακριβές αντίγραφο του πρώην Κόμματος της Ευημερίας, είναι βέβαιο για τη νίκη του. Παρά την αντίθεση του στρατού και της πλειονότητας των μεγάλων μέσων ενημέρωσης, πέτυχε στις 11 Οκτωβρίου 1998 να κινητοποιήσει πάνω από δύο εκατομμύρια άτομα σε 25 πόλεις και να οργανώσει μια «αλυσίδα της ελευθερίας» για να διαμαρτυρηθεί εναντίον της απαγόρευσης της ισλαμικής μαντίλας. Ξεσηκώνοντας την κοινή γνώμη κατά της Συρίας, ο στρατός ελπίζει να αποφύγει την προαναγγελθείσα νίκη του.

Μολονότι η κρίση με τη Συρία μοιάζει να έχει διευθετηθεί προσωρινά, μετά τη συμφωνία που υπέγραψαν οι δύο χώρες τον Οκτώβριο, και μολονότι η Δαμασκός φαίνεται να έχει αποδεχθεί να σταματήσει την υποστήριξή της στο ΡΚΚ, είναι ελάχιστα πιθανό ότι αυτό θα συμβάλει στη λύση των αντιφάσεων που συγκλονίζουν την Τουρκία. Η κρίση που ανταπαραθέτει την Άγκυρα με την Ιταλία, με αφορμή την έκδοση του Αμπντουλάχ Οτσαλάν, επιβεβαιώνει ότι ο στρατός δεν καταλαβαίνει πάντοτε ότι οι ρίζες του κουρδικού δράματος βρίσκονται στην ίδια την καρδιά του τουρκικού καθεστώτος.

 

  1. Ομιλία του προέδρου Ντεμιρέλ κατά την τελετή έναρξης της συνόδου του τουρκικού κοινοβουλίου την 1η Οκτωβρίου 1998 στην Άγκυρα.
  2. «Hürriyet», Κωνσταντινούπολη, 7 και 8 Οκτωβρίου 1998.
  3. Τα τουρκικά μέσα ενημέρωσης έχασαν κάθε αίσθηση μέτρου στην κάλυψη της γέννησης της συριακής κρίσης. Ακολουθούν οι τίτλοι της πρώτης σελίδας των έξι καθημερινών εφημερίδων εθνικής κυκλοφορίας μεταξύ 2 και 6 Οκτωβρίου: «Sabah» (λαϊκή, φιλελεύθερη δεξιά): «Το κεφάλι της οχιάς» (με μια φωτογραφία του προέδρου Άσαντ). «Aksam»  (εθνικιστική δεξιά): «Μπορούμε να σας νικήσουμε όλους!» (εναντίον της Συρίας, του αραβικού κόσμου και της Ελλάδας). «Milliyet» (λαϊκή, κεντρώα): «Ο στρατός περιμένει διαταγές». «Radikal»  (μετριοπαθής αριστερά): «Άνεμοι πολέμου». «Yeni Yüzil» (φιλελεύθερη): «Δώστε μας τον Άπο!» (έκκληση που απευθύνεται στη Δαμασκό: Άπο είναι το παρατσούκλι του Αμπντουλάχ Οτσαλάν), «Hürriyet» (λαϊκή, εθνικιστική): «Θα μπούμε από το βορρά και θα βγούμε από το νότο»» (στρατιωτική απειλή κατά της Δαμασκού). «Sabah» (λαϊκή, φιλελεύθερη δεξιά): «Θα φτάσουμε στη Δαμασκό το απόγευμα».
  4. «Cumhuriyet», Κωνσταντινούπολη, 29 Ιουνίου 1998.
  5. Βλ. Alain Gresh, «Souffles guerriers sur le Proche-Orient», «Le Monde diplomatique», Δεκέμβριος 1997.
  6. Μπορούμε να βρούμε περισσότερες λεπτομέρειες για το ζήτημα αυτό στα βιβλία αναμνήσεων κούρδων διανοουμένων όπως των Μουσά Αντέρ, Τσελαλέτ Μπεντιρχάν, Ντουρετίν Ζαζά και Τσιγκερχούν.
  7. Ο συγγραφέας αυτού του άρθρου πέρασε δέκα μέρες στη Συρία, το Μάρτιο του 1994, για να κάνει δημοσιογραφική έρευνα για το κουρδικό πρόβλημα.
  8. Taylan Dogan, Savas Ekonomisi («Η Οικονομία του πολέμου»), Avesta, Κωνσταντινούπολη, 1998.
  9. Βλ. Martin Α. Lee «Les liaisons dangereuses de la police turque», «Le Monde diplomatique», Μάρτιος 1997 και Kendal Nezan, «Η Τουρκία σταυροδρόμι στο εμπόριο ναρκωτικών».
Facebooktwittergoogle_pluspinterestlinkedintumblrmail
Authors: