Με εμβρυουλκό η παλαιστινιακή ανεξαρτησία

[από το αρχείο της “Le Monde diplomatique”, Δεκέμβριος 2000]

Καθ’ όλη τη διάρκεια του Αυγούστου, οι μυστικές διαβουλεύσεις που αποσκοπούσαν στην επίτευξη μιας ισραηλινο-παλαιστινιακής ειρήνης συνεχίστηκαν. Η διάσκεψη κορυφής του Καμπ Ντέιβιντ (11 έως 25 Ιουλίου 2000) επέτρεψε να θιγούν τα πιο σημαντικά σημεία της διένεξης: η τύχη των προσφύγων, το καθεστώς της Ιερουσαλήμ, το μέλλον των εβραϊκών οικισμών, η οριοθέτηση των συνόρων. Ωστόσο, αυτή η διάσκεψη, που έγινε υπό την αιγίδα της Ουάσιγκτον, ήταν εξαρχής καταδικασμένη σε αποτυχία, γιατί οι βαθιές διαφορές ανάμεσα στα δύο μέρη δεν είχαν γεφυρωθεί. Τελικά η παλαιστινιακή ανεξαρτησία δεν θα γεννηθεί παρά με εμβρυουλκό.

«Σ’ αυτό εδώ το δωμάτιο, λίγο καιρό πριν από την αποστολή των προσκλήσεων για το Καμπ Ντέιβιντ, εξήγησα με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο στην Μαντλίν Ολμπράιτ, ότι μια τόσο σημαντική συνάντηση όπως αυτή, η οποία θα γινόταν χωρίς σοβαρή και σε βάθος προετοιμασία, προοριζόταν αναπόφευκτα να αποτύχει». Την επομένη της επιστροφής του από τη διάσκεψη κορυφής (από τις 11 έως τις 25 Ιουλίου 2000), μέσα στο γραφείο του στη Ραμάλα (Δυτική Όχθη του Ιορδάνη), ο παλαιστίνιος πρόεδρος είναι κατηγορηματικός. Πίστευε ότι είχε πείσει την αμερικανίδα υπουργό των Εξωτερικών για την ανάγκη να αφιερώσει περισσότερο χρόνο για την προετοιμασία της συνάντησης. Όμως, η Ολμπράιτ πείστηκε τελικά από τον ισραηλινό πρωθυπουργό Εχούντ Μπαράκ. Η επικεφαλής της αμερικανικής διπλωματίας συνέστησε, λοιπόν, στον πρόεδρο Ουίλιαμ Κλίντον να υιοθετήσει την ισραηλινή άποψη και να καλέσει γρήγορα τους δύο πρωταγωνιστές.

Ο Μπαράκ κατάφερε να πείσει τις Ηνωμένες Πολιτείες ότι μία συνάντηση κορυφής κεκλεισμένων των θυρών, αποκλεισμένη από ολόκληρο τον κόσμο, ανάμεσα στον Αραφάτ και σε αυτόν, με την προσωπική και πολύ δραστήρια συμμετοχή του προέδρου Κλίντον, θα μπορούσε να επιβάλει στον παλαιστίνιο ηγέτη μια συμφωνία ειρήνης η οποία θα ικανοποιούσε το Ισραήλ και θα έθετε τέλος στην εκατονταετή σύγκρουση ανάμεσα στους Εβραίους του Ισραήλ και τους Άραβες της Παλαιστίνης. Άραγε, πίστευε πραγματικά ότι θα κατέληγε στη σύναψη μιας οριστικής και διαρκούς ειρήνης, που θα συνοδευόταν από μια διακήρυξη των Παλαιστινίων η οποία θα έβαζε τέλος στις διεκδικήσεις τους μετά από μία ή δύο εβδομάδες διαπραγματεύσεων, μολονότι τις δύο πλευρές χώριζε πάντα ένα τεράστιο χάσμα;

Μερικά άρθρα του ισραηλινού τύπου (1) επικαλέστηκαν την υπόθεση μιας μεγάλης χειραγώγησης: ο Μπαράκ παρουσιάζει απαράδεκτες για τους Παλαιστίνιους προτάσεις, που αφορούν την Ιερουσαλήμ, τους πρόσφυγες, τα σύνορα, τους οικισμούς κ.λπ. Εάν οι συντονισμένες πιέσεις των Κλίντον και Μπαράκ καρποφορούσαν και ο Αραφάτ δεχόταν το απαράδεκτο, θα ήταν μια λαμπρή νίκη για τον ισραηλινό πρωθυπουργό. Στην αντίθετη περίπτωση, ο Μπαράκ θα καθιστούσε τους Παλαιστίνιους υπεύθυνους για την αποτυχία. Κάτι τέτοιο θα επιβεβαίωνε, όπως τονίζει ένα αγαπημένο στην ισραηλινή δεξιά σύνθημα, ότι «δεν υπάρχει συνομιλητής (για να μιλήσουμε για την ειρήνη) από την πλευρά των Παλαιστινίων»…

Για να εκθέσει το επίπεδο των πιέσεων ο Αραφάτ είπε ότι οι δύο εβδομάδες της διάσκεψης κορυφής ήταν πιο σκληρές από τους δύο μήνες της πολιορκίας της Βηρυτού και τους ισραηλινούς βομβαρδισμούς το καλοκαίρι του 1982 (2). Ωστόσο, δεν του ήταν εύκολο να αρνηθεί την πρόσκληση του προέδρου Κλίντον. Πράγματι, ο τελευταίος ενίσχυσε τους δεσμούς των Ηνωμένων Πολιτειών με την Παλαιστινιακή Αρχή από το 1993 και μετέβη στη Γάζα το Δεκέμβριο του 1998, για να απευθύνει ομιλία στην έκτακτη σύνοδο του Παλαιστινιακού Εθνικού Συμβουλίου.

Επιπλέον, κατά τη διάρκεια της οκτάχρονης θητείας του, προσκάλεσε τον Αραφάτ είκοσι δύο φορές στο Λευκό Οίκο, πολύ περισσότερες από οποιονδήποτε άλλον άραβα ηγέτη. Ο Αμερικανός πρόεδρος υπολόγιζε εξάλλου σ’ αυτή την προνομιακή σχέση για να βοηθήσει τον Μπαράκ να επιβάλει την άποψή του.

Κατά τη διάρκεια της διάσκεψης κορυφής, ο Αραφάτ εξήγησε πολλές φορές τους λόγους για τους οποίους δεν μπορούσε να δεχθεί τις προτάσεις που του είχαν υποβάλει. Και μπρος στην επιμονή του Κλίντον, του απάντησε: «Θέλετε, κύριε πρόεδρε, να παραβρεθείτε στην κηδεία μου; (3)». Ήδη, σε άλλη ευκαιρία, οι Κλίντον και Μπαράκ είχαν συντονίσει τις προσπάθειές τους για να κάμψουν έναν άλλον άραβα ηγέτη, το Σύριο πρόεδρο Χάφεζ αλ Ασαντ. Όμως, παρά την πραγματοποίηση μιας συνάντησης κορυφής Κλίντον-Ασαντ στη Γενεύη, το Μάρτιο του 2000, η αποτυχία ήταν πλήρης. Την παραμονή του Καμπ Ντέιβιντ, ο αιγύπτιος πρόεδρος Χόσνι Μουμπάρακ είχε προειδοποιήσει τον Αραφάτ για την επανάληψη αυτού του ελιγμού, που, και στις δύο περιπτώσεις, κατέληξε να εμφανίσει τους άραβες ηγέτες ως αδιάλλακτους.

 

«Δεχθείτε αυτά που σας προτείνουν»

Ο Αραφάτ πήγε λοιπόν εκών-άκων στη διάσκεψη κορυφής. Γνώριζε τα αποτελέσματα των συνομιλιών του «μυστικού διαύλου» της Στοκχόλμης ανάμεσα στον ισραηλινό υπουργό Εσωτερικής Ασφάλειας Σλόμο Μπεν Άμι, και τον πρόεδρο του Παλαιστινιακού Νομοθετικού Συμβουλίου Αχμέντ Κορέι (Αμπού Αλάα). Παρά τις είκοσι συνεδριάσεις κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων, το αδιέξοδο ήταν πλήρες. Οι Παλαιστίνιοι επιβεβαίωσαν την προσήλωσή τους στη διεθνή νομιμότητα, δηλαδή τις αποφάσεις του ΟΗΕ, ως σημείο εκκίνησης όλων των διαπραγματεύσεων. «Από τη στιγμή που θα υιοθετήσετε αυτές τις αποφάσεις (κυρίως την απόφαση 242 του Συμβουλίου Ασφαλείας, που αφορά την επιστροφή των κατεχόμενων από τον Ιούνιο του 1967 αραβικών εδαφών, και την απόφαση 194 του 1948 της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών περί του δικαιώματος επιστροφής των προσφύγων), θα βρείτε έναν εύκολο συνομιλητή», είχαν βεβαιώσει. Οι Ισραηλινοί ανταπάντησαν: «Οφείλετε να έχετε πιο μετριοπαθείς προτάσεις, αλλιώς δεν θα μπορέσουμε να προχωρήσουμε».

Πριν την έναρξη των συνομιλιών ο ισραηλινός διαπραγματευτής είχε εξηγήσει: «Δεν έχετε τη δύναμη να πετύχετε αυτό που ζητάτε, να είστε ρεαλιστές και δεχθείτε αυτό που σας προτείνουμε». Αυτή η γλώσσα δεν μπορούσε παρά να ταπεινώσει τους Παλαιστινίους. Τελικά, ο Μπεν Άμι υποστήριξε ότι οι συνομιλίες είχαν καρποφορήσει και ότι ήταν καιρός να συγκεντρωθούν οι ηγέτες για να πάρουν τις απαραίτητες ιστορικές αποφάσεις. «Μα δεν έχουμε κάνει οποιαδήποτε πρόοδο», παρατήρησε έκπληκτος ο Αχμέντ Κορέι. «Ας αφήσουμε τη δουλειά στους “μεγάλους”, ο χρόνος πιέζει», απάντησε ο ισραηλινός υπουργός.

Το κεντρικό πρόσωπο στην σκηνή του Καμπ Ντέιβιντ ήταν προφανώς ο πρόεδρος Ουίλιαμ Κλίντον. Άφησε να αιωρείται η πιθανότητα δεκάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων βοήθειας για να επιχειρήσει να σαγηνεύσει τον Αραφάτ, ενώ ο ισραηλινός πρωθυπουργός, ο οποίος ωστόσο είχε την ιδέα της διάσκεψης, απέφυγε συστηματικά στις δεκαπέντε μέρες που διήρκεσε αυτή, οποιαδήποτε κατ’ ιδίαν συνάντηση με τον Γιάσερ Αραφάτ…

Τέσσερις επιτροπές λειτούργησαν κατά τη διάρκεια της συνάντησης: για τους πρόσφυγες, την Ιερουσαλήμ, τα σύνορα και τους οικισμούς των εποίκων στα κατεχόμενα εδάφη και την ασφάλεια. Εάν η τελευταία, η οποία ασχολήθηκε ουσιαστικά με τον έλεγχο των ανατολικών συνόρων με την Ιορδανία, σημείωσε κάποια πρόοδο, οι άλλες «κόλλησαν».

Κατά τη διάρκεια μιας παύσης ο πρόεδρος Κλίντον καυχήθηκε για τη λεπτομερή γνώση που είχε για τους δρόμους της παλιάς πόλης της Ιερουσαλήμ. Όμως, δεν βρέθηκε κανένας έξυπνος σύμβουλος να του ψιθυρίσει στο αφτί ότι η ανέγερση μιας συναγωγής στην πλατεία του τεμένους Ελ Άκσα, τρίτου ιερού τόπου του Ισλάμ, και η «οριζόντια» διαίρεση του λόφου πάνω στον οποίο βρίσκεται, ανάμεσα σε μουσουλμάνους και εβραίους -με τους πρώτους να παίρνουν τα δύο τεμένη, του Ελ Άκσα και του Όρους, και τους δεύτερους να κρατούν το κάτω μέρος, δηλαδή τα θεμέλια του αρχαίου Ναού -ήταν μια πρόκληση.

Η απίστευτη πρόταση να επιτραπεί στους εβραίους να προσεύχονται στην πλατεία του τεμένους, κάτι που απαγορευόταν μέχρι τις μέρες μας από το μεγάλο ραβινάτο της Ιερουσαλήμ (4), αναφέρθηκε από τον Σάντι Μπέργκερ, σύμβουλο σε θέματα εθνικής ασφαλείας. Ο Γιάσερ Αμπεντ Ράμπο, υπουργός Πολιτισμού και Πληροφοριών, κατάπληκτος και οργισμένος, του ανταπάντησε: «Ακούστε, κύριε Μπέργκερ, δέχομαι. Αλλά σας προειδοποιώ. Αυτό που θα συμβεί σε ολόκληρο τον αραβικό και μουσουλμανικό κόσμο θα είναι χίλιες φορές τρομακτικότερο από τις συγκρούσεις που έγιναν μετά τη διάνοιξη της σήραγγας στην παλιά πόλη της Ιερουσαλήμ από τον Νετανιάχου το 1996» (80 νεκροί και από τις δύο πλευρές και εκατοντάδες τραυματίες). Πολύ χλομός, ο Μπέργκερ, αντέδρασε πολύ γρήγορα: «Σας απαγορεύω να αναφέρετε ότι είμαι εγώ αυτός που πρότεινε κάτι τέτοιο». Και ο Γιάσερ Αραφάτ αναφώνησε πικρά: «Αρνούμαι να εκχωρήσω οποιοδήποτε μέρος του αλ Χάραμ ελ Σαρίφ (η πλατεία του Ελ Άκσα) ακόμη και με αντάλλαγμα τη Χάιφα και τη Γιάφα (5)».

Σε εφαρμογή της απόφασης 242 του Συμβουλίου Ασφαλείας, οι Παλαιστίνιοι ζητούσαν την επιστροφή υπό την κυριαρχία τους ολόκληρου του κατεχόμενου από το 1967 αραβικού τμήματος της Ανατολικής Ιερουσαλήμ, αφήνοντας πάντως στο Ισραήλ την εντός των τειχών εβραϊκή συνοικία, καθώς επίσης και το τείχος των Λυγμών. Αντίθετα, η ισραηλινή πρόταση δεν παραχωρούσε στην κυριαρχία των Παλαιστινίων παρά μόνο τις περιφερειακές συνοικίες και τα χωριά καθώς και ένα είδος αυτονομίας στη μουσουλμανική και τη χριστιανική συνοικία τις παλιάς πόλης και τους τομείς εκτός των τειχών. Από την άλλη μεριά, το Ισραήλ πρότεινε την επιστροφή του 87% της Δυτικής Όχθης του Ιορδάνη, εφόσον το υπόλοιπο -το οποίο περιλαμβάνει κυρίως το μεγαλύτερο τμήμα των οικισμών- έχει προσαρτηθεί.

Πεδίο μιας αδιάκοπης και λυσσώδους μονομαχίας, η λιγότερο παραγωγική επιτροπή ήταν εκείνη που αφιέρωσε τις εργασίες της στους πρόσφυγες, σύμβολα της Νάκμπα, της καταστροφής που χτύπησε τον παλαιστινιακό λαό το 1948, και της οποίας οι πληγές από τότε παραμένουν ανοιχτές. Οι Παλαιστίνοι περίμεναν κάποιες κινήσεις από την πλευρά των συνομιλητών τους, των οποίων η ευθύνη για την εκδίωξη των προσφύγων την περίοδο 1948-1949 δεν χρειάζεται πια απόδειξη (6). Όμως, οι Παλαιστίνοι δεν άκουσαν παρά τα συνηθισμένα και γνωστά λόγια. Το Ισραήλ αποποιήθηκε αμέσως οποιαδήποτε ευθύνη για την αιτία του δράματος. Αρνήθηκε να εκφράσει οποιασδήποτε μορφής συγνώμη. «Το περισσότερο που μπορούμε να κάνουμε», εξήγησε ένας εκπρόσωπος του εβραϊκού κράτους, «είναι να εκφράσουμε τη λύπη μας για τον πόνο των προσφύγων», μια διατύπωση που ταιριάζει στα δυστυχήματα, τις καταστροφές ή τους σεισμούς. Οι μόνοι υπεύθυνοι, σύμφωνα με το Ισραήλ, γι’ αυτή την τραγωδία που άγγιξε έναν ολόκληρο λαό, είναι «οι αραβικές χώρες που κάλεσαν τους Παλαιστινίους να αφήσουν τα σπίτια τους και να περιμένουν την απελευθέρωση της χώρας τους από τους αραβικούς στρατούς». Έτσι, τα επιχειρήματα της προπαγάνδας της δεκαετίας του ’50 αντήχησαν και πάλι γύρω από το μικρό τραπέζι μιας αίθουσας της έπαυλης Χόλι όπου συνεδρίαζε η επιτροπή.

Για το Ισραήλ, η απόφαση 194 του ΟΗΕ, η οποία επιβεβαιώνει το δικαίωμα στην επιστροφή των προσφύγων, εκφράζει πάντα την επιθυμία της εκμηδένισης του εβραϊκού κράτους. Ωστόσο, το Ισραήλ παρουσίασε στην επιτροπή τη «συμβολή» του στη λύση του προβλήματος: την απορρόφηση, που θα εκτείνεται σε δέκα χρόνια, πέντε έως δέκα χιλιάδων προσφύγων ή περισσότερων χιλιάδων σε μία μοναδική φορά.

Και για τις επανορθώσεις, που επίσης προβλέπονταν από την απόφαση 194; Ανταλλαγή απόψεων κατά τη διάρκεια μιας συνεδρίασης της επιτροπής:

Γιάσερ Αμπεντ Ράμπο: «Περιμένουμε την πληρωμή των αποζημιώσεων για τις περιουσίες των προσφύγων που τις διαχειρίζεται ο ισραηλινός διοικητής των εγκαταλειμμένων περιουσιών. Μια τριμερής επιτροπή (αγγλο-γαλλο-τουρκική) είχε κοστολογήσει το 1949 την αξία αυτών των περιουσιών σε 1.124.000.000 λίρες στερλίνες (σημ. του Α. Kapeliouk: σήμερα, το ποσό αυτό αντιστοιχεί σε πολλές εκατοντάδες δισ. εκατομμύρια δολάρια). Πρέπει να αρχίσουμε να αποζημιώνουμε τους πρόσφυγες κάνοντας χρήση αυτού του ποσού». Ο Ελιακίμ Ρουμπινστάιν, νομικός σύμβουλος της ισραηλινής κυβέρνησης: «Τα ποσά αυτά δεν υπάρχουν πια. Τα έχουμε χρησιμοποιήσει. Η διεθνής κοινότητα θα πρέπει να δημιουργήσει κεφάλαια γι’ αυτό το σκοπό».

Η επιστροφή των περιουσιών των προσφύγων απορρίφθηκε επίσης κατηγορηματικά.

Σαν να μην έφτανε αυτό, μόνο ένα μέρος των διεθνών κεφαλαίων προορίζεται για τους παλαιστίνιους πρόσφυγες. Το υπόλοιπο θα αποζημιώσει, σύμφωνα με το Ισραήλ, «τους εβραίους πρόσφυγες που έφυγαν από τις αραβικές χώρες» μετά το 1948. Έκπληξη και πικρία ανάμεσα στην παλαιστινιακή ομάδα: «Όχι μόνο αυτοί οι νέοι μετανάστες εγκαταστάθηκαν στα σπίτια των οποίων οι ιδιοκτήτες διώχθηκαν ή έφυγαν για να γλιτώσουν τις σφαγές, αλλά προσπαθείτε να τους αποζημιώσετε σε βάρος μας».

Αμπεντ Ράμπο: «Γιατί δεν ζητήσατε αποζημιώσεις από την Αίγυπτο, κατά τη διάρκεια των ειρηνευτικών συνομιλιών;».

Ρουμπινστάιν: «Αποφασίσαμε να κρατήσουμε αυτό το θέμα για τις συνομιλίες για τους παλαιστίνιους πρόσφυγες».

Αμπεντ Ράμπο: «Διαμαρτύρομαι. Δεν έχουμε καμία σχέση με αυτό το πρόβλημα. Συζητήστε με τις αρχές του Μαρόκου, της Υεμένης κ.λπ.».

 

Ποιος ευθύνεται για την αποτυχία;

Θα ήταν ένα δύσκολο έργο, αφού οι εβραίοι των αραβικών χωρών μετανάστευσαν με τη σαφή ενθάρρυνση και τη μαζική βοήθεια του κράτους του Ισραήλ. Ο Σλόμο Χιλέλ, ο ιρακινής καταγωγής πρώην υπουργός των Εργατικών και πρόεδρος της Κνεσέτ (ισραηλινή Βουλή), υποστήριξε πολλές φορές ότι δεν ήταν καθόλου πρόσφυγας, αλλά ένας σιωνιστής μετανάστης (7). Εδώ και ένα χρόνο, η Παγκόσμια Ένωση των Εβραίων της Ανατολής διένειμε, σε συνεργασία με το γραφείο του ισραηλινού πρωθυπουργού, δεκάδες χιλιάδες έντυπα για την καταγραφή των εγκαταλειμμένων περιουσιών των εβραίων στις αραβικές χώρες. Είχε επισημανθεί τότε με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο ότι σκοπός αυτής της κίνησης δεν ήταν να αποζημιωθούν οι μετανάστες, αλλά να δοθεί στην κυβέρνηση ένα χαρτί για τις συνομιλίες με τους Παλαιστίνιους…

Από το τέλος της διάσκεψης κορυφής ξεκίνησε μια εκστρατεία προπαγάνδας με τριπλό στόχο: να επιρριφθεί η ευθύνη της αποτυχίας στον Αραφάτ, να προετοιμαστεί η διεθνής κοινή γνώμη για μια νέα συνάντηση ανάμεσα στους τρεις αυτούς ηγέτες, «αυτή τη φορά αποφασιστική», και τέλος να δοθεί μια πλαστή εικόνα για την παλαιστινιακή στάση, ώστε να βρεθεί σε δυσκολία ο Αραφάτ. Για παράδειγμα, ο Μπαράκ υποστήριξε, αντίθετα με τα γεγονότα, ότι οι Παλαιστίνιοι είχαν δεχθεί να συνδέσουν τους «εβραίους πρόσφυγες» με τα κεφάλαια που προορίζονται να αποζημιώσουν τους δικούς τους πρόσφυγες.

Ο πρόεδρος Κλίντον συμμετείχε σε αυτή την εκστρατεία. Επέκρινε επί μακρόν τον Αραφάτ σε μια μεγάλη συνέντευξη στην ισραηλινή τηλεόραση (8), κι αυτό παρά τις επίσημες υποσχέσεις του, την παραμονή της διάσκεψης κορυφής, ότι δεν θα του επιρρίψει την ευθύνη μιας ενδεχόμενης αποτυχίας. Τον απείλησε με αντίποινα εάν ανακήρυσσε μονομερώς τη δημιουργία του ανεξάρτητου παλαιστινιακού κράτους: «Εάν γίνει κάτι τέτοιο, θα αναθεωρήσω το σύνολο των σχέσεών μας και θα πάω ακόμη και πέρα από αυτό…». Και επίσης σκέφτηκε τη μεταφορά από το Τελ-Αβίβ στην Ιερουσαλήμ της πρεσβείας των Ηνωμένων Πολιτειών.

Ενόψει μιας νέας διάσκεψης κορυφής «της τελευταίας ευκαιρίας», οι εκκλήσεις του Ισραήλ και των Ηνωμένων Πολιτειών πολλαπλασιάζονται, ώστε ο Αραφάτ να δείξει περισσότερη ελαστικότητα. Ανάμεσα στα επιχειρήματα που προβάλλονται είναι ο κίνδυνος που διατρέχει ο Μπαράκ στο Ισραήλ λόγω της διάλυσης του συνασπισμού του.

Αυτά τα επιχειρήματα απορρίφθηκαν τόσο από το γραφείο του παλαιστίνιου ηγέτη όσο και από τους πρόσφυγες των στρατοπέδων ή από τους απλούς κατοίκους της Δυτικής Όχθης και της Γάζας. Υπογραμμίζουν πρώτα ότι οι Παλαιστίνιοι είναι αυτοί που έκαναν, στο Όσλο, τις ιστορικές παραχωρήσεις, αφού δέχθηκαν να οικοδομήσουν το κράτος τους μόλις στο ένα πέμπτο της πατρίδας τους. Επιπλέον, επιμένουν στο γεγονός ότι η Αρχή επέδειξε μεγάλη ελαστικότητα, ζητώντας το σεβασμό της διεθνούς νομιμότητας. Πρέπει, θυμίζουν, να δεχθούμε τις αποφάσεις των Ηνωμένων Εθνών και τότε θα μπορούμε να συζητήσουμε όλα τα εκκρεμή θέματα με ρεαλιστικό τρόπο.

Τέλος, χωρίς να αρνούνται τα εσωτερικά προβλήματα του Μπαράκ, σημειώνουν ότι εάν ο ισραηλινός πρωθυπουργός είχε επιδείξει θάρρος κατά τη διάρκεια της εκλογής του το Μάιο του 1999, τότε που η ισραηλινή εθνικιστική δεξιά είχε καταρρεύσει από τον κλονισμό της εκλογικής ήττας της, η ειρήνη θα μπορούσε να έχει επιτευχθεί (9).

Η υπομονή των Παλαιστινίων έχει φτάσει στα όριά της. Η συστηματική καθυστέρηση και οι κατάφωρες παραβιάσεις στην εκτέλεση των συμφωνιών του Οσλο εδώ και περίπου επτά χρόνια τούς έχουν εξοργίσει. Οποιαδήποτε νέα συμφωνία, εξηγούν οι υπεύθυνοί τους, θα πρέπει να συνοδεύεται από διαβεβαιώσεις και από δεσμευτικές και στέρεες εγγυήσεις από την πλευρά των διεθνών οργανισμών. Οποιαδήποτε παραβίαση θα πρέπει να παραπέμπεται σε αυτούς, δηλαδή στο Συμβούλιο Ασφαλείας.

 

  1. Βλέπε Μερόν Μπενεβενίστι, πρώην αντιδήμαρχος της Ιερουσαλήμ, «Haaretz», Τελ Αβίβ, 7 Ιουλίου 2000.
  2. «Al Ayyam», Ραμάλα, 28 Ιουλίου 2000.
  3. Αναφέρεται από τον Ακραμ Χανίγιε, μέλος της επίσημης παλαιστινιακής αντιπροσωπείας στη διάσκεψη, και διευθυντή της καθημερινής παλαιστινιακής εφημερίδας «Al Ayyam», στο πλαίσιο μιας σειράς εφτά άρθρων για το Καμπ Ντέιβιντ (29 Ιουλίου-10 Αυγούστου 2000).
  4. Απαγόρευση των ραβίνων που χρονολογείται από το Μεσαίωνα και η οποία υποστηρίχθηκε από όλες τις μεγάλες πνευματικές αρχές. Εξηγείται από την έλλειψη μέσων τελετουργικού καθαρισμού πριν την πρόσβαση στην ιερή τοποθεσία όπου βρισκόταν ο εβραϊκός ναός κατά την αρχαιότητα.
  5. «Al Ayyam», 5 Αυγούστου 2000.
  6. Βλέπε Dominique Vidal, «L’expulsion des Palestiniens revisitée par des historiens israéliens», «Le Monde diplomatique», Δεκέμβριος 1997.
  7. «En Israël, l’immigration a changé de nature», «Le Monde diplomatique, Νοέμβριος 1997.
  8. Πρώτο κανάλι της ισραηλινής τηλεόρασης, 28 Ιουλίου 2000.
  9. Βλέπε «Les périlleux calculs d’ Israël», «Le Monde diplomatique», Οκτώβριος 1998.
Facebooktwittergoogle_pluspinterestlinkedintumblrmail
Authors:

Δημοσιογράφος, Ιερουσαλήμ (1930-2009)