Το κράτος μου σκοτώνει τον λαό μου

[από το αρχείο της “Le Monde diplomatique”, Δεκέμβριος 2000]

«Το αιματηρό τίμημα που εμείς, οι Άραβες πολίτες του Ισραήλ, έχουμε πληρώσει επειδή εκφράσαμε την αλληλεγγύη μας με τα αδέλφια μας στα παλαιστινιακά εδάφη έδειξε ξανά ότι στα μάτια του ισραηλινού κατεστημένου και ενός τμήματος της εβραϊκής κοινωνίας αυτής της χώρας -η οποία είναι και δική μας χώρα- δεν είμαστε κανονικοί πολίτες, αλλά ξένοι, και ακόμη χειρότερα, εχθροί. Η άγρια καταστολή αυτών των ημερών ήταν πιο φοβερή ακόμη και από την καταστολή της περίφημης Ημέρας της Γης, στις 30 Μαρτίου 1976. Με δυο λόγια, καθένας από μας, μετά από αυτή τη φρικτή εμπειρία μπορεί να πει ξανά: “Η χώρα μου, το κράτος μου, σκοτώνει το λαό μου, με σκοτώνει”» (1).

Έτσι περιγράφει ο Παλαιστίνιος ποιητής Μοχάμεντ Χάμζα Γανάγιεμ, Ισραηλινός πολίτης και κάτοικος της αραβικής πόλης Μπάκα αλ Γαρμπίγια, στο βόρειο τρίγωνο του Ισραήλ, τα αιματηρά γεγονότα της πρώτης εβδομάδας του Οκτωβρίου 2000, τα οποία στοίχισαν τη ζωή σε δώδεκα Άραβες του Ισραήλ. (Σημ. της ελλ. έκδ.: δεκατρείς είναι οι νεκροί Άραβες του Ισραήλ, μέχρι τις 19/12/2000). Όλοι έπεσαν νεκροί από τις σφαίρες (από πλαστικό και από μέταλλο, σύμφωνα με τις ιατρικές εκθέσεις) με τις οποίες έβαλαν οι ισραηλινές δυνάμεις ασφαλείας, ακόμα και οι τραμπούκοι της άκρας Δεξιάς που οργάνωσαν πογκρόμ στη Ναζαρέτ, κατά τη διάρκεια της νύχτας του Κιπούρ στις 8 Οκτωβρίου.

Όλα άρχισαν στις 28 Σεπτεμβρίου με την επίσκεψη του Αριέλ Σαρόν, του ηγέτη του Λικούντ, στο προαύλιο των Τζαμιών (Χάραμ αλ Σαρίφ), στην Ιερουσαλήμ. Οι συγκρούσεις ανάμεσα σε Παλαιστίνιους διαδηλωτές και Ισραηλινούς στρατιώτες προκάλεσαν τραυματισμούς, αλλά δεν υπήρξαν νεκροί. Αντίθετα, την επομένη, επτά Παλαιστίνιοι σκοτώθηκαν. Στις 30 Σεπτεμβρίου, η Ανώτατη Αραβική Επιτροπή στο Ισραήλ κάλεσε τον αραβικό πληθυσμό της χώρας να κατέβει σε γενική απεργία την Κυριακή 1η Οκτωβρίου και να διαδηλώσει στους δρόμους την αλληλεγγύη του με τους αδελφούς του, την οργή του απέναντι στο μακελειό της 29ης του μήνα και την απόφασή του να διατηρήσει τον αραβικό χαρακτήρα της Ανατολικής Ιερουσαλήμ και την ιερότητα του Χάραμ αλ Σαρίφ.

Η έκκληση εισακούστηκε: η απεργία της 1ης Οκτωβρίου ήταν σχεδόν γενική και οι διαδηλώσεις μαχητικές. Εκεί όπου δεν επενέβησαν οι δυνάμεις ασφαλείας, δεν καταγράφηκε κανένα επεισόδιο. Εκεί όπου οι δυνάμεις ασφαλείας εξαπέλυσαν άγρια καταστολή -και κυρίως στους τομείς που βρίσκονται στην ευθύνη του στρατηγού της αστυνομίας του βόρειου Ισραήλ, Αλίκ Ρον- προκάλεσαν ταραχές με θύματα.

Αμέσως, η Ανώτατη Αραβική Επιτροπή έκανε έκκληση να συνεχιστεί η γενική απεργία και οι διαδηλώσεις -οι οποίες γίνονταν, μεταξύ άλλων, και στις κηδείες των πρώτων θυμάτων. Την 1η, 2α και 3η Οκτωβρίου, καταγράφονται δέκα νεκροί και εκατοντάδες τραυματίες -συνολικά δώδεκα Ισραηλινοί Άραβες έχασαν τη ζωή τους στα γεγονότα αυτά.

Η κυβέρνηση του Εχούντ Μπαράκ -ιδιαίτερα οι υπουργοί Σλόμο Μπεν-Αμί, υπεύθυνος της αστυνομίας και Χαΐμ Ραμόν, που κατέχει το χαρτοφυλάκιο των Εσωτερικών, οι οποίοι παρουσιάζονται ως «περιστερές»- καλύπτει τη συμπεριφορά των δυνάμεων ασφαλείας, με το πρόσχημα ότι οι διαδηλωτές είχαν αποκλείσει, σε ορισμένα σημεία, τις κύριες αρτηρίες. Και οι τρεις θα λάβουν μέρος, στα μέσα ενημέρωσης, σε μία πραγματική αντιαραβική εκστρατεία, χάνοντας έτσι κάθε αξιοπιστία στα μάτια του αραβικού πληθυσμού του Ισραήλ -και ορισμένων Εβραίων πολιτών.

«Η κυβέρνηση του Ισραήλ μάς κήρυξε τον πόλεμο», τονίζει ο δόκτωρ Χάνα Σουέιντ, μέλος της γραμματείας της Ανώτατης Αραβικής Επιτροπής και δήμαρχος της κοινότητας του Εϊλαμπούν (Γαλιλαία). «Αυτή η αιματηρή συγκομιδή το αποδείχνει: η κυβέρνηση Μπαράκ δεν κάνει πια τη διάκριση ανάμεσα στους παλαιστινιακούς πληθυσμούς των δύο πλευρών της πράσινης γραμμής. Αυτή και μόνο φέρει την ευθύνη της κλιμάκωσης. Η αντίδραση των Αράβων πολιτών του Ισραήλ είναι φυσιολογική: θελήσαμε να εκφράσουμε την παλαιστινιακή εθνική ταυτότητά μας. Δεν μπορούμε να παραμείνουμε αδιάφοροι για την τύχη των αδελφών μας που σφαγιάζονται και να μην αντιδράσουμε στις προσπάθειες προσβολής των ιερών τόπων του Ισλάμ στην Ιερουσαλήμ. Αλλά η γενική απεργία και οι διαδηλώσεις εξέφρασαν επίσης τη συσσώρευση της απογοήτευσής μας και των διαψεύσεών μας απέναντι στην κυβέρνηση Μπαράκ, την οποία είχαμε ψηφίσει και η οποία δεν έκανε τίποτε ούτε στον τομέα της ειρήνης, ούτε στον τομέα της ισότητας -δείτε το ποσοστό της ανεργίας σε μας!».

Ο δόκτωρ Χάνα Σουέιντ είναι χριστιανός, ενώ ο σεΐχης Ράεντ Σαλάχ διευθύνει τη ριζοσπαστική πτέρυγα του ισλαμικού κινήματος. Ο δήμαρχος του Ουμ ελ Φάχεμ στρέφεται επίσης εναντίον των αρχών, οι οποίες «στέλνοντας εναντίον μας μαζικές δυνάμεις, θέλησαν να βάλουν στις καρδιές μας το φόβο και τον τρόμο, να απειλήσουν τη ζωή των αγοριών μας και των κοριτσιών μας. Το μήνυμά τους ήταν ξεκάθαρο: “Όσο διεκδικείτε την κατασκευή σχολείων και δρόμων, δεν υπάρχει πρόβλημα. Αλλά εάν απαιτείτε τον σεβασμό του τζαμιού Αλ Άκσα ή των δικαιωμάτων των Αράβων στην παλιά πόλη της Ιερουσαλήμ, τότε γίνεστε εξτρεμιστές και βάζετε σε κίνδυνο την ασφάλεια του κράτους”».

Ο Άμπεντ Αναμπτάουι, εκπρόσωπος της Ανώτατης Αραβικής Επιτροπής, διευκρινίζει: «Εκφράσαμε την πλήρη άρνησή μας απέναντι στην πολιτική της ισραηλινής κυβέρνησης, αλλά η διαμαρτυρία μας δεν στρεφόταν ενάντια στους Εβραίους στο Ισραήλ». Ο βουλευτής Αζμι Μπισάρα, ηγέτης της Εθνικής και Δημοκρατικής Ένωσης, χαρακτηρίζει αυτές τις συγκρούσεις ως μία «ιντιφάντα»: πρόκειται «για μια εξέγερση ενάντια σε όλες τις προσπάθειες ισραηλοποίησης των παλαιστινιακών αραβικών μαζών που ζουν στο Ισραήλ και για τη διατήρηση της εθνικής ταυτότητάς τους. Περισσότερο από ποτέ, οι μάζες αυτές θέλουν να αναγνωρίζονται ως εθνική μειονότητα μέσα στο κράτος (2)». Για τον Αζμι Μπισάρα η πολιτική και η πρακτική της κυβέρνησης Μπαράκ «οδηγούν κατευθείαν σε ένα καθεστώς απαρτχάιντ».

Από τις 4 Οκτωβρίου, η κατάσταση στους αραβικούς οικισμούς του Ισραήλ ηρεμεί σταδιακά. Το δίδαγμα των γεγονότων είναι -ανάμεσα σε άλλα- ότι καμιά αραβική πολιτική δύναμη δεν μπόρεσε να επιβάλει την εξουσία της, ιδιαίτερα στους νέους. Ορισμένα ύποπτα στοιχεία -αλήτες, για να το πούμε απλά- διείσδυσαν στις διαδηλώσεις, επωφελούμενα από την οργή που προκάλεσε η καταστολή, για να διαπράξουν πράξεις βανδαλισμού. Στη Ναζαρέτ, για παράδειγμα, έκαψαν μία τράπεζα, κατέστρεψαν ένα μεγάλο εστιατόριο και λεηλάτησαν ένα φαρμακείο: πράξεις οι οποίες καταδικάστηκαν τόσο από τους εκπροσώπους της δημαρχίας της Ναζαρέτ όσο και από το όργανο της ριζοσπαστικής πτέρυγας του ισλαμικού κινήματος (3).

Σιγά-σιγά, ο πληθυσμός ξαναγύρισε στη φυσιολογική ζωή του, χωρίς ωστόσο να πάψει να θρηνεί τους νεκρούς του και να αναρωτιέται για το μέλλον. «Αυτά τα αιματηρά γεγονότα μας έκαναν να γυρίσουμε μισό αιώνα πίσω», δηλώνει με λύπη ο Σαλάμ Χαμπίμπι, ο γιος του μεγάλου συγγραφέα και πολιτικού Εμίλ Χαμπίμπι. «Η άρχουσα τάξη και ένα τμήμα της ισραηλινής κοινωνίας μάς έκαναν να καταλάβουμε ότι δεν μας θεωρούν κανονικούς πολίτες: πενήντα δύο χρόνια μετά τη δημιουργία του κράτους του Ισραήλ, παραμένουμε εχθροί, οι οποίοι πρέπει να εξοντωθούν».

 

Πογκρόμ στη Ναζαρέτ

Η Ναζαρέτ-Ιλίτ, νέα εβραϊκή πόλη, δεσπόζει πάνω από την παλιά αραβική πόλη της Ναζαρέτ. Από εκεί το Σάββατο 7 Οκτωβρίου το βράδυ, μια μεγάλη ομάδα από Εβραίους τραμπούκους επιτέθηκαν στους Άραβες κατοίκους της ανατολικής συνοικίας, της φτωχότερης της πόλης. Την επομένη το βράδυ, παρά τη νηστεία του Κιπούρ -της πιο ιερής ημέρας για την εβραϊκή θρησκεία, κατά την οποία απαγορεύεται κάθε φυσική δραστηριότητα- εκατοντάδες αλήτες που ήρθαν, πάλι, από τη Ναζαρέτ-Ιλίτ, αλλά και από την Τιβεριάδα, πυρπολούν και αιματοκυλούν την ανατολική συνοικία. Οι κάτοικοι, προσπαθώντας να υπερασπίσουν τους εαυτούς τους, ελπίζουν στην άφιξη των δυνάμεων της αστυνομίας.

Αυταπάτη. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Ράμεζ Τζεράισι, δημάρχου της μεγαλύτερης αραβικής πόλης του Ισραήλ, μέλους του Δημοκρατικού Μετώπου, οι δράστες του πογκρόμ επωφελήθηκαν, τουλάχιστον για κάποιο χρονικό διάστημα, από την προστασία των δυνάμεων ασφαλείας. Οι δυνάμεις αυτές βάλλουν εναντίον των Αράβων κατοίκων, καταρχάς με δακρυγόνα και στη συνέχεια με σφαίρες από πλαστικό και από μέταλλο. Εκείνη τη νύχτα, δύο Άραβες σκοτώθηκαν και πολλοί τραυματίστηκαν βαριά. Δύο φορές, ο δήμαρχος τηλεφώνησε στον υπουργό που είναι αρμόδιος για την αστυνομία, παρακαλώντας τον να διατάξει τις δυνάμεις ασφαλείας να πάψουν να πυροβολούν. Αλλά ο Μπεν-Αμί αρνείται να παραδεχτεί ότι οι άντρες του πυροβολούν με σφαίρες από μέταλλο. «Ωστόσο», σχολιάζει ο Τζεράισι, «οι ιατρικές εκθέσεις τονίζουν ότι τα θύματά μας σκοτώθηκαν από μεταλλικές σφαίρες. Αντίθετα η αστυνομία μεταχειρίστηκε με το γάντι τους Εβραίους τραμπούκους…».

Τα ισραηλινά μέσα ενημέρωσης, σιωπηλά λόγω του Κιπούρ, δεν θα μεταδώσουν το πογκρόμ της Ναζαρέτ παρά μόνο το βράδυ της 9ης Οκτωβρίου. Αλλά ο πρωθυπουργός και ο υπουργός της αστυνομίας θα αντιμετωπίσουν ισότιμα τους δράστες του πογκρόμ και τους Άραβες που ήταν τα θύματά τους. Αντίθετα, ο πρόεδρος της επιτροπής των υπουργών που είναι υπεύθυνη για τον αραβικό πληθυσμό, ο πρώην στρατηγός Ματάν Βιλνάι, θα δηλώσει ωμά: «Εβραίοι χούλιγκαν επιτέθηκαν σε Άραβες στη Ναζαρέτ, όπως άλλοτε οι αντισημίτες κυνηγούσαν τους Εβραίους στην Ευρώπη». Ο Μοσέ Χανεγκμπί, δικαστικός χρονογράφος της εφημερίδας «Γεντιότ Αχαρονότ», έγραψε: «Τα πογκρόμ αυτής της εβδομάδας ενίσχυσαν το αίσθημα ότι η αστυνομία μας έχει γίνει μια ρατσιστική αστυνομία, η οποία απασχολείται μόνο με την υπεράσπιση των Εβραίων: δεν χρησιμοποίησε τα όπλα για να σκοτώσει παρά μόνο ενάντια στους Άραβες ταραχοποιούς (4)».

Όσον αφορά τα πογκρόμ, η Ναζαρέτ στην πραγματικότητα δεν αποτελεί απομονωμένη περίπτωση. Πριν, κατά τη διάρκεια ή μετά τη γιορτή του Κιπούρ, Εβραίοι ταραχοποιοί -όπως περιγράφει ο περιφερειακός Τύπος (5)- επιτέθηκαν σε Άραβες σε διάφορες πόλεις, πυρπολώντας αυτοκίνητα και καταστρέφοντας καταστήματα. Μετά τις ταραχές στο Μπατ-Γιαμ (νότιο προάστιο του Τελ Αβίβ), στη διάρκεια των οποίων δύο Άραβες διαβάτες γρονθοκοπήθηκαν και αυτοκίνητα της αστυνομίας καταστράφηκαν, η τοπική εβδομαδιαία εφημερίδα είχε ως τίτλο: «Πογκρόμ» (6). Το ίδιο και στη Γιάφα, μετά από βίαιες συγκρούσεις ανάμεσα σε Εβραίους και Άραβες, ο τοπικός τύπος χαρακτήρισε την κατάσταση ως «εκρηκτική» (7).

Κανένας δεν πιστεύει, εδώ, ότι οι ταραχές ήταν αυθόρμητες. Οι ηγέτες των κομμάτων της Δεξιάς, παρουσιάζοντας τις αραβικές πόλεις και τα χωριά ως «πέμπτο μέτωπο» (8), έριξαν λάδι στη φωτιά. Οι εκπρόσωποί τους, ενώ καταδίκασαν επισήμως τα πογκρόμ, ταυτοχρόνως τα δικαιολόγησαν, χαρακτηρίζοντάς τα στην τηλεόραση, στις 9 και 10 Οκτωβρίου, ως «κατανοητή αντίδραση των Εβραίων που ανησυχούν από τις ταραχές των Αράβων του Ισραήλ, οι οποίοι εκφράζουν την αλληλεγγύη τους με τους Παλαιστίνιους της Δυτικής Όχθης του Ιορδάνη και της Γάζας». Για τον Σαρόν και τους φίλους του, στόχος ήταν να πιέσουν τον Μπαράκ για να γυρίσει στην κυβέρνησή του και να δολοφονήσει τη διαδικασία της ειρήνης.

Μπροστά στον κίνδυνο να μετατραπεί η ισραηλο-παλαιστινιακή σύγκρουση σε θρησκευτικό πόλεμο, ορισμένοι κινητοποιούνται. Το είδαμε μετά τη λεηλασία του τάφου του Ιωσήφ στη Ναμπλούς. Δύο ισλαμικές οργανώσεις στο Ισραήλ την καταδίκασαν ως πράξη βανδαλισμού, προσθέτοντας ότι ένας μουσουλμάνος σεΐχης, ο Γιούσεφ Ντουικάτ, έχει ταφεί εκεί. Ο βουλευτής Μπισάρα έκανε έκκληση στην Παλαιστινιακή Αρχή να αποκαταστήσει τον τάφο και να επιτρέψει σε Εβραίους ραβίνους να επισκεφθούν την τοποθεσία. Και σε αυτή την περίπτωση, ο τάφος του Ιωσήφ δεν αντιπροσωπεύει, δυστυχώς, εξαίρεση. Και άλλοι ιεροί τόποι λεηλατήθηκαν και πυρπολήθηκαν -μουσουλμανικοί στο Ισραήλ (ανάμεσα σε άλλους στην Τιβεριάδα και τη Γιάφα) και εβραϊκοί στη Δυτική Όχθη του Ιορδάνη (στην Ιεριχώ).

Το πογκρόμ της Ναζαρέτ ξύπνησε επίσης τις συνειδήσεις. Από τότε ένας αυξανόμενος αριθμός από υπομνήματα, που δημοσιεύτηκαν στον Τύπο, καταδικάζουν τις δυνάμεις ασφαλείας καθώς και τις ρατσιστικές και φασιστικές τάσεις. Ατομικά ή ομαδικά, Εβραίοι διαφόρων οικισμών επισκέπτονται τις οικογένειες των δώδεκα θυμάτων ανάμεσα στους Άραβες του Ισραήλ, τους τραυματίες, τους δήμους που δέχθηκαν επιθέσεις.

Κατά την εορτή των Αρτοφορίων, στη διάρκεια της οποίας οι θρησκευόμενες εβραϊκές οικογένειες κατασκευάζουν καλύβες, που ονομάζονται σουκότ, Εβραίοι κατασκεύασαν αυτές τις καλύβες όπου ξαναβρέθηκαν με τους Άραβες, για να εκφράσουν την αλληλεγγύη τους. Πρόκειται για χειρονομίες με τις οποίες προσπαθούν να αρχίσουν να επανορθώνουν τον κοινωνικό ιστό των εβραιο-αραβικών σχέσεων, που έχει διαρραγεί από τα αιματηρά γεγονότα του Οκτωβρίου.

Εάν δεν υπάρχει διαφορετική ένδειξη, όλα τα αποσπάσματα που αναφέρονται έχουν ληφθεί από συνεντεύξεις που πραγματοποίησε ο συγγραφέας για τη “Monde diplomatique” ή για την εφημερίδα «Haaretz».

 

  1. «Fasl al-Maqal», Ναζαρέτ, 13 Οκτωβρίου 2000.
  2. «Saout al-Haq wa al-Houriya» (Η φωνή της δικαιοσύνης και της ελευθερίας), «Oum al-Fahem», 13 Οκτωβρίου 2000.
  3. «Yediot Aharonot», Τελ Αβίβ, 13 Οκτωβρίου 2000.
  4. «Hed Haqrayot», Κίριατ-Ατα, 13 Οκτωβρίου 2000.
  5. «Bat-Yam», 13 Οκτωβρίου 2000.
  6. «Tel-Aviv», 13 Οκτωβρίου 2000.
  7. Τα τέσσερα πρώτα είναι η Ιερουσαλήμ, η Δυτική Όχθη του Ιορδάνη, η Λωρίδα της Γάζας και ο Λίβανος.
Facebooktwittergoogle_pluspinterestlinkedintumblrmail
Authors:

Δημοσιογράφος, Τελ Αβίβ