Η παρακμή των πρωτοποριών του 20ού αιώνα

Το απόσπασμα που ακολουθεί αποτελεί απόσπασμα από το βιβλίο του Έρικ Χομπσμπάουμ «Behind the Times: The Decline and Fall of the Twentieth-Century Avant-Gardes» (Thames and Hudson, Λονδίνο, 1999), δημοσιευμένο στο αφιερωματικό τεύχος «Manière de voir», με τίτλο «Η κουλτούρα, οι ελίτ και οι λαοί» (τ. 57, Μάιος-Ιούνιος 2001). Στα ελληνικά δημοσιεύεται για πρώτη φορά.

[…] Ο Γουόρχολ και οι καλλιτέχνες της ποπ δεν θέλουν ούτε να κάνουν επανάσταση ούτε να καταστρέψουν τίποτα, και κυρίως όχι τον κόσμο, όποιος κι αν είναι. Αντίθετα τον δέχονται, ακόμα και τον αγαπούν. Παραδέχονται πολύ απλά ότι στην κοινωνία της κατανάλωσης δεν υπάρχει πια θέση για την οπτική τέχνη που παράγει ο παραδοσιακός καλλιτέχνης, εκτός φυσικά σαν μέσο να κερδίσει χρήματα. Ένας πραγματικός κόσμος ξέχειλος όλες τις ώρες της ημέρας μ’ ένα χάος από ήχους, εικόνες και σύμβολα, που υποτίθεται ότι δημιουργούν μια κοινή εμπειρία, περιόρισε την τέχνη σε δραστηριότητα χαρακτηριστική της πλήρους αποτυχίας. Η σημασία τού Γουόρχολ –θα μπορούσαμε μάλιστα να πούμε το μεγαλείο αυτής της περίεργης και δυσάρεστης προσωπικότητας– έγκειται στην επίμονη άρνησή του να μην κάνει τίποτε άλλο παρά να είναι ο παθητικός, συναινών αγωγός ενός κόσμου που βιώνεται μέσα από τον κορεσμό των μέσων ενημέρωσης. Για τον Γουόρχολ τίποτα δεν έχει μορφή. Δεν υπάρχει συνένοχη ματιά ούτε ειρωνεία ούτε συναισθηματισμός ούτε αντιληπτό σχόλιο, παρά μόνο μέσω της συνδήλωσης κατά την επιλογή των μηχανικά επαναλαμβανόμενων εικόνων του –ο Μάο, η Μέριλιν, οι κονσέρβες σούπας Campbell– και ίσως, στο βάθος, στην εμμονή του με τον θάνατο. Παραδόξως, είναι το σύνολο αυτού του ενοχλητικού έργου –και όχι η μία ή η άλλη υλοποίησή του– που επιτρέπει να πλησιάσεις περισσότερο την «έκφραση της εποχής» την οποία έζησαν οι Αμερικανοί του καιρού του.

Υπάρχει όμως μια παράδοση της πρωτοπορίας που συνδέει τους κόσμους του 19ου και του 20ού αιώνα. Είναι η παράδοση που, όπως πολύ καλά το περιέγραψε ο Νικολάους Πέβσνερ (1), ξεκινά από τον Ουίλιαμ Μόρις (2) του κινήματος Arts and Crafts, το οποίο υποστήριζε τις εφαρμοσμένες τέχνες και την Αρ Νουβό, και καταλήγει στο Μπαουχάους, τουλάχιστον από το σημείο που εγκαταλείπει την αρχική της εχθρότητα προς τη βιομηχανική παραγωγή, μηχανική και διανομή. Ο Τζον Ουίλετ (3) κατέδειξε ότι το Μπαουχάους έκανε ακριβώς αυτήν τη σύνδεση στις αρχές της δεκαετίας του 1920. Η δύναμη αυτής της παράδοσης –ενδυναμωμένη στην περίπτωση του Μπαουχάους από τον ρωσικό κονστρουκτιβισμό– έγκειται στο ότι το εφαλτήριό της δεν είναι οι ανησυχίες καλλιτεχνών που θεωρούνται ιδιοφυΐες και θέτουν απόκρυφα τεχνικά ερωτήματα, αλλά η βούληση αυτών των καλλιτεχνών να δημιουργήσουν μια καλύτερη κοινωνία. Όπως λέει ο Λάσλο Μόχολι-Νάγκι (4), εξορισμένος από την Ουγγαρία μετά την ήττα της εφήμερης Ουγγρικής Σοβιετικής Δημοκρατίας: «Ο κονστρουκτιβισμός είναι ο σοσιαλισμός της όρασης». Αυτό το είδος της αβάν γκαρντ μετά το 1917 διασυνδέει τις απολίτικες ή ακόμα και αντι-πολιτικές πρωτοπορίες της περιόδου 1905-1914 με τα κοινωνικά μαχόμενα κινήματα της περιόδου από το 1880 ώς τις αρχές της δεκαετίας του 1990. Η νέα τέχνη είναι για μία ακόμη φορά αδιαίρετη από το σχέδιο οικοδόμησης μιας κοινωνίας, αν όχι καινούργιας, σε κάθε περίπτωση βελτιωμένης. Το κίνητρό της είναι τόσο κοινωνικό όσο και αισθητικό. Εξ ου και η κεντρική θέση που κατέχει σε αυτό το σχέδιο η ιδέα της κατασκευής –αυτό που σημαίνει το «Bau» στα γερμανικά.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η αισθητική της «εποχής της εκμηχάνισης» έχει ένα νόημα που δεν εξαντλείται σε μια άδεια ρητορική. Στη δεκαετία του 1920, το πρόγραμμα που έχει στόχο να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο ζουν οι άνθρωποι και απευθύνεται σε καλλιτέχνες ανοιχτούς να συμμετάσχουν άμεσα σε αυτό, έχει την τάση να συνδυάζει δημόσιο σχεδιασμό και τεχνολογική ουτοπία. Είναι ένας γάμος ανάμεσα στον Χένρι Φορντ, που θέλει να δώσει αυτοκίνητα σε εκείνους που δεν είχαν ποτέ τους, και τις φιλοδοξίες των σοσιαλιστικών δημοτικών αρχών να δώσουν μπάνια σε εκείνους που δεν είχαν ποτέ τους.

Και οι μεν και οι δε παρουσιάζονται ο καθένας με τον τρόπο του ως ειδικοί που γνωρίζουν το θέμα καλύτερα από τον καθένα. Και οι δύο στόχο έχουν την οικουμενική βελτίωση. Ούτε ο ένας ούτε ο άλλος δεν δίνουν προτεραιότητα στην ατομική επιλογή («Μπορείτε να επιλέξετε όποιο χρώμα αυτοκινήτου θέλετε, αρκεί να είναι μαύρο»). Τα σπίτια και ιδίως οι πόλεις, όπως και τα αυτοκίνητα που ο Λε Κορμπυζιέ θεωρούσε ως πιθανό υπόδειγμα για κατοικία, γίνονται αντιληπτά ως προϊόν της οικουμενικής λογικής της βιομηχανικής παραγωγής. Η βασική αρχή της εποχής της εκμηχάνισης μπορεί να εφαρμοστεί στο περιβάλλον και στην ανθρώπινη κατοικία («μια μηχανή για να ζούμε εκεί»): αρκεί να βρεις μια λύση στο συνδυαστικό πρόβλημα της βελτιστοποίησης της ανθρώπινης χρήσης ενός περιορισμένου χώρου, της εργονομίας και της αποδοτικότητας. Πρόκειται για ένα σωτήριο ιδανικό, που θα βελτιώσει τη ζωή πολλών ανθρώπων, ακόμα και αν οι ουτοπικές φιλοδοξίες για την Cité Radieuse (5) ανήκουν σε μια εποχή, ακόμα και στις πλούσιες χώρες, ταπεινών αναγκών και περιορισμένων μέσων, πολύ απομακρυσμένη από την υπεραφθονία του καιρού μας και των επιλογών που προσφέρει στον καταναλωτή.

Ωστόσο, όπως ανακάλυψε το ίδιο το Μπαουχάους, η αλλαγή της κοινωνίας είναι ένα έργο που δεν θα μπορούσαν να φέρουν εις πέρας μόνο οι σχολές τέχνης και τα σπουδαστήρια. Απόδειξη είναι ότι δεν τα κατάφεραν. Θα μπορούσαμε να συνοψίσουμε χρησιμοποιώντας τις φράσεις με τις οποίες ο Πάουλ Κλέε το 1924 έκλεισε μελαγχολικά την ομιλία του για τη μοντέρνα τέχνη, όχι πολύ μακριά από την έδρα του Μπαουχάους, που ήταν τότε στο απόγειο της δημιουργικότητάς του: «Δεν έχουμε τη στήριξη ενός λαού. Αλλά αυτόν τον λαό τον ψάχνουμε. Έτσι ξεκινήσαμε το Μπαουχάους. Ξεκινήσαμε από μια κοινότητα στην οποία δώσαμε όλα όσα είχαμε. Δεν μπορούμε να κάνουμε περισσότερα». Και αυτά δεν ήταν αρκετά.

 

Σημειώσεις της επιμέλειας

  1. Γερμανός ιστορικός τέχνης που αργότερα πήρε τη βρετανική υπηκοότητα. Είναι ιδιαίτερα γνωστός για τους 46 τόμους ιστορίας της Τέχνης ανά χώρα που συνέγραψε.
  2. Βρετανός σχεδιαστής υφασμάτων, ποιητής, συγγραφέας, μεταφραστής και σοσιαλιστής ακτιβιστής. Συνδέεται με το βρετανικό κίνημα Arts and Crafts (Τέχνες και Τεχνικές). Συνέβαλλε σημαντικά στην αναβίωση των παραδοσιακών βρετανικών τεχνών της κλωστοϋφαντουργίας και στην αλλαγή των μεθόδων παραγωγής.
  3. John Willett, «Art And Politics In The Weimar Period: The New Sobriety 1917-1933», Da Capo Press, 1996.
  4. Ζωγράφος και φωτογράφος, καθηγητής στο Μπαουχάους.
  5. Μεγάλης κλίμακας κτίριο (337 διαμερίσματα για 1600 κατοίκους) κοινωνικής κατοικίας στη Μασσαλία που ολοκληρώθηκε από τον Λε Κορμπυζιέ το 1952.
Facebooktwittergoogle_pluspinterestlinkedintumblrmail
Authors:

Βρετανός μαρξιστής ιστορικός (1917-2012). Συγκαταλέγεται ανάμεσα στους πιο διάσημους ιστορικούς στον κόσμο, με το έργο του να επικεντρώνεται στην άνοδο και στην εδραίωση του καπιταλισμού.