Η αμερικανική διπλωματία, ένας τομέας για λίγους

[από το αρχείο της “Le Monde diplomatique”, Ιανουάριος 1999]

Αποφασίζοντας τους βομβαρδισμούς στο Ιράκ, ο Μπιλ Κλίντον δεν ενδιαφέρθηκε ούτε να συμβουλευτεί το Κογκρέσο ούτε να ζητήσει τη γνώμη των πολιτών της χώρας του. Με τον τρόπο αυτό, ακολούθησε το παράδειγμα του Χάρι Τρούμαν, ο οποίος έστειλε αμερικανικά στρατεύματα στην Κορέα χωρίς να λάβει προηγουμένως την έγκριση των Αμερικανών κοινοβουλευτικών. Και επίσης το παράδειγμα του προέδρου Νίξον, ο οποίος έπραξε το ίδιο στην Ινδοκίνα και επίσης του προέδρου Ρίγκαν στην κεντρική Αμερική. Το γεγονός ότι οι Ρεπουμπλικανοί-μέλη του Κογκρέσου διαμαρτυρήθηκαν οφείλεται κυρίως στο γεγονός ότι η ιρακινή επιχείρηση κινδύνευε να καθυστερήσει την απαγγελία του κατηγορητηρίου στον πρόεδρο για την υπόθεση Λεβίνσκι. Στην πραγματικότητα φαίνεται ότι όλοι το έχουν πάρει απόφαση πως η εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ, η οποία επικαλείται την άμυνα της δημοκρατίας, παραμένει μια αυταρχική και στεγανοποιημένη λειτουργία. Το άρθρο που ακολουθεί έχει αναφορά στο βιβλίο του Eric Alterman «Who Speaks for America: Why Democracy Matters in Foreign Policy».

Εδώ και πολλές δεκαετίες, η αμερικανική δημοκρατία φθίνει. Η ζωτικότητά της θα απαιτούσε μια επιπλέον προσπάθεια εκ μέρους των πολιτών, που είναι ήδη απορροφημένοι από τη δουλειά τους και την οικογένειά τους. Προϋποθέτει, επίσης, θεσμούς διαμεσολάβησης (κόμματα, ενώσεις) που λειτουργούν και στους οποίους οι άνθρωποι μπορούν να συναντιούνται για να ανταλλάσσουν τις ιδέες τους. Απαιτεί, τέλος, μια ομάδα έντιμων πολιτικών διαμεσολαβητών, διατεθειμένων να εξηγήσουν στη χώρα τη σημασία των σημαντικών ζητημάτων και κατόπιν να εκτελέσουν τη θέληση των εκλογέων.

Στις Ηνωμένες Πολιτείες, κανένας από αυτούς τους όρους δεν εκπληρώνεται. Η μείωση του αριθμού των συναθροίσεων, της συχνότητας των συναντήσεων, του ποσοστού ανάγνωσης εφημερίδων (ιδιαίτερα ανάμεσα στους νέους) αποδεικνύει ότι οι ενήλικοι έπαψαν να διδάσκονται τις ζωτικές εμπειρίες της δημοκρατίας. Τις αντικαθιστούν με την τηλεόραση, που έχει ως διπλή συνέπεια την αύξηση του πεσιμισμού απέναντι στους δημοκρατικούς θεσμούς και την απορρόφηση του χρόνου που παλιότερα αφιερωνόταν στις δραστηριότητες των πολιτών.

Πολύ περισσότερο από τις επιλογές που αφορούν την εσωτερική πολιτική, εκείνες της εξωτερικής και στρατιωτικής πολιτικής έχουν υπαχθεί σε μια λειτουργία που κυριαρχείται από τα συμφέροντα ισχυρών κλάδων οι οποίοι τις χειραγωγούν και είναι ικανοί να εκμεταλλεύονται την άγνοια του αμερικανικού λαού για να υποτάσσουν καλύτερα την εθνική πολιτική στην υπηρεσία των συμφερόντων τους. Όσο για τους προέδρους, αυτοί επωφελούνται από την πατριωτική διάθεση και το σεβασμό που τρέφει για το αξίωμά τους η πλειοψηφία των πολιτών. Από την πλευρά τους, οι επιχειρήσεις, οι γραφειοκρατίες και τα εθνικά λόμπι αντιπαρατίθενται στο Κογκρέσο και στα μέσα ενημέρωσης, για να καθορίσουν τις παραμέτρους των επιλογών του Λευκού Οίκου. Και το κάνουν συχνά χωρίς το πλατύ κοινό να συμμετέχει κατ’ ελάχιστον σ’ αυτόν το διάλογο.

Αν η εξωτερική πολιτική φανερώνει το μη δημοκρατικό χαρακτήρα των αποφάσεων που λαμβάνονται από την αμερικανική κυβέρνηση, αυτό αναμφίβολα οφείλεται κατά πρώτο λόγο στην αντίληψή της για οτιδήποτε «ξένο». Μήπως είναι ακόμη χρήσιμο να θυμηθούμε το μικρό βαθμό κατανόησης και ενασχόλησης των Αμερικανών με τα ήθη και τα έθιμα των άλλων πολιτισμών; Τη στιγμή που ο ψυχρός πόλεμος συστηματοποιούσε τις δεσμεύσεις των Ηνωμένων Πολιτειών στο εξωτερικό, ο πρόεδρος Χάρι Τρούμαν δεν δίσταζε να διακηρύξει: «Αν καταλαβαίνετε τι συμβαίνει στην κομητεία Τζάκσον, μπορείτε να καταλάβετε τι συμβαίνει σ’ ολόκληρο τον κόσμο».

Ελάχιστα πληροφορημένοι από την επιπόλαιη αντιμετώπιση που επιφυλάσσουν τα μέσα ενημέρωσης της χώρας τους στον υπόλοιπο πλανήτη (1), οι Αμερικανοί αμφιβάλλουν εύκολα για την αρμοδιότητά τους να καθορίσουν την εξωτερική πολιτική της χώρας τους. Προτιμούν μάλιστα, χωρίς αμφιβολία, να μην ερωτώνται γι’ αυτό το θέμα. Μια μελέτη που εκπονήθηκε το 1989 από το Συμβούλιο Κάρνεγκι για την Ηθική και τις Διεθνείς Σχέσεις διαπίστωσε έτσι ότι πάνω από τους μισούς από όσους ρωτήθηκαν θεωρούσαν τον εαυτό τους ανεπαρκώς καταρτισμένο για να συμμετάσχει στη λήψη των αποφάσεων σε διπλωματικά θέματα.

Η συζήτηση για την «εθνική ασφάλεια», εξάλλου, μοιάζει δομημένη σχεδόν με τέτοιο τρόπο ώστε να αποκλείει όσους βρίσκονται έξω από το στενό κύκλο αυτών που παίρνουν τις αποφάσεις. Από την αρχή του ψυχρού πολέμου, η «εθνική ασφάλεια» πράγματι έθετε ως αξίωμα την ύπαρξη ουσιαστικών δεσμών ανάμεσα σε έναν αξιοσημείωτο αριθμό οικονομικών, πολιτικών και στρατιωτικών παραμέτρων. Σε τέτοιο βαθμό ώστε η εκτίμηση του συνόλου δεν μπορεί παρά να εξαρτάται από την αυθεντία των πολύ λίγων που είναι προικισμένοι με πολιτιστικό κεφάλαιο και εξοπλισμένοι με πληροφορίες, συχνά εμπιστευτικές σε παρόμοιο τομέα, που τους επιτρέπουν να χειρίζονται όλες αυτές τις παραμέτρους.

Επειδή, ωστόσο, δεν παραλείπουν ποτέ να υποδεικνύουν ότι μια εθνική καταστροφή μπορεί να προκληθεί από το παραμικρό λάθος, η δύναμη του εκφοβισμού καθίσταται απαγορευτική, ακόμα και για τους ανθρώπους που αισθάνονται αρκετά ικανοί για να παίρνουν καθημερινά δύσκολες προσωπικές και επαγγελματικές αποφάσεις. Ελλείψει γνώσεων και εμπιστοσύνης στον εαυτό τους, οι πολίτες βρίσκονται, λοιπόν, αποκλεισμένοι από ένα χώρο που μπορεί, ωστόσο, να καθορίσει την ύπαρξή τους.

Το 1977, για παράδειγμα, για να αποφύγει την τοποθέτηση σε αποθήκες που θα μπορούσαν να γίνουν κατ’ εξοχήν στόχος μιας σοβιετικής προληπτικής επίθεσης, η κυβέρνηση Κάρτερ πρότεινε την κατασκευή, στην αμερικανική Δύση, ενός σιδηροδρομικού δικτύου με το οποίο θα μεταφέρονταν οι πύραυλοι ΜΧ. Το προτεινόμενο σύστημα ήταν τόσο γιγαντιαίων διαστάσεων, ώστε η κατασκευή του θα συνιστούσε το μεγαλύτερο εργοτάξιο στην ανθρώπινη ιστορία. Απαιτούσε επίσης τη μετεγκατάσταση κοινοτήτων που ζούσαν σ’ αυτές τις περιοχές εδώ και γενιές, ακόμα και χιλιετίες (όπως οι Ινδιάνοι Σοσόν). Ένα τέτοιο σχέδιο, τέλος, απειλούσε με καταστροφή ένα από τα πιο εύθραυστα οικοσυστήματα της χώρας. Παρ’ όλα αυτά ο πρόεδρος Κάρτερ ήταν ανένδοτος.

Όταν ομάδες πολιτών ρώτησαν τους πολιτικούς και στρατιωτικούς υπεύθυνους με ποια δικαιολογία επέμεναν σε μια τόσο κολοσσιαία επιχείρηση, που το Κογκρέσο ήταν έτοιμο να χρηματοδοτήσει, ο στρατηγός Τόμας Στάφορντ απάντησε χωρίς ενδοιασμούς στις τοπικές αρχές της Νεβάδας ότι η αντίθεση στο σιδηροδρομικό δίκτυο οφειλόταν αποκλειστικά στην άγνοια των στρατηγικών θεμάτων (2). Αν το σχέδιο ματαιώθηκε τελικά, ήταν επειδή προσέκρουσε στην εξαιρετική συμβολή δύο αντιδράσεων, που προέρχονταν η μία από τα δεξιά και η άλλη από τα αριστερά.

 

Χωρίς την έγκριση του Κογκρέσου

Η δυναμική του ψυχρού πολέμου συνέχισε να φέρνει εμπόδια σε μια δημοκρατική συζήτηση γύρω από τα θέματα εξωτερικής πολιτικής, ακόμη και όταν εξέλιπε κάθε στρατιωτική απειλή κατά των Ηνωμένων Πολιτειών. Αυτό φάνηκε ιδιαίτερα το 1990-1991, όταν ο πρόεδρος Μπους αποφάσισε να εξαπολύσει τον πόλεμο του Κόλπου και είχε την υποστήριξη αυτού που είχε απομείνει από τη Σοβιετική Ένωση. Μερικές μέρες μετά την εισβολή του Ιράκ στο Κουβέιτ, ο Αμερικανός πρόεδρος έστειλε, ωστόσο, στρατεύματα στη Σαουδική Αραβία χωρίς έγκριση του Κογκρέσου και χωρίς να υπάρξει συζήτηση στους κόλπους του. Οι εκπρόσωποί του υποστήριξαν τη θέση ότι, με το αξίωμά του ως προέδρου, ο Μπους διέθετε την απαιτούμενη αρμοδιότητα σύμφωνα με την οποία, εφόσον το επιθυμούσε, μπορούσε να αποφασίσει την εμπλοκή της χώρας του στον πόλεμο. Η θέση του Λευκού Οίκου έγινε αμέσως αποδεκτή από την πλειοψηφία των Ρεπουμπλικάνων και σχεδόν ομόφωνα από τους σχολιαστές.

Άλλοτε υπεύθυνος για το μυστικό πόλεμο στην Καμπότζη (3), ο πρώην υπουργός Εξωτερικών Κίσινγκερ εξηγούσε: «Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν μπορούν να διακινδυνεύσουν να τις σέρνουν από τη μύτη. Και επιπλέον δεν μπορούν να διακινδυνεύσουν να χάσουν». Αρχισυντάκτης τότε του εβδομαδιαίου περιοδικού «The New Republic», ο Φρεντ Μπαρνς επικροτούσε: «Το Κογκρέσο δεν πρέπει να ανακατευτεί. Θα αρχίσουν να αντιδικούν, να κλαψουρίζουν και να γαβγίζουν, ενώ δεν είναι ικανοί να ψηφίσουν έναν προϋπολογισμό».

Τελικά, το Κογκρέσο αναμείχθηκε και τάχθηκε υπέρ του πολέμου. Αλλά, απέναντι στο τετελεσμένο γεγονός της εμπλοκής των στρατευμάτων και του αμερικανικού γοήτρου σ’ αυτή την υπόθεση, οι επιλογές περιορίζονταν είτε στην υποστήριξη ή στην ταπείνωση του προέδρου μπροστά σ’ ολόκληρο τον κόσμο. Στη Γερουσία, η περιορισμένη νίκη του Λ. Οίκου (53 ψήφοι έναντι 47) οφειλόταν άλλωστε σε όσους αποδοκίμαζαν τη στρατηγική του προέδρου, αλλά δεν ήθελαν να αψηφήσουν τον αρχηγό του κράτους (και αρχηγό των ενόπλων δυνάμεων) σε ένα θέμα που αυτός είχε προσδιορίσει ως κεφαλαιώδες για την ασφάλεια (4).

Ακόμα και όταν τα ζητήματα ήταν σαφώς μικρότερης σημασίας, ο πρόεδρος Ουίλιαμ Κλίντον εκδήλωσε ακόμη μεγαλύτερη αυθάδεια απέναντι στους συνταγματικούς κανόνες όταν αποφάσιζε, το 1994, να διατάξει τα αμερικανικά στρατεύματα να αποβιβαστούν στην Αϊτή. Δεν συμβουλεύτηκε το Κογκρέσο, χωρίς αμφιβολία επειδή κατά πλειοψηφία τασσόταν εναντίον μιας τέτοιας επιχείρησης. Οι δημοσκοπήσεις πριν από την εισβολή έδειχναν επίσης ότι το 66% των Αμερικανών δεν την επιδοκίμαζαν (5).

Εμπνεόμενοι από την τεχνική που είχε εφαρμόσει ήδη ο Χάρι Τρούμαν στη διάρκεια του πολέμου της Κορέας, οι υπεύθυνοι της εκτελεστικής εξουσίας χαρακτήρισαν την επιχείρηση της Αϊτής ως «αστυνομική επιχείρηση» και την εξομοίωσαν με τις παλαιότερες επιχειρήσεις που είχαν αναλάβει οι Ηνωμένες Πολιτείες στη Δομινικανή Δημοκρατία (1965), στη Γρενάδα (1983) και στον Παναμά (1989). Χαρακτηρίζοντας την εισβολή «εξ ολοκλήρου σύμφωνη με τις πρακτικές του παρελθόντος», ο υφυπουργός Δικαιοσύνης, Ουόλτερ Ε. Ντέλινγκερ, την έκρινε έτσι απόλυτα ικανή να «περιληφθεί στο πλαίσιο της συνταγματικής εξουσίας του προέδρου». Σ’ αυτή την περίπτωση, οι αξιωματούχοι του Κογκρέσου χωρίς αμφιβολία ανακουφίστηκαν που δεν εξέφρασαν τη θέση τους για μια πρωτοβουλία η οποία, τελικά, είχε θετική έκβαση. Αλλά αυτή η στεγανοποιημένη κυβερνητική αυταρχική λειτουργία ελάχιστη σχέση έχει με τις διατάξεις που προβλέπονται από το σύνταγμα.

Τα ζητήματα του πολέμου και της ειρήνης συνεχίζουν να κρίνονται ως πολύ σοβαρά για να υπόκεινται στη διαιτησία μιας δημοκρατικής συζήτησης. Από την αρχή της διακυβέρνησης Κλίντον, το Κογκρέσο δεν έπαψε να εκφράζει την αποδοκιμασία του για την πολιτική του προέδρου στα Βαλκάνια. Χωρίς, ωστόσο, να μπορεί να την τροποποιήσει ή να υποβάλει μια συνεκτική εναλλακτική λύση. Προς τι λοιπόν η κατάπληξη; Παρά το θόρυβο που προκάλεσαν μερικά μεμονωμένα μέλη του, με αφορμή τη Βοσνία και τη γιουγκοσλαβική κατάρρευση, το Κογκρέσο δεν οργάνωσε καμία δημόσια ακρόαση για το θέμα τη στιγμή της διάσπασης της ομοσπονδίας. Κανένα από τα ψηφίσματα που προτάθηκαν από τη μία ή την άλλη πλευρά δεν τέθηκε σε ψηφοφορία. Οι επιτροπές εξωτερικών υποθέσεων της Γερουσίας και της Βουλής των Αντιπροσώπων κατήγγειλαν συχνά την πολιτική του Λευκού Οίκου, χωρίς όμως να προτείνουν μια εναλλακτική στρατηγική.

Αϊτή, Ρουάντα, Βοσνία: ο πρόεδρος Κλίντον έπρεπε να πάρει την ευθύνη κάθε ενέργειας (όπως και κάθε άρνησης για δράση) τη στιγμή που το Κογκρέσο περιοριζόταν σε έκφραση κριτικής. Η συζήτηση με αφορμή την Αϊτή αφορούσε μόνο τα πολιτικά ευαίσθητα ζητήματα ενός ενδεχόμενου κύματος προσφύγων και της λαθρομετανάστευσης στις Ηνωμένες Πολιτείες (6). Όσον αφορά την ιδέα μιας στρατιωτικής επέμβασης στη Ρουάντα για την πρόληψη της γενοκτονίας που βρισκόταν σε εξέλιξη εκεί, αυτή στην πραγματικότητα δεν προτάθηκε ποτέ. Και όποτε τέθηκε ζήτημα αποστολής αμερικανικών στρατευμάτων στη Βοσνία, ο Λι Χάμιλτον, Δημοκρατικός της επιτροπής εξωτερικών υποθέσεων της Βουλής των Αντιπροσώπων, αντέτεινε: «Το πραγματικό ζήτημα είναι να ξέρουμε αν είμαστε έτοιμοι να στείλουμε νέους Αμερικανούς, που κατοικούν στην πολιτεία μου, την Ιντιάνα, να διακινδυνεύσουν τη ζωή τους στα Βαλκάνια. Εγώ δεν είμαι διατεθειμένος, γιατί δεν διακρίνω κανένα ζωτικό αμερικανικό συμφέρον που θα δικαιολογούσε κάτι τέτοιο».

Όσον αφορά την κοινή γνώμη, μια τέτοια θέση, που προηγήθηκε των συμφωνιών του Ντέιτον, δεν παρουσίαζε κανέναν κίνδυνο. Η πολύ μεγάλη πλειοψηφία των Αμερικανών δεν ενδιαφερόταν στην πραγματικότητα για τη Βοσνία, εκτός κι αν υπήρχε ζήτημα αποστολής στρατευμάτων. Στις τακτικές δημοσκοπήσεις που διεξάγονταν γι’ αυτό το θέμα, η αναλογία των ερωτώμενων που απαντούσε ότι παρακολουθεί «από πολύ κοντά» τον πόλεμο στα Βαλκάνια δεν ξεπέρασε παρά μόνο μία φορά το όριο του 20%, το Μάιο του 1993. Τον υπόλοιπο χρόνο, αυτή η αναλογία κυμαινόταν γύρω στο 12% (7). Ο γερουσιαστής της Γεωργίας Ουάις Φόουλερ, που πλήρωσε με την απώλεια της έδρας του το 1992 την αντίθεσή του στον πόλεμο του Κόλπου, εξομολογήθηκε ότι στις εξήντα προεκλογικές συγκεντρώσεις στις οποίες συμμετείχε δεν τον ρώτησαν για τη Βοσνία ούτε μία φορά.

Οι Αμερικανοί είναι πράγματι πολύ λιγότερο ενημερωμένοι για τις «εξωτερικές υποθέσεις» παρά για τα θέματα εσωτερικής πολιτικής, που και αυτή τους ενδιαφέρει ελάχιστα. Τα δεδομένα που στοιχειοθετούν το βαθμό άγνοιας των κατοίκων της αμερικανικής υπερδύναμης είναι ήδη αρκετά γνωστά (8). Όμως, πώς να μην καταλάβουμε την αδυναμία των πολιτών να συμμετάσχουν συνειδητά στον καθορισμό της εξωτερικής πολιτικής της χώρας τους, όταν, για παράδειγμα, η πλειοψηφία τους αδυνατεί να προσδιορίσει στο πλευρό ποίων επεμβαίνει η κυβέρνησή τους σε μια σύγκρουση που διεξάγεται εκείνη τη στιγμή (όπως στην περίπτωση της δραστηριοποίησης του Ρίγκαν στην Κεντρική Αμερική κατά τη δεκαετία του ’80) ή να εξηγήσει εναντίον ποίου ιδρύθηκε το ΝΑΤΟ; Ένας ειδικός, ο Μπρους Ράσετ, εκτιμά ότι σε κανονικές περιόδους (δηλαδή σε περιόδους όπου δεν τίθεται ζήτημα πολέμου), μόλις ένα 5% των Αμερικανών παρακολουθούν πραγματικά τα διπλωματικά θέματα (9).

Μια τέτοια απουσία πληροφόρησης και προσοχής καθιστά την κοινή γνώμη ιδιαίτερα ευάλωτη στην προπαγάνδα μιας κυβέρνησης που νοιάζεται για την αλήθεια λιγότερο από ό,τι για την ιδεολογική, πολιτική ή προσωπική άνεσή της. Σχεδόν όλοι οι πρόεδροι που εκλέχθηκαν μετά το τέλος του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου αισθάνονταν, εξάλλου, ελεύθεροι να παραπλανούν τον αμερικανικό λαό για τα ουσιαστικά ζητήματα της εξωτερικής και στρατιωτικής πολιτικής. Έτσι, το 1964, μερικές εβδομάδες πριν από την εκλογή του στο Λευκό Οίκο, ο πρόεδρος Λίντον Τζόνσον δεν δίσταζε να υποσχεθεί το αντίθετο από αυτό που είχε υποσχεθεί για το Βιετνάμ: «Δεν είμαστε διατεθειμένοι να στείλουμε τα αγόρια μας 15.000 χιλιόμετρα μακριά από τα σπίτια μας: οι Ασιάτες μπορούν να υπερασπιστούν μόνοι τον εαυτό τους».

Ένα από τα μειονεκτήματα του αμερικανικού εκλογικού συστήματος, που χαρακτηρίζεται από τις πολυάριθμες αναμετρήσεις (κάθε δύο χρόνια για το Κογκρέσο, κάθε τέσσερα για το Λευκό Οίκο), είναι η τάση της κοινής γνώμης να συντάσσεται γύρω από τους ηγέτες της σε περιόδους διεθνούς κρίσης. Έτσι, οι πολιτικοί σπάνια διστάζουν να αξιοποιήσουν για εκλογικό και προσωπικό όφελός τους μια τέτοια συλλογική διάθεση. Αφού άλλωστε, σύμφωνα με ορισμένους πολιτικούς επιστήμονες, η τάση των αρμοδίων να κατευθύνουν την επιθετικότητα της χώρας προς έναν εξωτερικό στόχο είναι μεγαλύτερη σε μια δημοκρατία όπου οι εσωτερικές αντιδράσεις δεν μπορούν να κατασταλούν με τη βία.

 

Κατασκευάζοντας μια κρίση την σωστή στιγμή

Στις Ηνωμένες Πολιτείες, οι στρατιωτικές ενέργειες έχουν μεγάλη πιθανότητα να εκδηλωθούν τις παραμονές ή την επομένη των εκλογών. Το 1962, για παράδειγμα, οι εκλογές για το Κογκρέσο ώθησαν τον πρόεδρο Τζον Φ. Κένεντι, που τον κατηγορούσαν για μαλθακότητα οι ρεπουμπλικανοί αντίπαλοί του, να φέρει στο προσκήνιο το ζήτημα των πυραύλων στην Κούβα, μετατρέποντας έτσι μια δυσκολία που θα μπορούσε να διευθετηθεί με τη συνήθη διπλωματική οδό -οι σοβιετικοί πύραυλοι δεν απειλούσαν ούτε την αμερικανική στρατηγική της αποτροπής, ούτε την ισορροπία του τρόμου- σε μια κρίση που θα μπορούσε να καταλήξει σε πυρηνική σύγκρουση.

Γιατί το γεγονός ότι η πολεμική ρητορική είναι κατ’ αρχήν ελάχιστα δημοφιλής στις Ηνωμένες Πολιτείες παύει να έχει σημασία από τη στιγμή που θα αναπτυχθεί ο στρατιωτικός μηχανισμός. Η υποστήριξη της κοινής γνώμης σε μια πολιτική πυγμής αυξάνεται πράγματι στο μέτρο που περνάμε από το γενικό στο ειδικό. Οι Αμερικανοί, αν ερωτηθούν αφηρημένα για την ιδέα μιας προσφυγής στη βία, έχουν την τάση να την απορρίπτουν. Αλλά η αντίδρασή τους στη χρήση βίας είναι σχεδόν πάντοτε θετική, όπως αποδείχθηκε στην περίπτωση της επέμβασης στο Λίβανο, στη Δομινικανή Δημοκρατία, στο Βιετνάμ, στην υπόθεση Μαγιαγκέζ, στη Γρενάδα, στο βομβαρδισμό της Λιβύης, στην εισβολή στον Παναμά, στον πόλεμο του Κόλπου και στους τελευταίους βομβαρδισμούς εναντίον του Ιράκ.

Αυτή η τάση αποβαίνει προς όφελος τόσο των δημοφιλών προέδρων όσο και εκείνων που δεν είναι δημοφιλείς. Πριν στείλει ο Λίντον Τζόνσον στρατεύματα στο Βιετνάμ μετά το επεισόδιο στον κόλπο του Τονκίνου (10), μόνο το 42% των ερωτηθέντων τάσσονταν υπέρ της αμερικανικής εμπλοκής στη νοτιοανατολική Ασία. Το ποσοστό αυτό έφτασε το 72% μετά την απόφαση του Λευκού Οίκου για την αποστολή στρατευμάτων. Μόνο το 7% των Αμερικανών επιδοκίμαζαν την ιδέα μιας εισβολής στην Καμπότζη πριν από την υλοποίησή της. Μόλις ο πρόεδρος Ρίτσαρντ Νίξον έδωσε τη σχετική διαταγή, ο αριθμός όσων την υποστήριζαν έφτασε στο 50%.

Το να βεβαιώνουμε ότι η αμερικανική εξωτερική πολιτική δεν καταστρώνεται ούτε εκτελείται με δημοκρατικές διαδικασίες δεν σημαίνει ότι αναπτύσσεται ανεξάρτητα από υπολογισμούς αλλά και από τις ομάδες πίεσης στο εσωτερικό. Στην πλειονότητα των περιπτώσεων, όμως, όταν οι ειδικοί της διπλωματίας μιλούν για εκδημοκρατισμό του τομέα της ειδικότητάς τους, έχουν πρώτα απ’ όλα στο μυαλό τους τη διεύρυνση του αριθμού των ομάδων που έχουν λόγο σ’ αυτόν. Αν, για παράδειγμα, στη δεκαετία του ’50 επρόκειτο κατά κύριο λόγο για τους τραπεζίτες, τις πετρελαϊκές βιομηχανίες, τη Γιουνάιτεντ Φρουτ και το Συμβούλιο Εξωτερικών Σχέσεων, ο κατάλογος σήμερα περιλαμβάνει επίσης, μεταξύ άλλων, νέες εθνικές ομάδες, ενώσεις για την προστασία του περιβάλλοντος ή των ανθρώπινων δικαιωμάτων και ίσως κάποια φεμινιστικά κινήματα.

Αλλά ένα τέτοιο μοντέλο δεν δίνει πολλή σημασία στα αισθήματα της πλειοψηφίας του εκλογικού σώματος: δεν επιζητεί ουσιαστικά τίποτε άλλο παρά να συμπεριλάβει ένα μεγαλύτερο αριθμό από τους πολίτες που αποτελούν ήδη μέρος της πολύ μικρής ομάδας εκείνων που ασχολούνται με την πολιτική. Συνεχίζει, λοιπόν, να θέτει ως αξίωμα την παθητικότητα της πλειοψηφίας των Αμερικανών, λες κι όλοι αυτοί που δεν έχουν πρόσβαση στους μηχανισμούς της εξουσίας δεν έχουν, στο επίπεδο της δημοκρατικής εκπροσώπησης, ίσα δικαιώματα με τους άλλους.

 

  1. Βλ. Serge Halimi, «Les medias américains délaissent le monde» και «Un journalisme de racolage», «Le Monde diplomatique», Αύγουστος 1994 και Αύγουστος 1998, αντίστοιχα.
  2. Βλ. Matthew Glass, «Citizens Against the ΜΧ: Public Languages in the Nuclear Age», University of Illinois Press, Ούρμπανα 1993.
  3. Βλ. Seymour Hersh, «The Price of Power», Summit Books, Νέα Υόρκη, 1983.
  4. Βλ. Marie-France Toinet, «Μ. Bush, seul décideur», «Le Monde diplomatique», Φεβρουάριος 1991.
  5. Βλ. «The New York Times», 14 Σεπτεμβρίου 1994.
  6. Βλ. William LeoGrande, «Washington et l’écueil haϊtien», «Le Monde diplomatique», Οκτώβριος 1994.
  7. Τα στοιχεία παρατίθενται από τον Wayne Bert, «The Reluctant Superpower: The United States in Bosnia (1991-1995)», St Martin’s Press, Νέα Υόρκη, 1997, σελ. 87.
  8. Το 1995, ένας στους τρεις ενήλικες δεν ήταν σε θέση να αναφέρει ούτε μια από τις χώρες ενάντια στις οποίες πολέμησαν οι Ηνωμένες Πολιτείες στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, 67% των ερωτηθέντων δεν μπορούσαν να πουν ποιο ήταν το όνομα του εκπροσώπου τους στη Βουλή των Αντιπροσώπων, οι μισοί δεν γνώριζαν αν ήταν Δημοκρατικός ή Ρεπουμπλικάνος, 54% δεν ήξεραν το όνομα ούτε του ενός από τους δύο γερουσιαστές της πολιτείας τους, 40% δεν ήξεραν ποιος ήταν ο αντιπρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, σχεδόν οι μισοί αγνοούσαν το ρόλο του Ανώτατου Δικαστηρίου, 75% των Αμερικανών δεν ήξεραν ότι η θητεία ενός γερουσιαστή είναι εξαετής, 40% αγνοούσαν ότι οι Ρεπουμπλικάνοι είχαν την πλειοψηφία στο Κογκρέσο.
  9. Bruce Rusett, «Controlling the Sword: The Democratic Governance of National Security», Harvard University Press, Κέμπριτζ, 1990, σσ. 87-88.
  10. Η επίθεση εναντίον των αμερικανικών αντιτορπιλικών Maddox και Turner-Joy από τις τορπιλακάτους του Βορείου Βιετνάμ, στις 2 και 3 Αυγούστου 1964, στον κόλπο του Τονκίνου, σήμανε την έναρξη της επέμβασης των Ηνωμένων Πολιτειών στο Βιετνάμ.
Facebooktwittergoogle_pluspinterestlinkedintumblrmail
Authors:

Δημοσιογράφος.