Η Ισπανία ψηφίζει, το Podemos αμφιβάλλει

Χθες ακόμη, κάθε εκλογική αναμέτρηση στην Ισπανία φαινόταν να επιβεβαιώνει την άνοδο του Podemos. Ωστόσο, λίγοι είναι εκείνοι που περιμένουν κάποια μεγάλη επιτυχία του κόμματος στις γενικές εκλογές της 28ης Απριλίου. Τη στιγμή που η ακροδεξιά έκανε την έκπληξη τον Δεκέμβριο του 2018, πώς εξηγείται η υποχώρηση ενός σχήματος που είχε κάνει τόσα προκειμένου να ξαναδώσει ελπίδα στους Ευρωπαίους προοδευτικούς;

Έχοντας εμφανιστεί από το πουθενά πριν από πέντε χρόνια, με τη φιλοδοξία να αγγίξει τον ουρανό (και ολόκληρη την Ισπανία), το Podemos («Μπορούμε») φάνηκε να ανανεώνει τον τρόπο με τον οποίο αναφερόμαστε και ασκούσαμε την πολιτική στην Ευρώπη. Πέντε χρόνια μετά, κανείς δεν πιστεύει πλέον στην αστραπιαία νίκη, –μια υπόσχεση του χθες– και το κόμμα φαίνεται να απειλείται από την κανονικοποίησή του μέσα σε ένα πολιτικό τοπίο που απέρριπτε ολοκληρωτικά. Άραγε η κάμψη που γνωρίζει αυτή τη στιγμή είναι μόνο μία φάση, κοινή σε όλους τους αγώνες αυτού του είδους, ή αντανακλά την όξυνση των εντάσεων που υπαγόρευσαν τη γέννησή του;

Όταν, στις 17 Ιανουαρίου 2014, το Podemos εισβάλλει στην ισπανική πολιτική σκηνή, επιδίωξη των ιδρυτών του είναι να εκφράσουν τις αξιώσεις για μια «πραγματική δημοκρατία» του κινήματος των «αγανακτισμένων», το οποίο είχε καταλάβει τις πλατείες των πόλεων της Ισπανίας από τον Μάιο του 2011 (1). Οι διεκδικήσεις του εκφράζονται μέσα από ένα ευρύ φάσμα συνθημάτων και προτάσεων, με έναν κοινό παρονομαστή: την εκ νέου αμφισβήτηση της πολιτικής (και σε μικρότερο βαθμό της οικονομικής) τάξης που προέκυψε κατά τη μετάβαση από τη φρανκική δικτατορία (1936-1977) στη φιλελεύθερη δημοκρατία. Σε γενικές γραμμές, η αμφισβήτηση οργανώνεται γύρω από δύο ξεχωριστούς σκοπούς: από τη μια πλευρά υπάρχει ένα πνεύμα που επιθυμεί να ανανεώσει το σύστημα και, από την άλλη, μια πολύ μεγαλύτερη φιλοδοξία για κοινωνικό μετασχηματισμό. Μεταρρύθμιση ή μετασχηματισμός: «Η ένταση που δημιουργούν οι δύο επιλογές θα εκφραστεί στη συνέχεια στις συζητήσεις στους κόλπους του κόμματος», υπογραμμίζει ο Μπράις Φερνάντες, πολιτικός επιστήμονας, μέλος της συντακτικής ομάδας του «Viento Sur» και των Anticapitalistas, μιας τροτσκιστικής οργάνωσης που ήταν ένας από τους ιδρυτικούς πυρήνες του Podemos.

Συνεπώς, για το πρώτο ρεύμα των «αγανακτισμένων», «προτεραιότητα είναι η ανανέωση του πολιτικού προσωπικού», διευκρινίζει ο Φερνάντες. Ώς έναν βαθμό, οι κινητοποιήσεις φανερώνουν τη δυσαρέσκεια των μεσαίων τάξεων που βρίσκονται σε αδιέξοδο, δεδομένου ότι οι φιλοδοξίες τους για κοινωνική άνοδο εξανεμίστηκαν από την κρίση του 2008. Στην εξουσία τότε βρισκόταν το Ισπανικό Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα (PSOE), κύριο στήριγμα του προοδευτικού φαντασιακού στην Ισπανία μετά τη μεταβατική περίοδο –που επέλεξε τη λιτότητα. Την επιλογή αυτή συμβολίζει η τροποποίηση, στις 23 Αυγούστου 2011, του άρθρου 135 του Συντάγματος προκειμένου να «διασφαλιστεί η δημοσιονομική σταθερότητα». Το οποίο σημαίνει: προτεραιότητα στην εξασφάλιση αποπληρωμής του δημόσιου χρέους.

Το Σοσιαλιστικό Κόμμα πληρώνει τις συνέπειες της πολιτικής αυτής, ηττώμενο στις γενικές εκλογές του Νοεμβρίου της ίδιας χρονιάς. Η νέα κοινοβουλευτική πλειοψηφία και η κυβέρνηση του Μαριάνο Ραχόι (Λαϊκό Κόμμα, Δεξιά) αυξάνουν ακόμη περισσότερο τις περικοπές στις κοινωνικές δαπάνες. Προφανώς, στα μάτια των «αγανακτισμένων» η ισπανική δημοκρατία δυσλειτουργεί.

 

Νεανικά πρόσωπα, νέο ύφος

Καθοδηγούμενο από τους Πάμπλο Ιγλέσιας και Ίνιγο Ερεχόν, δύο πανεπιστημιακούς, το Podemos εκμεταλλεύεται τη δυσφορία. Γρήγορα γίνεται η προσφιλέστερη επιλογή των ψηφοφόρων μεταξύ 25 και 35 ετών, κατοίκων πόλεων, με ανώτατες σπουδές. Για πολλούς, αποτελεί τη μοναδική ενσάρκωση της νέας πολιτικής που λαχταρούν, με τα νεανικά πρόσωπα και το «ασεβές» ύφος του.

Για το δεύτερο, πιο ριζοσπαστικό, μεγάλο ρεύμα στους κόλπους των «αγανακτισμένων», η κινητοποίηση χαρακτηρίζεται από τους χώρους πολιτικής κοινωνικοποίησής του (τις συνελεύσεις, τα αντίσκηνα, τις συναντήσεις κ.λπ.) και από μια ευρύτητα η οποία καθιστά δυνατή την εμφάνιση μιας βαθύτερης κριτικής του ισπανικού πολιτικού και οικονομικού συστήματος.

Εδώ, η απόρριψη της πολιτικής τάξης παίρνει τη μορφή της θέλησης για αυτονόμηση μέσω της δημιουργίας κοινοτήτων συμβίωσης και χώρων διαβουλεύσεων, της προώθησης της ψηφιακής δημοκρατίας, της φιλοδοξίας για δυνατότητα ανάκλησης των εκλεγμένων εκπροσώπων κ.λπ. Οι συμμετέχοντες συζητούν για τη δημιουργία συνελεύσεων γειτονιάς, ως τρόπου για να υλοποιηθεί το όραμα και –γιατί όχι;– να τεθούν οι βάσεις μιας νέας κοινωνίας. Τέλος, οι οπαδοί του ρεύματος καταγγέλλουν τη διάκριση μεταξύ της πολιτικής και της οικονομικής σφαίρας, πεπεισμένοι καθώς είναι για τη στενή συγγένειά τους.

Το Podemos προσπαθεί να συσπειρώσει τις διάσπαρτες δυνάμεις. Η δημιουργία «κύκλων υποστηρικτών», για παράδειγμα, έχει στόχο να ανακτηθεί το αρχικό πνεύμα των συνελεύσεων γειτονιάς των «αγανακτισμένων», οι οποίες, το 2014, εμφανίζουν σημάδια εξάντλησης. Όταν δημιουργήθηκαν, οι χώροι αυτοί είχαν σκοπό να προσφέρουν ένα τοπικό έρεισμα και ένα ευνοϊκό περιβάλλον για τη διαμόρφωση πολιτικών στελεχών. Ωστόσο, βλέποντας με ανησυχία τους κύκλους να διαβρώνονται από τους Anticapitalistas, η ηγεσία του Podemos τελικά προτιμά να τους αφαιρέσει κάθε πραγματική εξουσία. Η διαδικασία συγκέντρωσης της εξουσίας ολοκληρώνεται τον Φεβρουάριο του 2017, στη δεύτερη συνέλευση πολιτών του κόμματος, που παγιώνει ένα είδος δημοκρατικού συγκεντρωτισμού, όπου τα περιφερειακά στοιχεία επηρεάζουν ελάχιστα τα κύρια όργανα λήψης αποφάσεων.

Η πολεμική μηχανή η οποία έχει τεθεί σε λειτουργία προκειμένου οι Podemos να επωφεληθούν από την ευκαιρία που προσφέρουν οι γενικές εκλογές του 2015 δίνει προτεραιότητα στην ηλεκτρονική συμμετοχή σε πλατφόρμες ψηφοφορίας, συζητήσεων και κατάρτισης προγραμμάτων, όπως το Appgree ή το Reddit. Το χάρισμα του Ιγλέσιας, ικανό να «σπάει» τις μετρήσεις τηλεθέασης, έρχεται να ολοκληρώσει τη μιντιακή αντίληψη της δημοκρατίας.

Ακολουθώντας τη λαϊκιστική στρατηγική, όπως θεωρητικοποιήθηκε από τον Ερνέστο Λακλάου και τη Σαντάλ Μουφ (2), το Podemos ερμηνεύει την κριτική του στην οικονομική ολιγαρχία και στην τάξη των πολιτικών υπό τη μορφή του ανταγωνισμού μεταξύ του λαού και της κάστας, με την ελπίδα να εξαφανίσει τον παραδοσιακό άξονα Αριστεράς-Δεξιάς. Η καταγγελία της χρηματοπιστωτικής κρίσης και της διαφθοράς του πολιτικο-οικονομικού κατεστημένου γίνεται το κεντρικό επιχείρημα της αμφισβήτησης εκείνου που οι ιδεολόγοι του Podemos αποκαλούν το «καθεστώς του 78» –μια αναφορά στο Σύνταγμα που υιοθετήθηκε το 1978, μετά το τέλος της δικτατορίας του Φράνκο. Ωστόσο, η εξάλειψη του διαχωρισμού Αριστεράς-Δεξιάς αποδεικνύεται ατελέσφορη. Το 2015, η άνοδος των ποσοστών των Ciudadanos στις σφυγμομετρήσεις –τους οποίους ο Ζουζέπ Ουλίου, πρόεδρος της τράπεζας Σαβαδέλ, σπεύδει να παρουσιάσει ως ένα «Podemos της Δεξιάς» (3)– χωρίζει και πάλι την πολιτική σκακιέρα σε τέσσερις δυνάμεις, συγκροτημένες γύρω από δύο άξονες: Αριστερά-Δεξιά (Σοσιαλιστικό Κόμμα-Podemos εναντίον Λαϊκού Κόμματος-Ciudadanos) και νέα πολιτική-παλαιά πολιτική (Podemos-Ciudadanos εναντίον Σοσιαλιστικού Κόμματος-Λαϊκού Κόμματος).

Η λαϊκιστική στρατηγική, που ανέπτυξε ο Ερεχόν και υποστήριζε επί μακρόν ο Ιγλέσιας, βρίσκει απήχηση στον κόσμο: τρέφει μια εκτεταμένη κριτική για τη στασιμότητα της παραδοσιακής Αριστεράς, που φανερώνεται συχνά ανίκανη να κατανοήσει το κίνημα των «αγανακτισμένων» και δέχεται επικρίσεις για τη χρήση μιας υπερβολικά ακατάληπτης γλώσσας. Στις γενικές εκλογές του Νοεμβρίου 2011, η Izquierda Unida (Ενωμένη Αριστερά) –στην οποία το Κομμουνιστικό Κόμμα Ισπανίας αποτελεί έναν από τους σκληρούς πυρήνες– δεν κατάφερε να μετατρέψει την άνθηση του κινήματος των «αγανακτισμένων» σε εκλογική δύναμη: ο υποψήφιός της Κάγιο Λάρα συγκέντρωσε το 7% των ψήφων, που απείχε από το 10,5% του Χούλιο Ανγκίτα το 1996.

Ωστόσο, η συγκεκριμένη γραμμή οδηγεί την ηγεσία του Podemos σε σφάλματα που ευθύνονται για τις επερχόμενες απογοητεύσεις. Θεωρώντας, με μεγάλη ευκολία, «ελιτιστές» τους καταρτισμένους πολιτικούς ακτιβιστές –που υποτίθεται εμποδίζονται από την πείρα τους– δυσκολεύει τη συγκρότηση μιας δημοκρατικής οργάνωσης, τόσο σε επίπεδο διακίνησης πληροφοριών και λήψης αποφάσεων όσο και στην εκπροσώπηση των διαφορετικών τάσεων. Στην πράξη, η λαϊκιστική στάση χαρακτηρίζεται από μεγάλη καχυποψία απέναντι στην οργανωμένη, αγωνιστική βάση. Συνηγορεί σιωπηρά υπέρ της μετατροπής των στελεχών σε απλούς ιμάντες μεταβίβασης των αποφάσεων μιας χαρισματικής ηγεσίας, με στάση που εγγίζει τον καισαρισμό, η οποία έχει την τάση να παραπέμπει όλες τις αντιπαραθέσεις σε ηλεκτρονικό δημοψήφισμα.

Η σύγκλιση μεταξύ Ερεχόν και Ιγλέσιας λειτουργεί μέχρι τις γενικές εκλογές του 2016. Παρακάμπτοντας τις επιφυλάξεις του πρώτου, ο δεύτερος αποφασίζει τότε να συμμαχήσει με την Ενωμένη Αριστερά. Η ανανέωσή της, υπό την καθοδήγηση του Αλμπέρτο Γκαρθόν, ενθαρρύνει όσους ελπίζουν να εκθρονίσουν τους Σοσιαλιστές από τη θέση της κύριας δύναμης της Αριστεράς χάρη στη συγκρότηση της κοινοβουλευτικής ομάδας Unidos Podemos.

 

Ολοένα και ευρύτερες συμμαχίες

Μια τέτοια συμμαχία φιλοδοξεί να αναζωογονήσει την «ευρωκομμουνιστική» στρατηγική, αρχιτεχνίτης της οποίας ήταν το Κομμουνιστικό Κόμμα Ιταλίας (PCI) στις αρχές της δεκαετίας του 1970. Ο Ιγλέσιας επιβεβαιώνει επανειλημμένα την ανάγκη ενός «νέου ιστορικού συμβιβασμού», μια νύξη για το δόγμα που υπερασπιζόταν τον καιρό εκείνο ο γενικός γραμματέας του ΚΚΙ Ενρίκο Μπερλινγκουέρ, ο οποίος προσπαθούσε να διασφαλίσει τη θεσμική σταθερότητα της Ιταλίας συνάπτοντας συμφωνίες με τη Χριστιανοδημοκρατία (4). Η θέση του έχει να κάνει με την άσκηση πιέσεων στην κυβερνητική δράση των Σοσιαλιστών, εξετάζοντας το ενδεχόμενο μιας κυβέρνησης συνασπισμού, προετοιμάζοντας παράλληλα, όταν θα ερχόταν η στιγμή, την ανάληψη του κράτους. Έτσι, η λογική της συμμαχίας συνοδεύεται, για τον Ιγλέσιας, από την εμβάθυνση της ταξικής θεώρησης –επαναφέροντας την ιδέα ότι η κοινωνία διαιρείται σε κοινωνικές τάξεις με αποκλίνοντα συμφέροντα. Η νέα στρατηγική βασίζεται στην άποψη ότι η ευνοϊκή συγκυρία που εμφανίστηκε το 2011 φαίνεται πως έχει παρέλθει: η κοινωνία έχει προσαρμοστεί στην οικονομική κρίση και μόνο μια νέα περίοδος ύφεσης μπορεί να ξυπνήσει τον θυμό της. Αποτέλεσμα είναι ότι τελικά το Podemos καταλαμβάνει τον χώρο που μέχρι εχθές ανήκε στην Ενωμένη Αριστερά. Εξάλλου, ενσωματώνει κάποια στελέχη της, καθώς και παλαιά μέλη Κομμουνιστικών Νεολαιών (στις οποίες γαλουχήθηκε ο Ιγλέσιας), όπως την Ιρένε Μοντέρο, εκπρόσωπο της κοινοβουλευτικής ομάδας του Unidos Podemos.

Το ταξικό ρεύμα του Ιγλέσιας σηματοδοτεί ρήξη με τη λαϊκιστική γραμμή του Ερεχόν. Σύμφωνα με τον τελευταίο, αυτή η «αριστερίστικη» αναδίπλωση μεταφράζεται σε εξασθένηση του Podemos, σε μια κοινωνία όπου η σχέση μεταξύ ψήφου και κοινωνικής τάξης είναι μικρή.

Αντί να προσπαθεί να περιχαρακώσει την ιδεολογική πιστότητα, και λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι το Podemos δεν διαθέτει επαρκή τοπικά ερείσματα ώστε να παγιώσει μια κοινωνική βάση μέσα από αγωνιστικές ενέργειες, ο Ερεχόν θέλει να δώσει μάχη στο πεδίο των πολιτικών σημαινόντων –με άλλα λόγια, των λέξεων που γύρω τους οργανώνεται ο πολιτικός διάλογος: την έννοια της πατρίδας, την ίδια την ιδέα της Ισπανίας, τις οποίες μονοπωλεί η Δεξιά και σε γενικές γραμμές απορρίπτει η Αριστερά, λόγω του συσχετισμού τους με τον φρανκισμό. Όπως μας εξηγεί ο Χόρχε Μορούνο, κοινωνιολόγος, συνιδρυτής του Podemos και μέλος του ρεύματος Ερεχόν, «το θέμα είναι να δημιουργηθεί και να υποστηριχτεί ένα διαφορετικό όραμα για τη χώρα, μια διαφορετική δυνατότητα συνάντησης των λαών της Ισπανίας». Με λίγα λόγια, να αναγνωριστεί η πολυεθνική φύση της Ισπανίας.

Ο στόχος του Ερεχόν; Να απευθυνθεί σε σύνθετα πληθυσμιακά στρώματα: τα επισφαλή τμήματα της μεσαίας τάξης (αυτοαπασχολούμενους και ελεύθερους επαγγελματίες), τους οπαδούς μιας νέας πολιτικής, την οποία χαρακτηρίζει «φιλική», σε αντιδιαστολή με την «τραχύτητα» των θέσεων του Ιγλέσιας (στους οπαδούς αυτούς περιλαμβάνονται ομάδες που κλίνουν προς τον φιλελευθερισμό των Ciudadanos), και τους απογοητευμένους του Σοσιαλιστικού Κόμματος (που διατηρεί την υποστήριξη ορισμένων μη εξειδικευμένων εργαζομένων και των ανέργων [5]).

Όμως, το πλαίσιο δεν είναι ίδιο με εκείνο του 2014. Σε εθνικό επίπεδο, η «λαϊκιστική στιγμή» του κύματος που πυροδοτήθηκε από τους «αγανακτισμένους» βρίσκεται σε φάση αναδίπλωσης και πλέον αμφιταλαντεύεται μεταξύ λήθης και αντιδραστικού ολισθήματος. Ολισθήματος που επιβεβαιώνεται από την εμφάνιση, στις περιφερειακές εκλογές της Ανδαλουσίας, του Vox (11% των ψήφων τον περασμένο Δεκέμβριο), ενός ακροδεξιού κόμματος που συνδυάζει αποκατάσταση του φρανκισμού και εναντίωση στην «ιδεολογία του φύλου», σε συνθήκες όπου ο φεμινισμός σημειώνει πρόοδο κατά τα τελευταία χρόνια.

Ωστόσο, η λαϊκιστική στρατηγική δεν είναι απαραίτητα αντίθετη με την έλλειψη λαϊκού ερείσματος των Podemos. Η σημασία που δίνει ο Ερεχόν στους ειδήμονες τον οδηγεί στην υποτίμηση του ρόλου των κοινωνικών κινημάτων. «Σε ποιο βαθμό πιστεύετε ότι τα κοινωνικά κινήματα μπορούν να σας βοηθήσουν να κυβερνήσετε;», τον ρωτά ένας δημοσιογράφος το 2014. Απάντηση: «Για να είμαι ειλικρινής, πολύ λίγο, διότι είναι παγιδευμένα σε μια κουλτούρα αντίστασης, κάτι που τους επιτρέπει να μην χρειάζεται να θέτουν το ερώτημα σχετικά με το τι θα χρειαστεί να κάνουν» (6). Περισσότερο και από την κοινωνική εδραίωση, αναζητά μια πολιτική συμφωνία με τους επιχειρηματίες που κι εκείνοι αποδοκιμάζουν, από την πλευρά τους, την «οικονομική ολιγαρχία». Είναι ένας σχεδιασμός που εγείρει ένα ερώτημα: μέχρι πού μπορεί να προχωρήσει ένα τέτοιο παιχνίδι συμμαχιών αν γίνεις κυβέρνηση (7);

Από τη σκοπιά της επεξεργασίας των υποψηφιοτήτων, αυτό μεταφράζεται σε μια υπερεκπροσώπηση των επαγγελματιών της πολιτικής. Κάτι το οποίο συμβαίνει, για παράδειγμα, στο εσωτερικό της πλατφόρμας Más Madrid, που δημιουργήθηκε εν όψει των περιφερειακών εκλογών του Μαΐου. Η δομή της ενώνει το πεπρωμένο του Ερεχόν με εκείνο της Μανουέλα Καρμένα, της δημάρχου της πρωτεύουσας, μιας δικηγόρου που εμπλέκεται με την πολιτική από τη δεκαετία του 1970. Η συγκεκριμένη κίνηση επικυρώνει την κατάρρευση του Podemos και προκύπτει από την άρνηση του Ερεχόν να συμμορφωθεί στον αυστηρό έλεγχο που θέλησε να του επιβάλει η ηγεσία του κόμματος. Τελευταία αναλαμπή μιας παρατεταμένης αναμέτρησης που διαρκεί τρία χρόνια: έτσι, το Más Madrid και το Podemos θα κατέβουν… ξεχωριστά. Κατά κάποιον τρόπο, ο Ερεχόν έπεσε θύμα της πυραμιδοειδούς δομής, της οποίας ο ίδιος υπήρξε ένας από τους πρωτεργάτες κατά την πρώτη συνέλευση πολιτών του Podemos, το φθινόπωρο του 2014.

Οι αποτυχίες του Podemos δεν εξηγούνται μόνο από τις εσωτερικές διαμάχες που το διέλυσαν. Η εκρηκτική εμφάνιση του Vox είναι συνέπεια της θύελλας που προκάλεσε το ζήτημα της Καταλονίας στο ισπανικό πολιτικό σκηνικό. Μερικές ημέρες μετά τους πανηγυρισμούς του δημοψηφίσματος για την ανεξαρτητοποίηση της Καταλονίας τον Οκτώβριο του 2017 –πανηγυρισμούς που στιγματίστηκαν από βίαιη αστυνομική καταστολή– η τηλεοπτική παρέμβαση του βασιλιά Φιλίππου Δ’, ο οποίος επιρρίπτει όλη την ευθύνη της κρίσης στους Καταλανούς αυτονομιστές, περιθωριοποιεί τις δυνάμεις που, όπως το Podemos, ήταν θετικές προς τη διεξαγωγή του δημοψηφίσματος. Η ξαφνική εμφάνιση της ισπανικής σημαίας στα μπαλκόνια των πόλεων της χώρας προμηνύει την επιστροφή του συντηρητισμού.

Ωστόσο, το μέγεθος των σκανδάλων εμποδίζει τη Δεξιά να παραμείνει στην εξουσία: το Λαϊκό Κόμμα φέρεται εμπλεκόμενο σε μια τεράστια υπόθεση διαφθοράς. Τον Ιούνιο του 2018, ο Ραχόι υποχρεώνεται να αποχωρήσει ύστερα από πρόταση μομφής που κατατέθηκε από τον γενικό γραμματέα του Σοσιαλιστικού Κόμματος Πέδρο Σάντσεθ, με τη σύμφωνη γνώμη του Βασκικού Εθνικιστικού Κόμματος (PNV), διάφορων καταλανικών κομμάτων και του Podemos. Παρ’ όλα αυτά, η βραχύβια σοσιαλιστική κυβέρνηση αποτυγχάνει να βρει συναινετική λύση στην αυτονομιστική κρίση και δείχνει ατολμία στο θέμα των κοινωνικών ζητημάτων που υπερασπίζεται το Unidos Podemos (παρά το ότι ανακοίνωσε αύξηση του κατώτατου μισθού κατά 22% τον περασμένο Δεκέμβριο).

Στην συγκεκριμένη τη συγκυρία, «παμπλιστές» και «ερεχονιστές» προσπαθούν να συνενώσουν τις κοινωνικές και εθνικές μεταβλητές της καταλανικής κρίσης, ενώ τα δεξιά σχήματα (Λαϊκό Κόμμα, Ciudadanos, Vox) επιδιώκουν να τις απομονώσουν. Η ταξική στρατηγική τονίζει την εγκάρσια σύνδεση των εργατικών τάξεων σε όλη την επικράτεια. Η λαϊκιστική στρατηγική προωθεί την συνταύτιση μεταξύ του λαού, του κράτους και του έθνους, η οποία θα μπορούσε να οδηγήσει σε ανανέωση των κοινωνικών συμφωνιών του Συντάγματος του 1978. Παρά την αντίδραση των συντηρητικών, οι συμφωνίες αυτές είχαν αναγνωρίσει τα κοινωνικά δικαιώματα του πληθυσμού και είχαν εμποδίσει την επανασυγκέντρωση των αρμοδιοτήτων που είχαν μεταφερθεί στις αυτόνομες κοινότητες.

Ωστόσο, ο υπόλοιπος κόσμος άλλαξε και αυτός από τότε που γεννήθηκε το Podemos. Εκείνη την εποχή, οι επικεφαλής του κόμματος εξέφραζαν με προθυμία τον θαυμασμό τους για την μπολιβαριανή διαδικασία στη Βενεζουέλα. Το πολιτικοοικονομικό χάος που βασιλεύει στη χώρα αυτή αποτελεί πλέον ένα βάρος για τους Ιγλέσιας και Ερεχόν, αν και έχουν αμφότεροι αποστασιοποιηθεί από την κυβέρνηση του Νικολάς Μαδούρο.

Κάτι ακόμη πιο καθοριστικό: η κατάληξη της σύγκρουσης μεταξύ Βρυξελλών και Αθήνας το 2015. Η υποχώρηση του ΣΥΡΙΖΑ στις εντολές των Ευρωπαίων «εταίρων» του ενέργησε σαν προειδοποίηση: η προοπτική ενός πόλου αντίστασης στον νεοφιλελευθερισμό, στον Νότο της Ευρώπης, απομακρύνεται. Πρόκειται για ένα συναίσθημα που η πρόοδος των αντιδραστικών δυνάμεων στην Ανατολική Ευρώπη και στις ΗΠΑ έκανε ακόμη πιο έντονο.

Αυτό το διεθνές πανόραμα ενθαρρύνει την άνοδο της ακροδεξιάς, ελάχιστα ορατής μέχρι πρόσφατα στην ισπανική πολιτική σκηνή, τη ριζοσπαστικοποίηση των υπόλοιπων δεξιών σχημάτων (Λαϊκό Κόμμα, Ciudadanos) και συρρικνώνει το περιθώριο των διαθέσιμων στο Podemos ελιγμών προκειμένου να αναβιώσει τις ελπίδες για αλλαγή που υπαγόρευσαν τη δημιουργία του.

Η συσσωρευμένη από το 2015 εμπειρία –χάρη στη διοίκηση πόλεων όπως η Μαδρίτη, η Βαρκελώνη, η Βαλένθια, το Κάδιθ, η Λα Κορούνια, η Σαραγόσα (8)– έχει διπλό αποτέλεσμα. Διευκολύνει μεν την απόκτηση γνώσεων απαραίτητων σε όσους φιλοδοξούν να αναλάβουν θεσμικές ευθύνες, ταυτόχρονα όμως τυποποιεί κόμματα που ισχυρίζονταν ότι διέφεραν. Και παρ’ όλο που η διατήρηση του ελέγχου στα δημαρχεία αυτά επιτρέπει την άσκηση επιρροής σε τοπικό επίπεδο, αυτό δεν είναι αρκετό προκειμένου να περικοπούν τα προνόμια των ελίτ.

Οι δυνάμεις που βρίσκονται αριστερά του Σοσιαλιστικού Κόμματος –Podemos, Ενωμένη Αριστερά, En Comú Podem (που συσπειρώνει το Podemos και άλλες οργανώσεις της Καταλονίας), Más Madrid κ.λπ.– χαίρουν ακόμη σημαντικής λαϊκής συμπάθειας. Οι γενικές εκλογές της 28ης Απριλίου και οι Ευρωεκλογές, περιφερειακές και δημοτικές εκλογές της 26ης Μαΐου θα καθορίσουν μεσοπρόθεσμα το μέλλον του Podemos και την πιθανότητα οι διεκδικήσεις των «αγανακτισμένων» να καταλήξουν στην πολιτική υλοποίησή τους.

 

(1) Βλ. Raúl Guillén, «Alchimistes de la Puerta del Sol», «Le Monde diplomatique», Ιούλιος 2011.

(2) Βλ. Razmig Keucheyan και Renaud Lambert, «Ernesto Laclau, inspirateur de Podemos», «Le Monde diplomatique», Σεπτέμβριος 2015.

(3) «Josep Oliu propone crear “una especie de Podemos de derechas”», «El Periódico», Βαρκελώνη, 25 Ιουνίου 2014.

(4) Pablo Iglesias, «Un nuevo compromiso histórico», «El País», Μαδρίτη, 9 Δεκεμβρίου 2015.

(5) Irene Castro, «El PSOE, el partido al que más votan los desempleados», «El Diario», 22 Ιουνίου 2016, www.eldiario.es

(6) Συνέντευξη που παραχωρήθηκε στον Pablo Rivas, «“Estamos orgullosos de que la oligarquía española tenga miedo”», «Diagonal», Μαδρίτη, 7 Νοεμβρίου 2014.

(7) Βλ. Serge Halimi, «Un peuple en construction», «Le Monde diplomatique», Δεκέμβριος 2018.

(8) Βλ. Pauline Perrenot και Vladimir Slonska-Malvaud, «Dans les villes rebelles espagnoles», «Le Monde diplomatique», Φεβρουάριος 2017.

Facebooktwittergoogle_pluspinterestlinkedintumblrmail
Authors:

Συγγραφέας.

Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Complutense (Μαδρίτη).