Η διαμαρτυρία σφυρηλατεί την ενότητα στην Υεμένη

Λίγους μήνες μετά την δημοσίευση του άρθρου, τον Νοέμβριο του 2011, ο πρόεδρος της Υεμένης Αλί Αμπντάλα Σάλεχ, υπέγραψε στο Ριάντ, το σχέδιο του Συμβουλίου Συνεργασίας και συμφώνησε να μεταφέρει τις εξουσίες του στον αναπληρωτή του Αμπντ αλ-Ραμπ Μανσούρ αλ-Χαντί. Ο αλ-Χαντί παρέμεινε στο αξίωμα όταν κέρδισε και τις εκλογές του 2012. Το 2015 ανατράπηκε από τους Χούθι, οι οποίοι είχαν ήδη καταλάβει την πρωτεύουσα. Αμέσως η Σαουδική Αραβία ανακοίνωσε την επιχείρηση «Αποφασιστική θύελλα» ξεκινώντας επιθέσεις από αέρος. Στη συμμαχία που δημιούργησαν συμμετείχαν τα ΗΑΕ, το Κουβέιτ, το Κατάρ, το Μπαχρέιν, η Ιορδανία, το Μαρόκο, το Σουδάν, η Αίγυπτος και το Πακιστάν ενώ οι ΗΠΑ βοηθούσαν με την αντικατασκοπεία και την επιμελητεία. Μόνο το 2017, 50.000 παιδιά πέθαναν στη χώρα από πείνα, η οποία μαζί με την χολέρα αποδεκατίζει τον πληθυσμό. Στο κείμενο που ακολουθεί παρακολουθούμε τα γεγονότα που οδήγησαν στην παραίτηση του Αλί Αμπντάλα Σάλεχ το 2011 αλλά και την σύντομη ανάσα ελπίδας του πληθυσμού, πριν βυθιστεί στον πόλεμο. (Ιούλιος 2019)

Μετά από τέσσερις μήνες διαδηλώσεων στην Υεμένη, η «διεθνής κοινότητα» έχει παραλύσει από τον φόβο ότι η χώρα θα βουλιάξει μέσα στο χάος. Αυτός ο φόβος παραλύει επίσης και την αντιπολίτευση. Βέβαια, στις 21 Μαρτίου του 2011, ο γάλλος υπουργός Εξωτερικών, Αλέν Ζιπέ, δήλωνε ότι η απομάκρυνση του προέδρου Αλί Αμπντάλα Σάλεχ ήταν «αναπόφευκτη». Όμως, δηλώσεις τέτοιου τύπου δεν οδηγούν στην αλλαγή της κατάστασης των πραγμάτων. Εξάλλου, το ίδιο συμβαίνει και με την περιφερειακή διαμεσολάβηση που επιχειρεί το Συμβούλιο Συνεργασίας του Κόλπου: αν επιδιώκουν κάτι οι σύμμαχοι της Υεμένης, είναι η διατήρηση του συστήματος, έστω και με τίμημα την πτώση του προέδρου.

Η κατάσταση γίνεται ακόμα περισσότερο παράδοξη από το γεγονός ότι, από την εποχή της τρομοκρατικής ενέργειας εναντίον του αμερικανικού πολεμικού πλοίου USS Cole στο Άντεν, το 2000, το καθεστώς δεν έπαψε να προκαλεί τη δυσαρέσκεια των συμμάχων του. Κατ’ αρχήν της Ουάσιγκτον. Το πολιτικό και θεσμικό σύστημα που δημιούργησε ο Σάλεχ βύθισε τη χώρα στη βία, τόσο με την καταστολή στην οποία κατέφυγε εναντίον των ίδιων των υπηκόων του (για παράδειγμα, κατά τη διάρκεια του εμφύλιου πολέμου γύρω από τη Σαάντα, στα βορειοδυτικά της χώρας, η οποία έχει προκαλέσει περισσότερους από 10.000 νεκρούς από το 2004 [1]), όσο και με το πρόσχημα της καταπολέμησης της Αλ Κάιντα (χωρίς ωστόσο να εμποδιστεί η δράση της οργάνωσης).

Το 1990, με την ένωση της Δημοκρατικής και Λαϊκής Δημοκρατίας της Υεμένης (Νότια Υεμένη) και της Αραβικής Δημοκρατίας της Υεμένης (Βόρεια Υεμένη) γεννήθηκε η Δημοκρατία της Υεμένης. Όμως, κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 2000 αυτή η ενότητα αμφισβητήθηκε τόσο από τους Χούθι (2) εξεγερμένους με ορμητήριο τη Σαάντα όσο κι από ένα αποσχιστικό κίνημα στον νότο. Επιπλέον, από το 2007, οι ένοπλοι ισλαμιστές επιτίθενται άμεσα στην εξουσία και στις δυνάμεις ασφαλείας. Επομένως, η σοβαρή κρίση που συγκλονίζει το καθεστώς του Σάλεχ δεν άρχισε το 2011.

Ήδη, οι βουλευτικές εκλογές που έπρεπε να είχαν πραγματοποιηθεί τον Απρίλιο του 2009 αναβλήθηκαν εξαιτίας διαφόρων εμπλοκών στο πολιτικό και στο θεσμικό επίπεδο. Η κοινοβουλευτική αντιπολίτευση, η οποία έχει συσπειρωθεί στο Κοινό Φόρουμ (Al-Liqa Al-Mushtarak) και περιλαμβάνει τους Σοσιαλιστές (που διηύθυναν την πρώην Δημοκρατία του Νότου) και τους Αδελφούς Μουσουλμάνους, ασκούσε εδώ και μερικά χρόνια δριμύτατη κριτική στο καθεστώς και είχε επιλέξει τη στρατηγική του μποϊκοτάζ.

Παρά τα πολιτικά αδιέξοδα, η εξουσία διατηρούσε μέχρι το 2010 τη νομιμοποίησή της στη διεθνή σκηνή. Μάλιστα, καθώς είχε εμπιστοσύνη στο μέλλον, ετοιμαζόταν να προωθήσει την ψήφιση από το Κοινοβούλιο ενός νόμου ο οποίος θα επέτρεπε στον Σάλεχ να επανεκλέγεται επ’ άπειρον στην ηγεσία της χώρας, ενώ ο γιος του, Αχμάντ Αλί Σάλεχ, στρατιωτικός, ετοιμαζόταν να τον διαδεχθεί.

Η «αραβική άνοιξη» που ξεκίνησε από την Τυνησία και την Αίγυπτο έδωσε μεγάλη ώθηση στα κινήματα διαμαρτυρίας και επιτάχυνε την εμφάνιση διαλυτικών φαινομένων στις κρατικές δομές με τις οποίες πραγματοποιείται ο έλεγχος της κοινωνίας. Η νεολαία, η οποία σε μεγάλο βαθμό κρατούσε αποστάσεις από τα πολιτικά κόμματα, άναψε τη φωτιά της εξέγερσης στις μεγάλες πόλεις: Σανάα, Ταέζ και Άντεν. Τα κόμματα της αντιπολίτευσης άργησαν να συμμετάσχουν στις κινητοποιήσεις και στη συνέχεια προσπάθησαν να τις καπελώσουν και να κατευθύνουν ιδεολογικά εκείνους που είχαν αυτοανακηρυχθεί «σαμπάμπ αλ σάουρα» («νέοι της επανάστασης»).

Τον Μάρτιο και τον Απρίλιο, τα συνθήματα -όπως και ο τρόπος δράσης των διαμαρτυρόμενων- άρχισαν να συγκλίνουν: Χούθι ακτιβιστές, Νότιοι, μέλη των κομμάτων της αντιπολίτευσης και της κοινωνίας των πολιτών, μέλη φυλών, ισλαμιστές και φιλελεύθεροι, συγκεντρώνονταν για να απαιτήσουν την πτώση του καθεστώτος, κυρίως μπροστά από το πανεπιστήμιο της Σανάα, σε ένα σταυροδρόμι που ονομάστηκε «Πλατεία της Αλλαγής (3)».

Μετά τη σφαγή των πενήντα δύο διαδηλωτών εκεί, στις 18 Μαρτίου, το καθεστώς άρχισε να δέχεται σημαντικά πλήγματα, καθώς το εγκατέλειπε πλήθος ατόμων, τόσο μέλη του κόμματος που βρίσκεται στην εξουσία (του Γενικού Λαϊκού Κογκρέσου) όσο και στελέχη της κυβέρνησης, των επίσημων μέσων ενημέρωσης και του στρατού. Ακόμα κι ένας από τους στενούς συνεργάτες του προέδρου, ο στρατηγός Αλί Μοχσέν, γνωστός για τις σχέσεις του με τους ριζοσπάστες ισλαμιστές και εξαιρετικά αντιπαθής στους «σαμπάμπ», προσχώρησε στο κίνημά τους και υποσχέθηκε να τους προστατεύσει. Έφτασε μάλιστα στο σημείο να αναπτύξει τις πιστές σε αυτόν μονάδες του γύρω από τον χώρο της καθιστικής διαμαρτυρίας («ι-ισάμ») στη Σανάα. Η προσχώρηση αποκάλυψε τις εσωτερικές ρωγμές του καθεστώτος και έδωσε νέα διάσταση σε μια εξέγερση η οποία, εκτός από την απειλή της καταστολής από τις κυβερνητικές δυνάμεις, απειλείται επίσης και από το ενδεχόμενο της στρατιωτικοποίησής της. Η υποστήριξη του στρατηγού Μοχσέν αποκρυστάλλωσε τις εντάσεις ανάμεσα στους διαδηλωτές: υπενθύμισε ότι η εξέγερση μπορούσε να χρησιμεύσει ως εφαλτήριο προς την εξουσία για τους ιστορικούς αντιπάλους του Σάλεχ και υπογράμμισε το πόσο ευάλωτη ήταν η επιλογή για ειρηνική δράση, η οποία, ωστόσο, μέχρι εκείνη τη στιγμή είχε γίνει σεβαστή.

Εμφανιζόμενος κάθε φορά με διαφορετικές απόψεις, προσποιούμενος ότι αποδέχεται τη συμφωνία που επιτεύχθηκε στα τέλη Απριλίου χάρη στη διαμεσολάβηση των μοναρχιών του Κόλπου και στη συνέχεια αρνούμενος να την υπογράψει, ο Σάλεχ δεν διέψευσε τη φήμη του άσου στη στρατηγική και στον τακτικισμό την οποία είχε αποκτήσει. Απέδειξε επίσης τις ικανότητες μαζικής κινητοποίησης που διαθέτει, καθώς και την ασυμμετρία των μέσων κάθε στρατοπέδου. Κερδίζοντας χρόνο, δημιούργησε κούραση κι αμφιβολίες, όχι μόνο στους διαδηλωτές αλλά και στους δημοσιογράφους και στους ξένους παρατηρητές. Επίσης, ο πρόεδρος προσπάθησε να εκμεταλλευθεί την προφανή διαφορά που υπήρχε ανάμεσα στη νεολαία που κινητοποιούνταν στους δρόμους και στην κοινοβουλευτική αντιπολίτευση. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούσε η ασυλία που εγγυούνταν στον Σάλεχ και στους οικείους του η συμφωνία των χωρών του Κόλπου: το Κοινό Φόρουμ την αποδέχθηκε, ενώ την απέρριψαν οι σαμπάμπ, οι οποίοι ήταν σε μεγάλο βαθμό αποκλεισμένοι από τις διαπραγματεύσεις. Οι τελευταίοι εξακολουθούσαν να δυσπιστούν απέναντι στις στρατηγικές του συνασπισμού της αντιπολίτευσης και ιδιαίτερα του Χαμίντ αλ Αχμάρ (κληρονόμου μιας ισχυρής φυλετικής φατρίας) και του κόμματός του Αλ Ισλάχ, που είχε αρχίσει να κυριαρχεί στους χώρους των κινητοποιήσεων (4).

Το σύνθημα «Ιρχάλ» («Ξεκουμπίσου»), το οποίο βροντοφωνάζουν ρυθμικά οι διαδηλωτές, δεν αποτελεί με κανέναν τρόπο πρόγραμμα και χωρίς αμφιβολία δεν θα επιτρέψει να βρεθούν μονομιάς οι λύσεις για όλες τις κρίσεις που αντιμετωπίζει η χώρα, κυρίως για το ζήτημα της εθνικής ταυτότητας, το οποίο έχει ανακύψει από το 2007, όταν έκανε την εμφάνισή του το αποσχιστικό κίνημα στην πρώην Νότια Υεμένη. Ούτε, εξάλλου, θα επιτρέψει να μειωθούν οι κοινωνικές ανισότητες ή να δοθεί μια άμεση απάντηση στα οικονομικά προβλήματα ή στην εξάντληση των φυσικών πόρων.

Επιπλέον, δεν είναι εύκολο να αγνοηθούν οι προκλήσεις που ανακύπτουν στον τομέα της ασφάλειας της χώρας. Οι δισταγμοί της διεθνούς κοινότητας εξηγούνται από τον φόβο μήπως επωφεληθούν από το πολιτικό κενό κάποιες ένοπλες ομάδες (και ιδιαίτερα η Αλ Κάιντα για την Αραβική Χερσόνησο [ΑΚΑΧ]) ή μήπως η πτώση του καθεστώτος που έχει εγκαθιδρύσει η φατρία του Σάλεχ οδηγήσει στην αμφισβήτηση ορισμένων κεκτημένων της αντιτρομοκρατικής συνεργασίας. Από τα τέλη του 2009, πραγματοποιήθηκε πλήθος αμερικανικών βομβαρδισμών στην Υεμένη, οι οποίοι είχαν ως στόχο την ΑΚΑΧ και συνέβαλαν στην ακόμα μεγαλύτερη υπονόμευση της νομιμοποίησης του καθεστώτος, ενώ είχαν εντελώς οριακά αποτελέσματα στον περιορισμό των επιχειρησιακών δυνατοτήτων της οργάνωσης. Μάλιστα, στον περίγυρό της εμφανίστηκαν διάφορες προσωπικότητες ικανές να αναλάβουν την ηγεσία της οργάνωσης σε υπερεθνικό επίπεδο, μετά τη δολοφονία του Οσάμα μπιν Λάντεν. Σε αυτούς συγκαταλέγεται ο Ανουάρ Αλ Αουλάκι, ένας Αμερικανός ο οποίος κατάγεται από την Υεμένη. Μέσα σε διάστημα μικρότερο της μιας εβδομάδας από τον θάνατο του ηγέτη της Αλ Κάιντα στο Πακιστάν, ο Αουλάκι υπήρξε στόχος ενός -αποτυχημένου- βομβαρδισμού με μη επανδρωμένα αεροσκάφη στην επαρχία Σάμπβα.

Από την άλλη πλευρά, καθώς οι πηγές νομιμοποίησης αυξάνονται κατά τη διάρκεια των τελευταίων ετών (πολιτική, φυλή, θρησκεία, κοινά στοιχεία που μοιράζεται μια γενιά κ.λπ.), όπως εξάλλου πληθαίνουν και τα μέτωπα της αντιπολίτευσης, η πολυδιάσπαση της χώρας εγκυμονεί κινδύνους. Πίσω από την επιφανειακή ενότητα των διαδηλωτών στον δρόμο, το κίνημα που αντιπαρατίθεται στον πρόεδρο Σάλεχ είναι πολυδιασπασμένο. Ο ανταγωνισμός ανάμεσα στο καθεστώς και στην αντιπολίτευση, όπως επίσης κι εκείνος στους κόλπους της αντιπολίτευσης ή στο εσωτερικό του στρατού μπορεί να αποδειχθεί επικίνδυνος και να έχει μεγάλο κόστος. Παρά τις λιποταξίες πολλών στρατιωτικών και φυλάρχων, ο πρόεδρος εξακολουθεί να ελέγχει μεγάλο μέρος του στρατού και των πολυάριθμων οργάνων ασφαλείας τα οποία διευθύνονται από ανθρώπους του στενού του περιβάλλοντος. Τον περασμένο Απρίλιο, σημειώνονταν συχνά αψιμαχίες ανάμεσα στην 1η τεθωρακισμένη μεραρχία του Μοχσέν και σε δυνάμεις που εξακολουθούσαν να μένουν πιστές στον πρόεδρο. Μια άμεση αντιπαράθεση θα μπορούσε να αποδειχθεί εξαιρετικά βίαιη.

Οι Υεμενίτες έχουν πλήρως συνειδητοποιήσει τον κίνδυνο κλιμάκωσης. Ωστόσο, έχει εγκαθιδρυθεί ένα είδος «ισορροπίας του τρόμου», με αποτέλεσμα, από τη στιγμή που ξέσπασε το κύμα της αμφισβήτησης, να έχει μεν περιοριστεί η βία και η καταστολή, αλλά, από την άλλη πλευρά, να καθυστερεί και η αλλαγή, σε βαθμό μάλιστα που να καθίσταται αβέβαιη. Εδώ και τέσσερις μήνες, οι μεγάλες συγκεντρώσεις υποστήριξης του καθεστώτος που οργανώνονται κάθε Παρασκευή στη Σαναά δίνουν την ευκαιρία στον πρόεδρο να διατρανώνει τη «θεσμική νομιμοποίησή του».

Ωστόσο, αυτές οι αντιδιαδηλώσεις, οι οποίες εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τα πελατειακά δίκτυα που έχει δημιουργήσει το καθεστώς, ωχριούν μπροστά στις αυθόρμητες, μαζικές και καθημερινές κινητοποιήσεις που οργανώνουν οι αντιφρονούντες σε ολόκληρη τη χώρα. Γιατί, στο κέντρο των πόλεων (αλλά και σε μικρότερο βαθμό στα χωριά), στις «πλατείες της Αλλαγής» και στις «πλατείες της Ελευθερίας», τα υποκείμενα της επανάστασης και κυρίως οι σαμπάμπ έχουν ανατρέψει τους κανόνες του πολιτικού παιχνιδιού. Η διαμαρτυρία οικοδομείται γύρω από χώρους, φορείς και πρακτικές που, όσο κι αν εμπνέονται από παλαιότερες και ποικίλες εμπειρίες, διακρίνονται για τον καινοτόμο χαρακτήρα τους.

Έτσι, η Ταβακόλ Καρμάν, ακτιβίστρια των ανθρώπινων δικαιωμάτων που πρόσκειται στους ισλαμιστές (σ.σ. λίγους μήνες μετά κέρδισε το βραβείο Νόμπελ για την ειρήνη), μετατράπηκε σε ένα από τα σύμβολα της νεογέννητης επανάστασης. Η ανάδυση μιας νέας γενιάς πολιτικών, που κοινωνικοποιήθηκε μέσα στο πρώτο κύμα της αμφισβήτησης που ξεκίνησε τον Ιανουάριο του 2011, συνοδεύθηκε από μια βαθύτατη αλλαγή της σχέσης των ατόμων με την πολιτική και με τη συλλογική δράση. Όμως και σε ευρύτερο επίπεδο παρατηρήθηκε μια αλλαγή στην κοινωνία. Αν δεχθούμε την άποψη ότι μια επαναστατική διαδικασία μπορεί να γίνει κατανοητή μονάχα σε μακροπρόθεσμο επίπεδο, η πρωτοφανής εμπειρία των εκδηλώσεων διαμαρτυρίας μάς αποκαλύπτει το τεράστιο πολιτικό δυναμικό της εξέγερσης, το οποίο ενδέχεται να περιορίσει πολλά από τα ρήγματα που διαιρούν την κοινωνία της χώρας.

Οι αρχικές κινητοποιήσεις, απλές πορείες και διαδηλώσεις που πραγματοποιούνταν κυρίως το πρωί και το βράδυ, έδωσαν τη θέση τους σε συνεχείς καθιστικές διαμαρτυρίες. Στις 20 Φεβρουαρίου του 2011, μερικές δεκάδες άτομα αποφάσισαν να στήσουν σκηνές και να διανυκτερεύσουν μπροστά από το πανεπιστήμιο της Σανάα. Το παράδειγμά τους ακολουθήθηκε στο σύνολο της χώρας, πυροδοτώντας τη σταδιακή κατάληψη πλατειών, δρόμων και ολόκληρων συνοικιών, στον βαθμό που ο αριθμός των «κατασκηνωτών» αυξανόταν. Πολύ σύντομα, οι συγκεκριμένοι χώροι απέκτησαν μια ιδιαίτερη μορφή και μια ισχυρή δυναμική, ενώ έκαναν την εμφάνισή τους διάφορες οργανωτικές επιτροπές, καθώς και πλανόδιοι πωλητές.

Το κίνημα ευνόησε τη διαφοροποίηση του εύρους και των μορφών της αμφισβήτησης: συνθήματα, φωτομοντάζ, επαναστατικά τραγούδια, θεατρικά έργα, ποίηση, εκθέσεις και καλλιτεχνικά εργαστήρια, γιορτινές και οικογενειακές βραδιές γύρω από την εξέδρα των ομιλητών, αλλά και εφημερίδες, ιστοσελίδες, διαλέξεις και συγκρότηση συλλογικοτήτων και σχηματισμών που προωθούν την ανυπακοή της κοινωνίας των πολιτών.

Με εντελώς αναπάντεχο τρόπο, τα μέλη των φυλών που συμμετείχαν κατά χιλιάδες στις καθιστικές διαμαρτυρίες, άφησαν στο σπίτι τους τον οπλισμό τους και επέλεξαν τον ειρηνικό αγώνα. Η νέα στρατηγική στην αμφισβήτηση ανέτρεψε τις κοινωνικές αναπαραστάσεις και τις πρακτικές που συνήθως αποδίδονται στις φυλές (τις οποίες συχνά ορισμένοι ταυτίζουν με τον συντηρητισμό, την καθυστέρηση και τη βία)· επιπλέον, ξανάφερε στην καρδιά της διαδικασίας της κοινωνικής αλλαγής τις διάφορες μορφές αλληλεγγύης που αποτελούν κυρίαρχο χαρακτηριστικό της φυλετικής διάρθρωσης.

Ταυτόχρονα, η νεολαία έδειξε ένα νέο πρόσωπο: πολιτικοποιημένο αλλά και ανεξάρτητο από τα πολιτικά κόμματα, πλουραλιστικό και αυτόνομο. Στις πλατείες επικράτησαν τα χρώματα της σημαίας και η μελωδία του εθνικού ύμνου, αντικαθιστώντας τα σεκταριστικά ή τα τοπικιστικά σύμβολα των κινητοποιήσεων του παρελθόντος. Όλα αυτά ώθησαν ορισμένους παρατηρητές αλλά και άτομα που συμμετέχουν στις κινητοποιήσεις να αναρωτηθούν μήπως τελικά η ενότητα της Υεμένης -αντί να κινδυνεύει από την εμφάνιση διαλυτικών φαινομένων όπως φοβούνται ορισμένοι- βγει τελικά πολύ πιο ενισχυμένη από όλες αυτές τις εξελίξεις (5). Από πολλές απόψεις, η εξάπλωση των κινητοποιήσεων και ο προφανής συγχρονισμός των κινημάτων διαμαρτυρίας επιβεβαίωναν την άποψη ότι έχει δρομολογηθεί μια σύγκλιση. Οι ανταλλαγές και οι συναντήσεις ανάμεσα σε ομάδες που προέρχονταν από διαφορετικές επαρχίες έκαναν εμφανή την επανεξισορρόπηση της διαμαρτυρίας σε περιφερειακό επίπεδο και υπογράμμιζαν τον κομβικό ρόλο της πόλης Ταζ στην προώθηση και στην υπεράσπιση του ενωτικού σχεδίου.

Όποια κι αν είναι τα στοιχήματα για το μέλλον, τίποτε δεν μπορεί να κρύψει τη δύναμη με την οποία εκδηλώνονται οι προσδοκίες, ούτε και την έκταση των αλλαγών που έχει επιφέρει η λαϊκή εξέγερση. Από αυτή την άποψη, η εξέγερση αποτελεί ήδη μια επιτυχία την οποία οι ίδιοι οι Υεμενίτες οφείλουν να αξιοποιήσουν, έτσι ώστε να μη χαθεί η ευκαιρία που αυτή αντιπροσωπεύει.

  1. Βλέπε Pierre Bernin, «Les guerres cachées du Yemen», «Le Monde diplomatique», Οκτώβριος 2009.
  2. Από το όνομα του αρχηγού τους, Χουσέιν αλ Χούθι, πρώην βουλευτή που σκοτώθηκε το 2004 και αντικαταστάθηκε από τον αδελφό του, Αμπντέλ Μαλέκ αλ Χούθι.
  3. Κατά τη διάρκεια των γεγονότων που έλαβαν χώρα στην πλατεία Ταχρίρ («Πλατεία της Ελευθερίας») του Καΐρου, η ομώνυμη πλατεία στη Σανάα καταλήφθηκε από οπαδούς του καθεστώτος που εγκαταστάθηκαν μαζικά στην πλατεία.
  4. Fikri Qassem, Hadith Al-Madina, Taez, 20 Φεβρουαρίου 2011.
  5. Tawakkol Karman, «Our revolution’s doing what Salech can’t – uniting Yemen», «The Guardian», Λονδίνο, 8 Απριλίου 2011.

 

 

Facebooktwittergoogle_pluspinterestlinkedintumblrmail
Authors:

Ερευνητής στο CNRS

Ερευνήτρια στο CEDEJ