Βραζιλία: Τα παρασκήνια ενός δικαστικού πραξικοπήματος

Η καθαίρεση της προέδρου της Βραζιλίας Ντίλμα Ρούσεφ το 2016 και η θεαματική δίκη και φυλάκιση το 2018 του Λουίζ Ινιάσιο «Λούλα» ντα Σίλβα, του επικρατέστερου υποψηφίου για τις προεδρικές εκλογές, στηρίζονταν στην ίδια δικαιολογία: την καταπολέμηση της διαφθοράς. Πολλοί παρατηρητές επιδοκίμασαν αυτό το σαρωτικό ξεκαθάρισμα της πολιτικής σκηνής, στο όνομα της δικαιοσύνης και της δημοκρατίας. Για να αντιληφθούν στη συνέχεια ότι επρόκειτο για ένα δικαστικό πραξικόπημα που ευνόησε την ακροδεξιά.

Η επιχείρηση «Lava Jato» («Πλυντήριο Αυτοκινήτων»), συνδεδεμένη με το μεγαλύτερο σκάνδαλο διαφθοράς στην πρόσφατη ιστορία της Βραζιλίας, δρομολογήθηκε τον Μάρτιο του 2014. Ανατέθηκε στον δικαστή Σέρζιο Μόρο, ο οποίος είχε πάρει το βάπτισμα του πυρός το 2005 ως βοηθός σε μια άλλη πολύκροτη υπόθεση που είχε προσελκύσει τους προβολείς της δημοσιότητας: στο σκάνδαλο των mensalão, της δωροδοκίας βουλευτών από το Κόμμα των Εργατών (ΡΤ) με καταβολή μηνιαίων ποσών, ώστε να εξασφαλίζει την υποστήριξή τους.

Ο Μόρο έχει περιγράψει τον τρόπο με τον οποίο ενεργεί σε ένα άρθρο δημοσιευμένο στα μέσα της δεκαετίας του 2000. Συνίσταται στη μίμηση των διαδικασιών που εφαρμόστηκαν κατά τη διάρκεια της επιχείρησης «Mani pulite» («Καθαρά Χέρια») η οποία, τη δεκαετία του 1990, είχε οδηγήσει στην ισοπέδωση των ιταλικών κυβερνητικών κομμάτων, επιταχύνοντας το τέλος της Πρώτης Ιταλικής Δημοκρατίας. Στο κείμενό του, ο Μόρο τόνιζε την ιδιαίτερη σημασία δύο όψεων αυτής της μεθόδου: την προσφυγή στην προφυλάκιση ώστε να διευκολύνεται η κατάδοση και τις διαρροές στον Τύπο, οργανωμένες κατά τρόπο ώστε να πυροδοτείται η οργή της κοινής γνώμης και να αυξάνεται η πίεση στους υπόπτους και στους θεσμούς. Κατά τη γνώμη του, η σκηνοθεσία της υπόθεσης στα ΜΜΕ έχει μεγαλύτερη σημασία από το τεκμήριο της αθωότητας.

Κατά τη διάρκεια της υπόθεσης «Lava Jato», ο Βραζιλιάνος δικαστής φανέρωσε τα κρυφά ταλέντα του ως ιμπρεσάριος. Επιδρομές κατ’ οίκον, θεαματικές συλλήψεις, ομολογίες: μερικά τηλεφωνήματα στον Τύπο και τους τηλεοπτικούς σταθμούς εγγυούνταν τη μεγαλύτερη δυνατή κάλυψη των επιχειρήσεων που ενορχήστρωνε. Αυτές οι επιχειρήσεις, η μια πιο δραματική από την άλλη, έφεραν αρίθμηση και κωδικό που αντλούσε στοιχεία από το κινηματογραφικό φαντασιακό, τόσο το κλασικό όσο και το βιβλικό: «Ντόλτσε Βίτα», «Καζαμπλάνκα», «Αλήθεια (1)», «Δευτέρα Παρουσία», «Ομερτά», «Άβυσσος» κ.λπ. Οι Ιταλοί υπερηφανεύονται ότι έχουν έμφυτη την αίσθηση του θεάματος; Ο Μόρο τούς κάνει να φαίνονται ερασιτέχνες.

Επί έναν χρόνο, οι έρευνες στράφηκαν εναντίον πρώην ηγετικών στελεχών της εθνικής πετρελαϊκής εταιρείας Petrobras, κατηγορούμενα για δωροδοκία, ενώ στη συνέχεια οδήγησαν στην πτώση του πρώτου σημαντικού στελέχους του ΡΤ (του ταμία του κόμματος Ζοάο Βακάρι Νέτο) και των υπευθύνων των δύο μεγαλύτερων κατασκευαστικών ομίλων της χώρας, Οντεμπρέχτ (2) και Andrade Gutierrez. Οι διαδηλώσεις υπέρ του Μόρο αύξαναν την πίεση: απαιτώντας την τιμωρία του ΡΤ και την εκδίωξη της Ντίλμα Ρούσεφ, ασκούσαν πιέσεις στο Κογκρέσο. Ο πρόεδρος της Εθνοσυνέλευσης Εντουάρντο Κούνια δεν χρειαζόταν τίποτα περισσότερο για να θέσει στην ημερήσια διάταξη το ζήτημα της καθαίρεσης της προέδρου.

 

Δικαστές: φορείς δικαιοσύνης ή πολιτικοί παράγοντες έτοιμοι για όλα;

Απομονωμένη και αποδυναμωμένη, η Ρούσεφ ζητάει βοήθεια από τον πρώην πρόεδρο Λουίζ Ινιάσιο «Λούλα» ντα Σίλβα. Αυτός χρησιμοποιεί όλη την τεχνογνωσία του ως διαπραγματευτής ώστε να αποκαταστήσει τις σχέσεις με τον πρώην σύμμαχό του, το Κόμμα του Προοδευτικού Κινήματος Βραζιλίας (PMDB). Ο Κούνια, για τον οποίο υπάρχουν βάσιμες υπόνοιες ότι φυγάδευσε αρκετά εκατομμύρια δολάρια σε μυστικούς λογαριασμούς στην Ελβετία, προτείνει μια συμφωνία αμοιβαίας προστασίας: θα προβεί στη διακοπή της διαδικασίας καθαίρεσης της Ρούσεφ εάν η κυβέρνηση του ανταποδώσει την εξυπηρέτηση. Ο Λούλα πιέζει την Ρούσεφ να δεχθεί την πρόταση, εκείνη όμως αρνείται, υποστηριζόμενη από την εθνική ηγεσία του ΡΤ, η οποία φοβάται ότι η συμφωνία μπορεί να αποκαλυφθεί. Οι βουλευτές του ΡΤ υποστηρίζουν τη δίωξη κατά του Κούνια, ο οποίος αντεπιτίθεται δρομολογώντας τη διαδικασία της καθαίρεσης.

Από την πλευρά του, ο Μόρο ετοιμάζει τη χαριστική βολή. Στις αρχές Μαρτίου 2016, διατάζει την έναρξη της επιχείρησης «Αλήθεια». Ο Λούλα προσάγεται ξημερώματα στον δικαστή, μπροστά στις κάμερες, καθώς είχαν ειδοποιηθεί τα ΜΜΕ. Οι υποψίες είναι ότι ο πρώην πρόεδρος έχει επωφεληθεί από τη γενναιοδωρία του ομίλου Οντεμπρέχτ. Ακολουθούν και άλλες ανατροπές. Ο Μόρο καταγράφει –και στη συνέχεια κοινοποιεί στον Τύπο– μια τηλεφωνική συνομιλία μεταξύ της Ρούσεφ και του Λούλα, καθώς ο δικαστής έχει διατάξει την παρακολούθηση των επικοινωνιών του τελευταίου. Κατά τη διάρκειά της, οι δύο ηγέτες συζήτησαν το ενδεχόμενο να γίνει ο Λούλα πρόεδρος του υπουργικού συμβουλίου (το αντίστοιχο του πρωθυπουργού στο προεδρικό σύστημα της Βραζιλίας). Δεδομένου ότι οι υπουργοί και τα μέλη του Κογκρέσου απολαμβάνουν ασυλίας την οποία μονάχα το Ανώτατο Δικαστήριο μπορεί να άρει, δεν υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία ότι πρόκειται για έναν ελιγμό που αποσκοπεί στην αποτροπή της σύλληψής του. Δύο δικαστές της Μπραζίλια αντιτάσσονται στον διορισμό του: ο πρώτος γνωστός για τις υβριστικές επιθέσεις του κατά του ΡΤ στο Facebook, ενώ ο δεύτερος χρωστάει χάρες στο Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα Βραζιλίας (PSDB), σφοδρά εχθρικό προς την κυβέρνηση.

Η πίεση των διαδηλώσεων που ζητούν την καθαίρεση της προέδρου φτάνει στο αποκορύφωμά της. Ωστόσο, κάθε άλλο παρά είναι δεδομένη η επίτευξη της πλειοψηφίας των δύο τρίτων στη Βουλή. Νέες έρευνες στα γραφεία του ομίλου Odebrecht φέρνουν στο φως έγγραφα που περιγράφουν αναλυτικά τα ποσά που καταβλήθηκαν σε 200 περίπου προσωπικότητες, προερχόμενες από όλα σχεδόν τα κόμματα. Στον πολιτικό κόσμο, όλοι οι δείκτες είναι στο κόκκινο: μαγνητοφωνείται, εν αγνοία του, η συνομιλία ενός στελέχους πρώτης γραμμής του PMDB το οποίο λέει σε έναν συνάδελφό του ότι «πρέπει να σταματήσει αυτή η αιμορραγία». Εφόσον όμως «οι τύποι από το Ανώτατο Δικαστήριο» του είπαν ότι αυτό είναι αδύνατον όσο η Ρούσεφ παραμένει στην εξουσία, ενώ ταυτόχρονα τα ΜΜΕ εξακολουθούν να ζητούν επίμονα την κεφαλή της επί πίνακι, εξηγούσε ότι θα έπρεπε να αντικατασταθεί άμεσα από τον αντιπρόεδρο Μισέλ Τεμέρ και να σχηματιστεί μια κυβέρνηση εθνικής ενότητας με την υποστήριξη του Ανώτατου Δικαστηρίου και του Στρατού. Μέσα σε λιγότερο από δύο εβδομάδες, η Βουλή ενέκρινε την καθαίρεση της προέδρου, αφήνοντας το πεδίο ελεύθερο στον Μόρο για να ξεφορτωθεί τον Κούνια, που πλέον τους ήταν άχρηστος. Ο Κούνια αποβλήθηκε από τη Βουλή και κατέληξε στη φυλακή. Η Γερουσία επικύρωσε την καθαίρεση της προέδρου και ο Τεμέρ πήρε στα χέρια του τα ηνία της εξουσίας.

Το 2017, ο Λούλα κατηγορείται ότι αποδέχθηκε την παραχώρηση ενός παραθαλάσσιου διαμερίσματος, παρά το γεγονός ότι δεν διέθετε τον παραμικρό τίτλο κυριότητας. Τον Ιούλιο, δικάστηκε στην Κουριτίμπα και καταδικάστηκε σε εννεαετή ποινή φυλάκισης. Στο Εφετείο, η ποινή αυξήθηκε στα δώδεκα χρόνια. Ο πρώτος πρόεδρος που ανέδειξε το Κόμμα των Εργαζομένων βρίσκεται στη φυλακή, η δεύτερη πρόεδρος έχει καθαιρεθεί υπό τη γενική κατακραυγή: το ναυάγιο του κόμματος φαντάζει ολοκληρωτικό.

Μετά από όλα αυτά, δύο αναλύσεις προέκυψαν σχετικά με τον ρόλο των δικαστών. Η πρώτη τούς περιγράφει σαν ήρωες της απονομής της δικαιοσύνης, αποφασισμένους να εξοντώσουν τη Λερναία Ύδρα της διαφθοράς. Η δεύτερη τους παρουσιάζει σαν παίκτες της πολιτικής σκακιέρας, έτοιμους να κάνουν τα πάντα προκειμένου να επιτύχουν την εκπλήρωση των στόχων τους. Στο βιβλίο του «O lulismo em crise» (Ο «λουλισμός» σε κρίση, εκδ. Companhia des lettras, 2018), ο Βραζιλιάνος κοινωνιολόγος Αντρέ Σίνγκερ απορρίπτει και τις δύο. Κατά τη γνώμη του, οι δικαστές αποδείχθηκαν ταυτόχρονα απόλυτα δημοκρατικοί και αδιαμφισβήτητα αντικυβερνητικοί και πολιτικά μεροληπτικοί. Δημοκρατικοί: πώς αλλιώς θα μπορούσε να περιγράψει κάποιος τη φυλάκιση των πλουσιότερων και ισχυρότερων επιχειρηματιών της χώρας; Πολιτικά μεροληπτικοί και αντικυβερνητικοί: πώς αλλιώς θα μπορούσε να περιγράψει κάποιος τη συστηματική και επίμονη δίωξη των μελών του ΡΤ, τη στιγμή που τα μέλη των άλλων κομμάτων έμειναν στο απυρόβλητο –με εξαίρεση τον Κούνια, που είχε γίνει πλέον βαρίδι; Πόσο μάλλον που υπήρχε και το ζήτημα των σχέσεων των δικαστών με πολιτικά κόμματα, τα αναθέματα που απηύθυναν στο Facebook κατά του ΡΤ ή τις χαμογελαστές πόζες τους με φόντο τα εμβλήματα των συντηρητικών κομμάτων. Ωστόσο, ένα ερώτημα παραμένει: όντως, αυτοί οι δικαστές ήταν ταυτόχρονα και δημοκρατικοί και πολιτικά μεροληπτικοί –υπήρχε όμως κάποια ισορροπία ανάμεσα στις δύο στάσεις τους;

 

Μειωμένη ποινή στο αφεντικό της Οντεμπρέχτ

Στο δικαστικό σύστημα της Βραζιλίας, αστυνομικοί, εισαγγελείς και δικαστές αποτελούν σώματα ανεξάρτητα μεταξύ τους. Η αστυνομία συγκεντρώνει τα στοιχεία, η Εισαγγελία απαγγέλλει την κατηγορία και οι δικαστές αποφαίνονται για την ποινή (στη Βραζιλία, ένορκοι συμμετέχουν μονάχα σε περίπτωση ανθρωποκτονίας). Ωστόσο, στην πράξη, στην περίπτωση της επιχείρησης «Lava Jato», αυτές οι τρεις λειτουργίες του δικαστικού συστήματος συγχωνεύτηκαν: οι αστυνομικοί και οι εισαγγελείς εργάζονταν υπό την εποπτεία του δικαστή, ο οποίος και καθοδηγούσε τις έρευνες και όριζε τις ποινές και τις επέβαλλε. Πρόκειται για μια αδιαμφισβήτητη άρνηση των βασικών μηχανισμών της δικαιοσύνης, που προβλέπουν τον διαχωρισμό της κατηγορούσας από τη δικαστική αρχή (για να μην αναφερθούμε στο γεγονός ότι ο δικαστής Μόρο αδιαφορεί ανοιχτά για το τεκμήριο της αθωότητας).

Άλλη μία εκκεντρικότητα του δικαστικού συστήματος της Βραζιλίας είναι η «ανταμειβόμενη κατάδοση»: επιτρέπει να απειλείς ένα άτομο με συντριπτικές ποινές φυλάκισης, εκτός κι αν συμβάλλει στην ενοχοποίηση ενός άλλου υπόδικου –πρόκειται δηλαδή για το δικαστικό ισοδύναμο του εκβιασμού. Η περίπτωση του Μαρσέλο Όντεμπρεχτ, του πλουσιότερου επιχειρηματία που ενεπλάκη σε αυτήν την υπόθεση, μας επιτρέπει να συνειδητοποιήσουμε τις εκτροπές στις οποίες μπορεί να οδηγήσει αυτό το σύστημα. Ενώ ο Όντεμπρεχτ καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης 19 ετών για διαφθορά, η ποινή του μειώθηκε στα 10 χρόνια όταν δέχθηκε να παίξει το παιχνίδι της κατάδοσης (και τελικά βγήκε από τη φυλακή μετά από δυόμισι χρόνια). Σε παρόμοιες καταστάσεις, δεν είναι δύσκολο να φανταστεί κάποιος το μέγεθος των πιέσεων που μπορεί να δεχθεί ένα άτομο προκειμένου να παράσχει στους δικαστές στοιχεία τα οποία είναι σε θέση να τους βοηθήσουν να προχωρήσουν στις έρευνες που τους ενδιαφέρουν περισσότερο.

Όμως, σε τελική ανάλυση, όλα αυτά έχουν ελάχιστη βαρύτητα μπροστά στην υιοθέτηση της έννοιας του dominio da fato, της δυνατότητας να καταδικαστεί κάποιος χωρίς καμία απόδειξη της άμεσης συμμετοχής του στο έγκλημα, ακολουθώντας την ιδέα ότι δεν μπορεί παρά να είναι υπεύθυνος για το έγκλημα. Αυτός ο μηχανισμός απορρέει από την έννοια του Tatherrschaft («έλεγχος επί της πράξης») που επινόησε ο Γερμανός νομομαθής Κλάους Ρόξιν για την καταδίκη των ναζί εγκληματιών πολέμου. Ωστόσο, ο Ρόξιν κατήγγειλε τη χρήση αυτής της αρχής από τους Βραζιλιάνους: όπως υποστηρίζει, η κατοχή κάποιας θέσης σε ένα οργανόγραμμα δεν αρκεί για την απόδειξη της ευθύνης για ένα έγκλημα. Η δικαιοσύνη θα πρέπει επιπλέον να αποδείξει ότι το έγκλημα όντως διατάχθηκε από τον κατηγορούμενο. Ο δικαστής Μόρο δεν αφήνει παρόμοιες λεπτομέρειες να εμποδίζουν το έργο του. Επειδή υποτίθεται ότι έλαβε ένα διαμέρισμα αξίας 600.000 δολαρίων, στον Λούλα επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 12 ετών (2): δηλαδή τα δύο τρίτα της αρχικής ποινής φυλάκισης του Όντεμπρεχτ, για λιγότερο από το 2% του ποσού που ο τελευταίος κατηγορείται ότι καταχράστηκε.

 

Για τον Μόρο, ύμνοι από τον Τύπο και καμία κύρωση

Έτσι, η δράση του δικαστηρίου της Κουριτίμπα αντιστοιχεί λίγο πολύ στο κοκτέιλ που εντόπισε ο Σίνγκερ: μια δόση δημοκρατικού ζήλου, μια δόση μεροληπτικής αντικυβερνητικής στρατηγικής. Όταν όμως ανεβαίνουμε τη δικαστική ιεραρχία και φτάνουμε ώς το Ανώτατο Δικαστήριο, η κατάσταση αλλάζει. Εδώ δεν υπάρχει ούτε ηθική αυστηρότητα ούτε ιδεολογικός ζήλος. Τα ελατήρια αποδεικνύονται πολύ πιο ταπεινά (3).

Αντίθετα με τα ομόλογά του δικαστήρια ανά τον κόσμο, το Ανώτατο Δικαστήριο της Βραζιλίας συνδυάζει τρεις λειτουργίες: ερμηνεύει το Σύνταγμα, λειτουργεί ως ένα είδος Άρειου Πάγου για τις αστικές και τις ποινικές υποθέσεις, ενώ έχει και την αρμοδιότητα της ποινικής δίωξης των πολιτικών ιθυνόντων (μελών του Κογκρέσου ή υπουργών), οι οποίοι κατά τα άλλα διαθέτουν ασυλία, γνωστή με την ονομασία foro privilegiado. Τα έντεκα μέλη του Δικαστηρίου διορίζονται από την κυβέρνηση. Αντίθετα όμως απ’ ό,τι συμβαίνει στις ΗΠΑ, η επικύρωση του διορισμού τους από τη νομοθετική εξουσία αποτελεί απλώς μια τυπική διαδικασία. Από τους δικαστές δεν απαιτείται να διαθέτουν καμία εμπειρία του δικαστικού συστήματος: αρκεί να έχουν εργαστεί ως δικηγόροι ή εισαγγελείς.

Ο διορισμός των μελών του Δικαστηρίου ανέκαθεν στηριζόταν περισσότερο σε λογικές κυκλωμάτων και λιγότερο σε ιδεολογικές συγγένειες. Η σημερινή ομάδα των δικαστών περιλαμβάνει έναν πρώην δικηγόρο του Λούλα, έναν δικαστή του οποίου η καριέρα προωθήθηκε από τον πρώην πρόεδρο Φερνάντο Ενρίκε Καρντόζο και έναν εξάδελφο ενός άλλου πρώην προέδρου, του Φερνάντο Κόλορ ντε Μέλο. Όταν η πίεση της κοινής γνώμης που απαιτούσε την καθαίρεση της Ρούσεφ έφθασε στο αποκορύφωμά της, οκτώ από τα έντεκα μέλη του Δικαστηρίου είχαν επιλεγεί από την πρόεδρο και τον προκάτοχό της. Όμως, πραγματικοί πολιτικοί χαμαιλέοντες, όσοι από τους δικαστές όφειλαν τον διορισμό τους στο ΡΤ, το πρώτο πράγμα που έκαναν ήταν να προβάλλουν την ανεξαρτησία τους απέναντι στο κόμμα που βρισκόταν στην εξουσία. Ουσιαστικά, αρκέστηκαν να αντικαταστήσουν μια μορφή πολιτικής εξάρτησης με μια άλλη: ξέχασαν τα υψηλόβαθμα στελέχη του ΡΤ και πλέον υπάκουαν στα κυρίαρχα μέσα ενημέρωσης.

Ήδη από την αρχή της επιχείρησης, η ομάδα των δικαστών της Κουριτίμπα χρησιμοποίησε τις διαρροές και τις αποκαλύψεις στον Τύπο για να βραχυκυκλώσει τις κανονικές δικαστικές διαδικασίες. Υπό κανονικές συνθήκες, απαγορεύεται η δημόσια σπίλωση ενός κατηγορουμένου πριν από την εμφάνισή του στο δικαστήριο. Ωστόσο, ο Μόρο χρησιμοποίησε αυτό το μέσο, γνωρίζοντας μάλιστα ότι μπορούσε να στηριχθεί στους δημοσιογράφους για να ασκήσει σημαντική πίεση στο Ανώτατο Δικαστήριο. Όταν ένας από τους δικαστές αυτού του θεσμού τον ενημέρωσε ότι οι αρχές του habeas corpus απαιτούσαν την απελευθέρωση ενός ηγετικού στελέχους του ομίλου Petrobras, ο Μόρο στράφηκε στον Τύπο και δήλωσε ότι, σε αυτή την περίπτωση, θα έπρεπε να ελευθερώσει και ορισμένους εμπόρους ναρκωτικών. Έτσι, ο ιεραρχικά ανώτερός του αναγκάστηκε να κάνει στροφή 180 μοιρών. Έχοντας παραβιάσει τρεις κανόνες που διέπουν την παρακολούθηση τηλεφωνικών συνομιλιών και δώσει στη δημοσιότητα τη συνομιλία μεταξύ Λούλα και Ρούσεφ, ο δικαστής Μόρο δικαιολογήθηκε εξηγώντας ότι είχε δράσει για την προστασία του «γενικού συμφέροντος». Ο Τύπος τον παρουσίασε και τον εξύμνησε ως εθνικό ήρωα, με αποτέλεσμα να μην του επιβληθεί καμία κύρωση.

Μερικές ημέρες μετά την εκλογή του στην προεδρία της χώρας τον Οκτώβριο του 2018, ο Ζαϊρ Μπολσονάρο ανήγγειλε ότι ο Μόρο αποδέχθηκε το αξίωμα του υπουργού Δικαιοσύνης. Τη δεκαετία του 1990, οι Ιταλοί δικαστές που είχαν επιφορτιστεί με την επιχείρηση «Mani pulite» είχαν εκφράσει τη λύπη τους για το γεγονός ότι οι προσπάθειές τους για την καταπολέμηση της διαφθοράς είχαν τελικά ευνοήσει την άνοδο του Σίλβιο Μπερλουσκόνι στην εξουσία. Στη Βραζιλία, ο σταρ της επιχείρησης «Lava Jato» εξέφρασε τη χαρά του για την ένταξή του στην ομάδα ενός από τους ελάχιστους πολιτικούς ηγέτες που θα μπορούσαν να μας κάνουν να θεωρήσουμε τον Μπερλουσκόνι μια συμπαθητική προσωπικότητα.

Μια εκδοχή αυτού του άρθρου δημοσιεύτηκε στο «London Review of Books» (7 Φεβρουαρίου 2019).

 

  1. (Σ.τ.Μ.): «Aletheia» στο πρωτότυπο.
  2. Βλ. Anne Vigna, «Βραζιλία: Ο σαρωτικός αντίκτυπος του σκανδάλου Οντεμπρέχτ», https://monde-diplomatique.gr/?p=2642
  3. (Σ.τ.Μ.): Σε αυτή την πρώτη ποινή φυλάκισης προστέθηκε τον Φεβρουάριο του 2019 και μια δεύτερη, δωδεκαετής επίσης.
  4. (Σ.τ.Μ.): Μετά την 9η Ιουνίου 2019, η αμερικανική ενημερωτική ιστοσελίδα «The Intercept» έφερε στο φως της δημοσιότητας μια σειρά κρυπτογραφημένων μηνυμάτων του δικαστή Μόρο, τα οποία επιβεβαίωναν το γεγονός ότι είχε χειραγωγήσει για πολιτικούς λόγους την επιχείρηση «Lava Jato».
Facebooktwittergoogle_pluspinterestlinkedintumblrmail
Authors:

Ιστορικός, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Λος Άντζελες (Καλιφόρνια).