Καναδάς: Πωλήσεις όπλων και καθαρή συνείδηση

Για τα μεγάλα μέσα ενημέρωσης, ενόψει των εκλογών της 21ης Οκτωβρίου, η διπροσωπία του Καναδού πρωθυπουργού Τζάστιν Τριντό έγινε φανερή όταν αποκαλύφθηκαν οι φωτογραφίες που τον εμφανίζουν με βαμμένο μαύρο πρόσωπο. Ο φιλελεύθερος ηγέτης δεν είχε άραγε παρουσιαστεί ως υπέρμαχος της διαφορετικότητας; Υπάρχει ένας ακόμη τομέας, πολύ λιγότερο σχολιασμένος, στον οποίον φανερώνεται το τεράστιο χάσμα μεταξύ των λόγων και των πράξεών του: η εξωτερική πολιτική.

Για τους Καναδούς, συνηθισμένους στα μουντά κοστούμια του συντηρητικού Στίβεν Χάρπερ, η επιτυχία του Τζάστιν Τριντό, του όλο χαμόγελα, «κουλ» νεαρού άντρα στις ομοσπονδιακές εκλογές του Οκτωβρίου του 2015, εξέφρασε μια ρήξη. Ενώ ο προηγούμενος πρωθυπουργός αρνούνταν να αναφερθεί στα «προβλήματα των γυναικών», όπως οι μισθολογικές ανισότητες και η σεξουαλική βία, ο Τριντό υποσχόταν να κάνει τους γιους του μελλοντικούς πιστούς φεμινιστές. Σε αντιδιαστολή με τον κυνισμό των Καναδών συντηρητικών, ο νεοαφιχθείς ανήγγειλε τους «φωτεινούς δρόμους» (sunny ways) μιας «θετικής» πολιτικής. Υπό την καθοδήγησή του, η χώρα θα έβγαινε από τη σκιά των ΗΠΑ και θα επέστρεφε στη διεθνή σκηνή, όπως ανακοίνωσε τη βραδιά της νίκης του.

Η ομιλία αυτή κατάφερε να γοητεύσει όχι μόνο τους Καναδούς, αλλά και τα μέσα ενημέρωσης ολόκληρου του κόσμου. Παρουσίασαν τον ηγέτη του Φιλελεύθερου Κόμματος ως το ακριβώς αντίθετο του Ντόναλντ Τραμπ, ως το αντίδοτο στον εθνικισμό και στον λαϊκισμό που βρίσκονται σε άνοδο τόσο στην Ευρώπη όσο και στις Ηνωμένες Πολιτείες. Αρχικά, ο Τριντό φάνηκε να τους δικαιώνει. Μόλις ανέλαβε καθήκοντα, μετέβη στο Λονδίνο όπου διαβεβαίωσε ότι η πολυπολιτισμικότητα αποτελούσε «δύναμη» για τον Καναδά. Εν συνεχεία ανέπτυξε αυτό το θέμα ενώπιον των μελών του Διεθνούς Οικονομικού Φόρουμ του Νταβός, τον Ιανουάριο του 2016, δηλώνοντας ότι η πολυπολιτισμικότητα είναι καλή για την επιχειρηματικότητα, προτού προσθέσει ότι είναι της μόδας η εξίσωση των αμοιβών μεταξύ ανδρών και γυναικών. Κατά τη διάρκεια της διάσκεψης για την κλιματική αλλαγή στο Παρίσι (30 Νοεμβρίου-12 Δεκεμβρίου 2015) δήλωσε πόσο πολύ ενδιαφέρεται για την οικολογία, βάζοντας τέλος σε μια δεκαετία κωλυσιεργίας από μέρους του προκατόχου του σχετικά με το θέμα. Ο Καναδάς «είναι εδώ για να προσφέρει τη βοήθειά του», τόνισε στο ακροατήριό του. Τέλος, ο Τριντό υπογράμμισε τη διαφοροποίησή του στο θέμα της μετανάστευσης. Ενόσω οι Ευρωπαίοι τσακώνονταν για τον καταμερισμό των Σύριων προσφύγων, τον Δεκέμβριο του 2015 μετέβη στο αεροδρόμιο του Τορόντο για να υποδεχθεί αιτούντες άσυλο. «Εδώ βρίσκεστε στο σπίτι σας», τους διαβεβαίωσε.

Τέσσερα χρόνια αργότερα, το άστρο του πρωθυπουργού έχει χάσει τη λάμψη του. Ο απολογισμός του, που απέχει παρασάγγας από τις προεκλογικές υποσχέσεις του, προκαλεί έναν κάποιο σκεπτικισμό στους πολίτες. Πολλοί σχολιαστές, κάποτε ενθουσιασμένοι, επισημαίνουν τώρα μια συνέχιση της γραμμής του Χάρπερ, ιδιαίτερα στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής.

Επιστροφή των «φιλελεύθερων αρπακτικών»

Στο θέμα αυτό, ο Τριντό εμφανίζεται πρωτίστως θιασώτης της επίδειξης αρετής (virtue signalling), μιας επικοινωνιακής τεχνικής που συνίσταται σε άφθονες παρεμβάσεις στα μέσα ενημέρωσης, και ιδίως στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, σχετικές με γεγονότα που δέχονται ευρεία κάλυψη, με σκοπό την προάσπιση θετικών αξιών, χωρίς οι πράξεις να ακολουθούν πάντα τα λόγια. Στο ίδιο πνεύμα, κατά τη διάρκεια του καταστροφικού ταξιδιού του στην Ινδία, τον Φεβρουάριο του 2018, ο νεαρός πρωθυπουργός είχε κρίνει σκόπιμο να φορέσει μια παραδοσιακή ενδυμασία την οποία φορά μια μερίδα της ινδικής κοινότητας του Καναδά. Οι σχολιαστές, χλευαστικοί, ερμήνευσαν αμέσως αυτή την επιλογή ως μήνυμα προς την εκλογική βάση του, αποτελούμενη από οπαδούς της πολιτισμικής πολυμορφίας. Οι Ινδοί οικοδεσπότες δυσαρεστήθηκαν και η επίσκεψη μάλλον επιδείνωσε τις ήδη τεταμένες σχέσεις με την Ινδία.

Όσον αφορά τον φεμινισμό, ο επικεφαλής της κυβέρνησης κομπάζει ότι διεξάγει μια πολιτική διεθνούς βοήθειας βασισμένη στην ενδυνάμωση (empowerment) των γυναικών μέσω της εκπαίδευσης, της παροχής μικροπιστώσεων και της βοήθειας στη δημιουργία επιχειρήσεων. Εντούτοις, ο Καναδάς όχι μόνο επένδυσε ελάχιστα σε αυτόν τον τομέα, αλλά και ο ίδιος ο Τριντό έκρινε ότι οι στόχοι της αναπτυξιακής ενίσχυσης, καθορισμένοι πριν από πενήντα χρόνια από τα Ηνωμένα Έθνη (0,7% του ετήσιου ΑΕΠ), ήταν «υπερβολικά φιλόδοξοι». Σε πρακτικό επίπεδο, σχεδόν τα μισά από τα ποσά που αποδέσμευσε πρόκειται να τροφοδοτήσουν ιδιωτικά κεφάλαια, τα οποία με τη σειρά τους έχουν σκοπό να αντλήσουν χρήματα από τις αγορές. «Τα λόγια του Καναδά σχετικά με τη διεθνή ανάπτυξη (…) δεν συνοδεύονται από πραγματικές, στοχευμένες δημοσιονομικές δεσμεύσεις», καταλήγουν οι ερευνητές Μάθιου Γκούετ και Μπρίτζετ Στιλ (1).

To ίδιο ισχύει σε επίπεδο ανθρώπινων δικαιωμάτων. «Πάντα θα υπερασπιζόμαστε τα ανθρώπινα δικαιώματα, πάντα θα υπερασπιζόμαστε τα δικαιώματα των γυναικών και αυτό δεν θα αλλάξει», διαβεβαίωνε η Καναδή υπουργός Εξωτερικών Κρίστια Φρίλαντ, στο πλαίσιο μιας συζήτησης με τους δημοσιογράφους στις 6 Αυγούστου 2018, την επαύριο μιας διαμάχης με τη Σαουδική Αραβία σχετικά με την τύχη των ακτιβιστών για τα ανθρώπινα δικαιώματα στη χώρα αυτή. Μάλιστα, η ίδια η υπουργός καλωσόρισε αυτοπροσώπως τη νεαρή Σαουδάραβα Ραχάφ Μοχάμεντ Αλ-Κούνουν, η οποία διέφυγε από το μοναρχικό καθεστώς, ενισχύοντας έτσι την ανθρωπιστική και φεμινιστική επίφαση της κυβέρνησης. Παρ’ όλα αυτά, λίγους μήνες νωρίτερα, ο Καναδάς είχε αρνηθεί να ακυρώσει ένα συμβόλαιο 15 δισεκατομμυρίων καναδικών δολαρίων (10,2 δισ. ευρώ) που είχε υπογράψει με τη Σαουδική Αραβία για την παράδοση στρατιωτικού εξοπλισμού –εξοπλισμού που χρησιμοποιείται στο πλαίσιο του πολέμου με την Υεμένη, μια χώρα που κατά τα άλλα είναι αποδέκτης της καναδικής ανθρωπιστικής βοήθειας. «Είναι λίγο σαν να βοηθάμε κάποιον να αγοράσει πατερίτσες αφού βάλαμε κι εμείς ένα χεράκι να του σπάσουν τα πόδια (2)», λέει ειρωνικά ο Σίζαρ Τζαραμίλο, υπεύθυνος του Project Ploughshares, μιας καναδικής οργάνωσης που εργάζεται για την ειρήνη, υποστηριζόμενη από τις χριστιανικές εκκλησίες όλων των δογμάτων. «Σε μια δημοκρατία» ο καθένας οφείλει να «σέβεται τις συμβάσεις που έχουν υπογραφεί από τις προηγούμενες κυβερνήσεις», εξήγησε ο πρωθυπουργός εν είδει δικαιολογίας, κατά τη διάρκεια μιας διάσκεψης στο Πανεπιστήμιο Ρεγγίνα, τον Ιανουάριο του 2019.

Επίσης, παρά τις υποσχέσεις του, ο Τριντό συνέχισε και μια τάση του προκατόχου του: την ευθυγράμμιση με την εξωτερική πολιτική της Ουάσινγκτον. Κατά τη διάσκεψη κορυφής των G20, διοργανωμένης στο Αμβούργο τον Ιούλιο του 2017, ξάφνιασε τη Γερμανίδα καγκελάριο, ζητώντας στη διακήρυξη για το περιβάλλον να μην αναφέρεται η συμφωνία του Παρισιού για το κλίμα. Η κίνηση ερμηνεύτηκε ως απόπειρα καλοπιάσματος του Τραμπ τις παραμονές της επαναδιαπραγμάτευσης της Συμφωνίας Ελεύθερου Εμπορίου της Βόρειας Αμερικής (NAFTA). Αυτό ωστόσο δεν ήταν αρκετό. Αν και το νέο κείμενο (Συμφωνία ΗΠΑ-Μεξικού-Καναδά, USMCA), που υπογράφηκε τον Νοέμβριο του 2018, περιέχει κάποια δειλά προοδευτικά βήματα –για παράδειγμα σχετικά με την κινητικότητα των εργαζομένων ή την εμπορία των φαρμάκων (3)– εντούτοις κάνει σημαντικές παραχωρήσεις στην Ουάσινγκτον. Μία από τις ρήτρες του, φερ’ ειπείν, παραχωρεί στις ΗΠΑ ένα άνευ προηγουμένου δικαίωμα αρνησικυρίας αναφορικά με τις μελλοντικές διαπραγματεύσεις μεταξύ Καναδά και Κίνας. Και αυτό πέραν του ότι η Ουάσινγκτον επιφυλάσσεται της δυνατότητας επιβολής τελωνειακών δασμών στο αλουμίνιο και στον χάλυβα, εν ονόματι της εθνικής ασφάλειάς της.

Ενώ λοιπόν ήλπιζε να ενισχύσει το εμπόριο με το Πεκίνο ώστε να ελαττώσει την εξάρτησή της από την Ουάσινγκτον, η Οττάβα εγκατέλειψε τα σχέδιά της αντί να ορθώσει ανάστημα στον σύμμαχό της. Έτσι, τον Δεκέμβριο του 2018, η καναδική κυβέρνηση συνέλαβε την οικονομική διευθύντρια της εταιρείας Huawei στο αεροδρόμιο του Βανκούβερ κατ’ απαίτηση της αμερικανικής κυβέρνησης, η οποία από την άλλη, την κατηγορεί για καταπάτηση των κυρώσεων που είχε αποφασίσει ο Λευκός Οίκος εναντίον του Ιράν. Μία από τις ελάχιστες αντίθετες φωνές του Καναδά σε αυτή την υπόθεση, ο Τζον Μακ Κάλλουμ, πρέσβης του Καναδά στην Κίνα, υποχρεώθηκε να παραιτηθεί επειδή υπαινίχθηκε, σε μια συνάντηση με τα καναδικά και τα σινο-καναδικά μέσα ενημέρωσης, ότι οι ΗΠΑ χρησιμοποιούν την εξωεδαφική δικαιοδοσία ως όπλο (4). Παρ’ όλο που η Οττάβα επικαλείται την τήρηση μιας συνθήκης έκδοσης προσώπων που έχει συνάψει με την Ουάσινγκτον, τα αντίποινα προς την Huawei επιβλήθηκαν μονομερώς, καθώς αποφασίστηκαν χωρίς καμία προηγούμενη απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών και χωρίς επίσημη συμφωνία μεταξύ των ΗΠΑ και των συμμάχων τους. Η Κίνα ανταπάντησε φυλακίζοντας δύο Καναδούς, πυροδοτώντας μια σοβαρή διπλωματική κρίση και, εξ αντανακλάσεως, προκαλώντας την κατάρρευση της στρατηγικής του Τριντό για την Κίνα.

Σύμφωνα με το εβδομαδιαίο περιοδικό «The Economist», οι αναλυτές του οποίου συγκαταλέγονται στους επιεικέστερους απέναντι στον Καναδό πρωθυπουργό, η Οττάβα αρκείται να προσαρμόζει τις παλιές αρχές του φιλελεύθερου διεθνισμού στην πραγματικότητα της κυβέρνησης Τραμπ (5). Και μάλιστα με ακόμη μικρότερα περιθώρια ελιγμών, καθώς η κρίση που περνά σηήμερα το διεθνές σύστημα βαραίνει τις μεσαίες οικονομίες, όπως του Καναδά. Οι δύο υπερδυνάμεις, με τη μία εξ αυτών εδραιωμένη (ΗΠΑ) και την άλλη αναδυόμενη (Κίνα), είναι οι ρυθμιστές των πραγμάτων, ενώ οι παρακμάζουσες δυνάμεις, όπως η Ρωσία και η Ευρωπαϊκή Ένωση, δυσκολεύονται να ακουστούν. Σε αυτή τη συγκυρία, οι πολυμερείς οργανισμοί που έχει εντάξει η Οττάβα στον πυρήνα της στρατηγικής της φτάνουν στα όριά τους. Ο Διεθνής Οργανισμός Εμπορίου (ITO) δυσλειτουργεί, η G7 είναι διχασμένη και το ΝΑΤΟ φυλλορροεί. Επιπλέον, η αντιμετώπιση προκλήσεων όπως η τρομοκρατία, η κυβερνοασφάλεια, ο εθνοτικός εθνικισμός και οι κοινωνικοοικονομικές ανισότητες καθίσταται δύσκολη.

Κάποιοι σχολιαστές, εντούτοις, επιδεικνύουν μεγαλύτερη αυστηρότητα. Κατά τη γνώμη τους, οι επιλογές της ομάδας του Τριντό υποδηλώνουν ότι, αντί να δυσφορεί από την αυξανόμενη ισχύ του ισχυρού γείτονά της, ενστερνίζεται το όραμά του. Ενόσω ο αρθρογράφος της εφημερίδας «Toronto Star» Τόμας Γουάλκομ αναφέρεται σε μια «επιστροφή των φιλελεύθερων γερακιών» (6), ο πρώην διπλωμάτης Ντάρυλ Κόπλαντ σημειώνει ανήσυχος: «Η υπουργός Εξωτερικών Φρίλαντ (…) φαίνεται γοητευμένη, και σε μεγάλο βαθμό τυφλωμένη, από τη hard power, την πολιτική πυγμής» (7).

Με την υποστήριξη πολύ εχθρικών προς το Πεκίνο και τη Μόσχα αμερικανικών δεξαμενών σκέψης, η υπουργός χρίστηκε «διπλωμάτης του 2018» από τον ειδησεογραφικό όμιλο Foreign Policy Group. Καθ’ υπαγόρευσίν της, η κυβέρνηση Τριντό κατέταξε τη Βενεζουέλα, τη Συρία, τη Ρωσία, το Ιράν και τη Βόρεια Κορέα στην κορυφή της λίστας προτεραιοτήτων της, μιμούμενη –και υποστηρίζοντας– τις πρωτοβουλίες της κυβέρνησης Τραμπ: σύνοδοι κορυφής, κυρώσεις, πολιτικές πιέσεις και ανάπτυξη στρατιωτικών δυνάμεων. Η Φρίλαντ περιέγραψε τη συνάντηση κορυφής της Ομάδας της Λίμα για το ζήτημα της Βενεζουέλας, μια συνάντηση που συγκλήθηκε εσπευσμένα στην Οττάβα τον Φεβρουάριο του 2019, ως ένα καλό παράδειγμα διπλωματίας και συντονισμού για την αμερικανική ήπειρο, παρ’ ότι ο οργανισμός αυτός χαρακτηρίζεται από την εχθρότητά του απέναντι στο καθεστώς της Βενεζουέλας και την αποφασιστικότητά του να ανατρέψει τον πρόεδρο Νικολάς Μαδούρο. Συν τοις άλλοις, η Φρίλαντ δεν έκρινε απαραίτητο να προσκαλέσει σε εκείνη τη συνάντηση τη Ρωσία και την Κίνα, βασικούς χορηγούς βοήθειας στο Καράκας. Το Πεκίνο και η Μόσχα δεν είχαν λάβει μέρος ούτε στη συνάντηση κορυφής για τη Βόρεια Κορέα, που οργάνωσε ο Καναδάς το 2018, παρά το γεγονός ότι οι δύο χώρες διαθέτουν κοινά σύνορα με την Πιονγιάνγκ.

Απόσπαση της προσοχής των ψηφοφόρων

Ο Τριντό και η κυβέρνησή του, λοιπόν, φαίνεται να θεωρούν ότι οι κρίσεις που απειλούν τον πλανήτη δύνανται να επιλυθούν χωρίς τη Ρωσία και την Κίνα. Ωστόσο, η Οττάβα δεν θα είχε όφελος να δρομολογήσει διαπραγματεύσεις με την πρώτη, εάν επιθυμεί να μπορεί να καταθέσει την άποψή της στο ζήτημα της Αρκτικής; Και οι οικονομικοί στόχοι της –και ιδιαίτερα η επιθυμία της να απελευθερωθεί από έναν φορτικό γείτονα– δεν συγκλίνουν άραγε με αυτούς της δεύτερης; Το θέμα έχει κουράσει: ο διάλογος δεν είναι προφανώς στην ημερήσια διάταξη. Ο Καναδάς τήρησε μια σταθερά αποφασιστική στάση απέναντι στη Μόσχα κατά τη διάρκεια της ουκρανικής κρίσης. Όσο για τις σχέσεις του με το Πεκίνο, αυτές εξακολουθούν να υπονομεύονται από τη φυλάκιση των δύο υπηκόων του, με το ζήτημα να διογκώνεται από τον Τραμπ και από τον Λου Σέι, τον Κινέζο πρώην πρέσβη στην Οττάβα, ο οποίος κατήγγειλε τον Ιανουάριο του 2019 τον «δυτικό εγωισμό» και τον «ρατσισμό» των συνομιλητών του. Σε αυτά προστίθεται η εμφάνιση ενός πολιτικού σκανδάλου που φθείρει την προβαλλόμενη από τον Καναδά ηθική ανωτερότητα απέναντι στην Κίνα: υπάρχει η υποψία ότι το γραφείο του πρωθυπουργού επιχείρησε να παρέμβει σε δικαστική διαδικασία προκειμένου να συντρέξει τον καναδικό κολοσσό της οικοδομής και των δημόσιων έργων SNC-Lavalin, που κατηγορείται για διαφθορά.

Καθώς οι εκλογές πλησιάζουν, η κυβέρνηση Τριντό εντείνει τις προσπάθειες να προβάλει την αρετή της και να αποσπάσει την προσοχή από τον απολογισμό του διπλωματικού έργου της. Ενώ Φιλελεύθεροι και Συντηρητικοί δίνουν μάχη στήθος με στήθος στην πρόθεση ψήφου, η κατάρρευση του Νέου Δημοκρατικού Κόμματος (κεντροαριστερό) δίνει αναπόφευκτα ένα πλεονέκτημα στους πρώτους στο καναδικό μονοεδρικό σύστημα του ενός γύρου. Οι Πράσινοι καταγράφουν επιτυχίες στις δημοσκοπήσεις και έτσι εμφανίζονται «ελεύθερα πουλιά». Άραγε οι κεντροαριστεροί και οι νέοι ψηφοφόροι, που είχαν υποστηρίξει τους Φιλελεύθερους πριν από τέσσερα χρόνια, θα τους τιμωρήσουν για τις υποσχέσεις που δεν τήρησαν, όπως και για το σκάνδαλο που ξέσπασε με τη δημοσίευση φωτογραφιών στις οποίες βλέπουμε τον Τριντό με βαμμένο μαύρο πρόσωπο (8); Ή θα ψηφίσουν με βαριά καρδιά υπέρ τους, προκειμένου να ανακόψουν την πορεία των Συντηρητικών; Η απόφαση του Φιλελεύθερου Κόμματος να μην λάβει μέρος στην τηλεμαχία περί της εξωτερικής πολιτικής –εκείνη ακριβώς την τηλεοπτική αναμέτρηση που είχε διαδραματίσει τόσο μεγάλο ρόλο στη νίκη του 2015– υποδηλώνει σαφώς ότι φοβάται να αντιμετωπίσει τις αντιφάσεις και τις αποτυχίες του. Καθότι, πέρα από τους ωραίους λόγους, ο Καναδάς ακόμη δεν έχει βρει τη θέση του στη διεθνή σκηνή.

  1. Matthew Gouett και Bridget Steele, «How Canada’s G7 summit fell short for women», Policy Options, 22 Ιουνίου 2018, https://policyoptions.irpp.org/
  2. Αναφέρεται στο Brendan Kennedy και Michelle Shephard, «Canada’s dual role in Yemen: Arms exports to Saudi coalition dwarf aid sent to war-torn country», «The Star», Τορόντο, 30 Απριλίου 2018.
  3. Βλ. Lori M. Wallach, «Premières brèches dans la forteresse du libre-échange», «Le Monde diplomatique», Νοέμβριος 2018.
  4. Βλ. Jean-Michel Quatrepoint, «Au nom de la loi… américaine», «Le Monde diplomatique», Ιανουάριος 2017.
  5. «Canada in the global jungle», «The Economist», Λονδίνο, 9 Φεβρουαρίου 2019.
  6. «The liberal hawk has made a comeback», «The Star», 28 Ιανουαρίου 2019.
  7. «“Canada’s back”. Can the Trudeau government resuscitate Canadian diplomacy?», «Canadian Foreign Policy Journal», τόμος 24, αρ. 2, Τορόντο, 2018.
  8. (Σ.τ.Ε.): Οι φωτογραφίες τον δείχνουν σε τρεις διαφορετικές περιπτώσεις στο παρελθόν να έχει βάψει το πρόσωπό του μαύρο (blackface). Η πρακτική αυτή θεωρείται άκρως ρατσιστική και παρ’ όλο που ζήτησε συγνώμη, η «ρετσινιά» μένει.
Facebooktwittergoogle_pluspinterestlinkedintumblrmail
Authors:

Καθηγητής στο Norman Paterson School of International Affairs του Πανεπιστημίου Κάρλτον της Οττάβα (Καναδάς). Μαζί με τον Richard Nimijean επιμελήθηκαν το Canada, Nation Branding and Domestic Politics, Routledge, Abingdon, Ηνωμένο Βασίλειο, 2019.

Καθηγητής στo School of Indigenous and Canadian Studies, του Πανεπιστημίου Κάρλτον της Οττάβα (Καναδάς). Μαζί με τον David Carment επιμελήθηκαν το Canada, Nation Branding and Domestic Politics, Routledge, Abingdon, Ηνωμένο Βασίλειο, 2019.