Συγκαλυμμένος ρεφορμισμός στη Μεγάλη Βρετανία

[από το αρχείο της “Le Monde diplomatique, Δεκέμβριος 1998]

Υποστηρίζοντας ένα νέο δημοψήφισμα για το Brexit, o Τόνι Μπλερ επανήλθε στην επικαιρότητα. Και μάλιστα αλλαγμένος αφού όχι απλώς ζητά δεύτερο δημοψήφισμα την ίδια μέρα με τις εθνικές εκλογές αλλά στηρίζει και τον Τζέρεμι Κόρμπιν στην θέση του να μην δεχθεί πρόωρες εκλογές παρά μόνο εάν πρώτα έχει αποφευχθεί ένα Brexit χωρίς συμφωνία. Δύσκολο να θυμηθούμε ότι οι δύο άνδρες, που δεν θα μπορούσαν να υπηρετούν περισσότερο διαφορετικές πολιτικές βρέθηκαν επικεφαλής του ίδιου κόμματος. Και όπως μας θυμίζει και ο Richard Seymour στο κείμενο που επίσης δημοσιεύουμε σήμερα, ο Μπλερ ήταν εκείνος που ήδη από το 1998 είχε ξεκινήσει την προσέγγιση με τους Φιλελεύθερους Δημοκράτες. Βρισκόμαστε στο 1998 και ο Μπλερ είναι πρωθυπουργός για 18 μήνες.

ΒΚ

Δεκαοχτώ μήνες από τότε που ο Τόνι Μπλερ έθεσε τέρμα σε δεκαοχτώ χρόνια συντηρητισμού τύπου «νέας δεξιάς», γίνεται πιο ξεκάθαρο ότι ο «νέος εργατισμός» δεν είναι τόσο νέος όσο θα ήθελαν να αφήσουν να εννοηθεί ο βρετανός πρωθυπουργός και οι σύμμαχοί του. Καθώς η σκόνη της ρητορείας κατακάθεται, η συνέχεια με το θατσερισμό -χαμηλή φορολογία των εισοδημάτων, ιδιωτικοποιήσεις, ευελιξία της αγοράς εργασίας- εμφανίζεται, πράγματι, πιο έντονα.

Ωστόσο, το χρέος που οφείλει ο νέος εργατισμός στη σοσιαλδημοκρατική του παράδοση, αν και είναι πιο μικρό, είναι εξίσου αναμφισβήτητο: (κρυφή) αναδιανομή των εισοδημάτων, συνδικαλιστικά δικαιώματα, υποχρεωτικός κατώτατος μισθός για πρώτη φορά στη βρετανική ιστορία. Ο Μπλερ διαβεβαιώνει ότι αυτή η σύνθεση αντιπροσωπεύει ακριβώς αυτή τη συγχώνευση τύπου «τρίτου δρόμου» που θέλει.

Το 1994, πριν ακόμη γίνει αρχηγός του Εργατικού Κόμματος, ο Μπλερ και η μικρή ομάδα των αυτοαποκαλούμενων εκσυγχρονιστών πουτον περιέβαλαν είχαν δείξει πολύ αποφασισμένοι να περάσουν -ή να πουλήσουν- το πολιτικό σχέδιό τους ως ένδειξη μιας αποφασιστικής ρήξης με την παλιά κληρονομιά των Εργατικών. Απέρριπταν συγχρόνως και τις επιλογές της αριστερής πτέρυγας που βρισκόταν σε υποχώρηση και -κυρίως- τις επιλογές της σοσιαλδημοκρατικής δεξιάς πτέρυγας, την οποία αντιπροσώπευαν τότε άνθρωποι όπως ο Ρόι Χάτερσλι και ο Τζον Σμιθ (ο προκάτοχος του Μπλερ στην ηγεσία του Εργατικού Κόμματος) οι οποίοι παρέμεναν κοντά στο εργατικό κίνημα και ήταν προσκολλημένοι σε ορισμένες παραδοσιακές ιδέες του κόμματός τους, όπως η ανακατανομή των εισοδημάτων και το κράτος πρόνοιας (welfare state).

Για τους εκσυγχρονιστές, αντιθέτως, το σωστό ήταν να πάρουν τις αποστάσεις τους από τα συνδικάτα, να ξεχάσουν τη σοσιαλδημοκρατική θεματολογία του «όχι άλλοι φόροι, όχι άλλες δαπάνες», να υποσχεθούν μια «μηδενική ανοχή» στο θέμα της εγκληματικότητας και να επιδοθούν ανεπιφύλακτα στη λατρεία της ιδιωτικής επιχείρησης, της «μεταρρύθμισης» στις κοινωνικές παροχές και της παγκοσμιοποίησης.

Ενώ το περιβάλλον του Τζον Σμιθ είχε ως πρότυπο την ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία, ο Μπλερ και η ομάδα του αντλούσαν την έμπνευσή τους από την Αυστραλία, τη Νέα Ζηλανδία και τις Ηνωμένες Πολιτείες (1). Μετέφεραν στο Ηνωμένο Βασίλειο ορισμένες από τις εκλογικές τεχνικές και τις ιδεολογικές κοινοτοπίες της Αμερικής. Όπως, για παράδειγμα, την έννοια του «μέσου Αμερικανού» -έννοια που μοιάζει παράξενη στο βρετανικό περιβάλλον, το οποίο χαρακτηρίζεται ακόμη από μια αρκετά έντονη ταξική συνείδηση.

Ο Φίλιπ Γκουλντ, ένας από τους συμβούλους πολιτικού μάρκετινγκ του Μπλερ, είχε εξάλλου συμμετάσχει στην ομάδα της προεδρικής εκστρατείας του Ουίλιαμ Κλίντον. Υποστήριξε την ιδέα ότι η μεσαία τάξη, «οι άνθρωποι των προαστίων» (2), έπρεπε να γίνει η «καρδιά του νέου προοδευτικού συνασπισμού», ακόμα κι αν οι σφυγμομετρήσεις έδειχναν ότι οι Βρετανοί στην πλειοψηφία τους συνέχιζαν να θεωρούν τον εαυτό τους ως μέλη της εργατικής τάξης (working class). (3)

Πιο παράξενο ακόμα -και κάτι που προσβάλλει ακόμη περισσότερο πολλούς Εργατικούς- ήταν ότι ο Μπλερ δεν έπαυε να διεκδικεί στοιχεία από την κληρονομιά της Θάτσερ. Ορισμένες από τις αλλαγές που προωθήθηκαν από τις κυβερνήσεις της «σιδηράς κυρίας», επανέλαβε πάλι πρόσφατα ο Μπλερ, αποτέλεσαν «αναγκαίες πράξεις εκσυγχρονισμού». Αναφερόμενος στις μαζικές ιδιωτικοποιήσεις της δεκαετίας του ’80, που πραγματοποιήθηκαν παρά την αντίθετη άποψη της πλειοψηφίας της κοινής γνώμης, διευκρίνισε ότι ήταν η ευκαιρία «ιδίως για το άνοιγμα του βιομηχανικού τομέα στη μεταρρύθμιση και στον ανταγωνισμό».

Εξαντλημένοι και απογοητευμένοι από τέσσερις διαδοχικές εκλογικές ήττες (1979, 1983, 1987 και 1992) τα μαχητικά μέλη του Εργατικού Κόμματος και οι συνδικαλιστές ήταν ωστόσο διατεθειμένοι να δεχτούν όλες τις προσβολές και [προκειμένου να καταφέρει να θέσει τέρμα στα ατέλειωτα χρόνια κυριαρχίας των συντηρητικών] να προσφέρουν στο δημοφιλή και φωτογενή Μπλερ όλα όσα απαιτούσε.

Ο ηγέτης του Εργατικού Κόμματος και η ομάδα του δεν διέθεταν μια πραγματική πολιτική πλειοψηφία στο εσωτερικό του κόμματός τους. Αλλά, χάρη στην αίσθηση πρωτοβουλίας, στη συνοχή τους και στη χρησιμοποίηση -αμείλικτη μερικές φορές- των εξουσιών του μηχανισμού, κατόρθωσαν να κυριαρχήσουν ακόμη ευκολότερα στην πολιτική αντιπαράθεση, αφού οι αντίπαλοί τους ήταν διχασμένοι και ανίκανοι να παρουσιάσουν μια ολοκληρωμένη εναλλακτική πρόταση. Ακόμα και αν το Μάιο του 1997 τα αποτελέσματα για το Εργατικό Κόμμα ήταν κάθε άλλο παρά εξαιρετικά (43% των ψήφων)- πράγμα που χωρίς αμφιβολία οφείλεται εν μέρει στο ασυνήθιστα χαμηλό ποσοστό συμμετοχής των λαϊκών συνοικιών στις εκλογές-, η κατάρρευση του συντηρητικού κόμματος επέτρεψε ωστόσο στον Μπλερ να έρθει στην εξουσία με μια κοινοβουλευτική πλειοψηφία χωρίς προηγούμενο στην ιστορία του Κοινοβουλίου (419 έδρες έναντι 165 εδρών για τους συντηρητικούς). Είναι πλέον παραδεκτό ότι η σαρωτική εκλογική νίκη της 1ης Μαΐου 1997 αποτέλεσε την έκφραση της σχεδόν ολόψυχης λαϊκής απόρριψης μιας συντηρητικής ομάδας που είχε χάσει το κύρος της και συγχρόνως της βαθιάς επιθυμίας για πραγματικές μεταρρυθμίσεις. Λίγο μετά τη νίκη των Εργατικών, ο Σάμουελ Μπρίταν, ένας από τους υπερφιλελεύθερους «γκουρού» των «Financial Times», συμβούλευσε τους οπαδούς του, που ένιωθαν ακόμη τον πόνο της ήττας, να αισθάνονται τυχεροί που έχουν πρωθυπουργό τον Μπλερ, γιατί ήταν ξεκάθαρο γι’ αυτόν ότι οι Εργατικοί θα κέρδιζαν ακόμη και με ένα απείρως ριζοσπαστικότερο πρόγραμμα. Γιατί, όπως εξηγούσε με πικρία, παρά το γεγονός ότι είχε μεσολαβήσει μια ολόκληρη γενιά θατσερικής αναμόρφωσης, οι Βρετανοί παρέμεναν «αθεράπευτα κολεκτιβιστές» (4).

Ο Μπλερ αποφάσισε ωστόσο να καθησυχάσει αμέσως αυτούς που θα μπορούσαν να φοβηθούν ότι η βιασύνη του να κολακεύσει τους επιχειρηματικούς κύκλους, τις «μεσαίες τάξεις» και το δεξιό τύπο των «ταμπλόιντ» ήταν μόνο ένα εκλογικό τέχνασμα: «Μας εξέλεξαν γιατί είμαστε το Νέο Εργατικό Κόμμα, θα κυβερνήσουμε με τον τρόπο ενός Νέου Εργατικού Κόμματος», βεβαίωσε μπροστά στον αριθμό 10 της Ντάουνινγκ Στριτ.

Αυτή η υπόσχεση τηρήθηκε. Από τις πρώτες κιόλας μέρες της η κυβέρνηση δεν άφησε καμιά αμφιβολία για τις προτεραιότητές της. Η πολιτική των επιτοκίων εγκαταλείφθηκε σε ένα κύκλο μη εκλεγμένων στελεχών της Τράπεζας της Αγγλίας -μια «μεταρρύθμιση» μπροστά στην οποία ακόμη και η Μάργκαρετ Θάτσερ και ο Τζον Μέιτζορ είχαν υποχωρήσει. Η δημοσιονομική «λιτότητα» εγκαταστάθηκε, με την επικύρωση από την κυβέρνηση πολιτικών περιορισμού των δημόσιων δαπανών που ήδη είχαν θεσπίσει οι συντηρητικοί. Τέλος, πολλά τακτικά μέλη των διοικητικών συμβουλίων μεγάλων εταιρειών -όπως ο σερ Ντέιβιντ Σάιμον, διευθυντής της British Petroleum, και ο Μάρτιν Τέιλορ, διευθυντής της τράπεζας Barclays – στρατολογήθηκαν μαζικά για να συμβουλεύουν την ομάδα που βρισκόταν στην εξουσία, ή ακόμα και για να συμμετάσχουν σ’ αυτή.

Εδώ και ένα χρόνο οι παροχές στους άγαμους γονείς και οι συντάξεις αναπηρίας έχουν ακρωτηριαστεί, τα δίδακτρα επανήλθαν στα πανεπιστήμια και διάφορες μορφές ιδιωτικοποίησης -που ονομάζονται σεμνά «συνεταιρισμός του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα»- έχουν επηρεάσει τη χρηματοδότηση των συγκοινωνιών, των νοσοκομείων και των φυλακών.

Η πραγματικότητα ωστόσο παραμένει πιο αντιφατική απ’ ό,τι φαίνεται να δείχνει ένας τέτοιος, άψογα νεοφιλελεύθερος, απολογισμός. Ο σερ Κλάιβ Τόμσον -ο πολύ συντηρητικός πρόεδρος της σημαντικότερης οργάνωσης εργοδοτών, της Συνομοσπονδίας της Βρετανικής Βιομηχανίας (Confederation of British Industry) εξηγούσε προσφάτως -χωρίς να αστειεύεται καθόλου- ότι το Νέο Εργατικό Κόμμα έχει γίνει ένα κεντροδεξιό κόμμα υπέρ του οποίου θα ψήφιζε ευχαρίστως. Αλλά, πρόσθετε αμέσως, αυτός ο πολιτικός σχηματισμός συνεχίζει δυστυχώς να είναι φορτωμένος με τα «μπαγκάζια του παλιού Εργατικού Κόμματος». Το κυριότερο παράπονο του σερ Κλάιβ Τόμσον αφορούσε τις αυστηρότερες ρυθμίσεις στην αγορά εργασίας, δηλαδή την καθιέρωση του κατώτατου μισθού, την εισαγωγή νέων συνδικαλιστικών δικαιωμάτων στην επιχείρηση και την εφαρμογή της ευρωπαϊκής Οδηγίας για το μέγιστο χρόνο εργασίας -η οποία θα έχει ακόμη πιο αισθητό αντίκτυπο στο Ηνωμένο Βασίλειο, αφού η χώρα είναι μια από αυτές όπου οι μισθωτοί εργάζονται περισσότερο.

Το σοσιαλδημοκρατικό περιεχόμενο των μέτρων της κυβέρνησης Μπλερ πηγαίνει ωστόσο πέρα από τις καθιερωμένες παραχωρήσεις στα συνδικάτα. Παρά την άρνηση του πρωθυπουργού να αυξήσει το μέγιστο ποσοστό στο φόρο εισοδήματος (40%) και τη δυσκολία που φαίνεται να έχει στο να προφέρει τη λέξη ισότητα, έχουν αρχίσει να μεταβιβάζονται πόροι -με αποφάσεις στο πλαίσιο του προϋπολογισμού- προς την κατεύθυνση των περισσότερο αδικημένων τάξεων. Έτσι, οι δαπάνες για την εκπαίδευση και την υγεία αναμένεται να αυξηθούν κατά 40 δισεκατομμύρια λίρες (περίπου 18,5 τρισ. δρχ.) στα επόμενα τρία χρόνια. Από τα κέρδη των ιδιωτικοποιημένων εταιρειών ηλεκτρισμού και αερίου έχουν χρηματοδοτηθεί προγράμματα επιμόρφωσης και δημοσίων έργων, τύπου New Deal, για νέους και μακροχρόνια άνεργους, τα οποία επανέφεραν το ποσοστό ανεργίας των νέων σε ένα επίπεδο χωρίς προηγούμενο εδώ και είκοσι δύο χρόνια. Πάντως, αντίθετα με τη συνηθισμένη πρακτική των κυβερνήσεων, όσο λιγότερο επιμένουν οι Εργατικοί σε μια συγκεκριμένη πολιτική, τόσο περισσότερο μπορεί η πολιτική αυτή να ευνοεί τον πυρήνα των ψηφοφόρων τους.

Αυτός ο κάπως συγκαλυμμένος ρεφορμισμός έχει πια την τάση να προβάλλεται περισσότερο. Στον Μπλερ αρέσει να υποστηρίζει ότι το κύμα όσων προσχώρησαν στο Εργατικό Κόμμα γοητευμένοι από την προοπτική της εκλογικής νίκης, του επέτρεψε να δημιουργήσει «ένα αυθεντικά νέο κόμμα». Αλλά, στην πραγματικότητα, αυτά τα μέλη μοιάζουν τόσο πολύ με τα παλιά, που μπερδεύεται κανείς. Το φθινόπωρο, σε μια ψηφοφορία δι’ αλληλογραφίας για την κάλυψη έξι θέσεων στην Εκτελεστική Επιτροπή του κόμματος, οι υποψήφιοι της αριστερής πτέρυγας κατέλαβαν τις τέσσερις. Και οι άνθρωποι του μηχανισμού που είναι αφοσιωμένοι στον πρωθυπουργό δεν ξέρουν πια τι (τέχνασμα) να επινοήσουν για να εμποδίσουν τον Κεν Λίβινγκστον, έναν Εργατικό πολύ στα αριστερά να φιγουράρει στη βιτρίνα του «Νέου Εργατικού Κόμματος» και να θέσει υποψηφιότητα για τη δημαρχία του Λονδίνου.

Όσο για τα σχέδια που στόχευαν στη ρήξη των δεσμών ανάμεσα στο κόμμα και τα συνδικάτα που το γέννησαν, αυτά έχουν αναβληθεί. Στο τελευταίο συνέδριο των Trades Union Congress (Σ.τ.Μ.: η αντίστοιχη ΓΣΣΕ) ο πρόεδρος της συνδικαλιστικής συνομοσπονδίας, Τζον Έντμοντς, είχε το θάρρος να εξαπολύσει κανονική επίθεση εναντίον του «Νέου Εργατικού Κόμματος», το οποίο, κατά την άποψή του, προσκολλημένο σε μια παρωχημένη δεξιόστροφη εποχή κλείστηκε στην «πτέρυγα υπηρετικού προσωπικού» του συντηρητισμού. Αφού το ένα τρίτο του βρετανικού πληθυσμού πιστεύει ότι είναι πιο προοδευτικό από το Εργατικό Κόμμα (5), ο Μπλερ υποχρεώθηκε, για πρώτη φορά στη διάρκεια ενός συνεδρίου του κόμματός του, να λάβει υπόψη του αυτή την αρχή επανεμφάνισης της αριστεράς, και να υπογραμμίσει ότι «το κύμα του ατομικισμού» είχε τελικά υποχωρήσει.

Στο επίπεδο των θεσμών, ο Μπλερ πήρε εξάλλου την πρωτοβουλία πολύ σημαντικών αλλαγών. Ενώ έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη συμφωνία ειρήνης στην Ιρλανδία, η κυβέρνησή του δημιούργησε εθνικά Κοινοβούλια στη Σκοτία και την Ουαλία (6), ξεκίνησε τον εκδημοκρατισμό της Βουλής των Λόρδων, ενσωμάτωσε την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στη βρετανική νομοθεσία, άνοιξε το δρόμο για μια πραγματική θέση δημάρχου στο σύστημα τοπικής αυτοδιοίκησης και άρχισε τη μετάβαση προς ένα σύστημα αναλογικής αντιπροσώπευσης.

Δύο δεκαετίες ήττας

Πλησιάζοντας έτσι όλο και περισσότερο τους Φιλελεύθερους-Δημοκράτες, ο πρωθυπουργός ελπίζει να μετριάσει τη ρήξη ανάμεσα στα δύο κόμματα, η οποία κατά τη γνώμη του διευκόλυνε για ένα μεγάλο διάστημα αυτού του αιώνα την κυριαρχία του Συντηρητικού Κόμματος στη βρετανική πολιτική ζωή. Προετοιμάζει επίσης το έδαφος για μια πιο ολοκληρωμένη ένταξη του Ηνωμένου Βασιλείου στην Ευρωπαϊκή Ένωση και για την είσοδο της χώρας του στη ζώνη του ευρώ.

Αν και σημαντικές για Ηνωμένο Βασίλειο, αυτές οι μεταρρυθμίσεις δεν έχουν ωστόσο κανένα αντίκτυπο -κι ακόμη περισσότερο δεν έχουν παραδειγματική αξία- στην υπόλοιπη Ευρώπη και πέρα απ’ αυτήν, όπου ο θεσμός της δεύτερης εκλεγμένης Βουλής και οι συμβάσεις για τα ανθρώπινα δικαιώματα θεωρούνται εδώ και πολύ καιρό σχεδόν συνηθισμένα πράγματα. Μολονότι ο Μπλερ φιλοδοξεί να παίξει το ρόλο του προφήτη ενός συνολικού πολιτικού οράματος και έχει προκαλέσει πραγματική περιέργεια σε διεθνές επίπεδο, ο μπλερισμός παραμένει ένα πολύ βρετανικό φαινόμενο. Σίγουρα, ο πρωθυπουργός έχει προωθήσει τις ιδέες ενός «καπιταλισμού εταίρων», καθώς και τις ιδέες του κοινοτισμού. Ο αγαπημένος πανεπιστημιακός του Μπλερ, ο κοινωνιολόγος Αντονι Γκίντενς, έχει μάλιστα εξηγήσει ότι ο κοινοτισμός, που συνοψίζεται στη φράση «όχι δικαιώματα χωρίς ευθύνες», θα έπρεπε να γίνει το «κύριο σύνθημα της νέας πολιτικής» (7). Αλλά ακόμη και ο πρωθυπουργός έχει παραδεχτεί ότι, από ιδεολογική άποψη, αυτό δεν ήταν παρά η «αρχή ενός εργοταξίου σε εξέλιξη» (8).

Απαλλαγμένος από τη διαφημιστική του διάσταση, ο μπλερισμός δεν αντιπροσωπεύει τελικά παρά έναν ακόμη συμβιβασμό της σοσιαλδημοκρατίας με τη νεοφιλελεύθερη παγκόσμια τάξη, ένα επιπλέον βήμα σε σχέση με τις πολιτικές των γαλλικών και ισπανικών σοσιαλιστικών κυβερνήσεων της δεκαετίας του ’80. Αποτέλεσμα των ιδιαιτεροτήτων του βρετανικού καπιταλισμού και του μετασχηματισμού της κοινωνίας που αυτός επιτάχυνε, είναι επίσης η αντανάκλαση από τις πολιτικές και κοινωνικές ήττες που υπέστη η αριστερά για δεκαοχτώ χρόνια από τις πιο δεξιές κυβερνήσεις τις Ευρώπης.

Μέσα σ’ αυτό το αρκετά παράδοξο πλαίσιο θα πρέπει αναμφίβολα να ερμηνεύσουμε την περίεργη εύνοια που δείχνει ο Μπλερ στο βαρόνο των μέσων ενημέρωσης Ρούπερτ Μέρντοχ -την εξουσία του οποίου μόνο η Ευρώπη μπορεί να περιορίσει, όπως φαίνεται να πιστεύουν ορισμένοι Εργατικοί και στην άνευ όρων αμερικανοφιλία του, η οποία, όπως πιστεύει, ενισχύει τη θέση της Βρετανίας στην Ευρώπη και τον κόσμο.

Αλλά η πραγματική ειρωνεία του μπλερισμού δεν είναι μάλλον ότι ξεπρόβαλε την ίδια ακριβώς στιγμή που η νεοφιλελεύθερη ηγεμονία, που τον γέννησε, άρχιζε να αργοπεθαίνει;

  1. Στη Νέα Ζηλανδία, μεταξύ του 1984 και του 1990, μια Εργατική κυβέρνηση ανέλαβε μια σειρά υπερφιλελεύθερων οικονομικών και κοινωνικών «μεταρρυθμίσεων». Στις Ηνωμένες Πολιτείες, ο πρόεδρος Ουίλιαμ Κλίντον (Δημοκρατικός) υπέγραψε ένα νόμο που καταργεί την ομοσπονδιακή βοήθεια στους φτωχούς. Γι’ αυτά τα δύο θέματα βλ. Serge Halimi, «La Nouvelle-Zélande, éprouvette du capitalisme total», και Loϊc Wacquant, «Quand le président Clinton “reforme” la pauvreté», Le Monde diplomatique, Απρίλιος 1997 και Σεπτέμβριος 1996 αντιστοίχως.
  2. Στις Ηνωμένες Πολιτείες οι μεσαίες τάξεις φεύγουν συχνά από το κέντρο των πόλεων (που εγκαταλείπεται στους φτωχούς) για να βρουν καταφύγιο στα προάστια (suburbs).
  3. Philip Gould, «The Unfinished Revolution», Little Brown, Λονδίνο, 1998, σελ. 396.
  4. («Financial Times», 3 Μαΐου 1997.
  5. Σφυγμομέτρηση της ICM που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «The Guardian» στις 6 Οκτωβρίου 1998.
  6. Βλ. Philip Schlesinger, «Η ήρεμη επανάσταση της Σκοτίας», «Le Monde diplomatique» 1998.
  7. Anthony Giddens, «The Third Way», Polity Press, Λονδίνο, 1998, σελ. 65.
  8. Tony Blair, «The Third Way», Fabian Society, Λονδίνο, 1998, σελ. 2.
Facebooktwittergoogle_pluspinterestlinkedintumblrmail
Authors:

Εργάστηκε για πολλά χρόνια στην «The Guardian». Το 2015 με άδεια άνευ αποδοχών απαντώντας σε πρόσκληση του Τζέρεμι Κόρμπιν, ανέλαβε εκτελεστικός διευθυντής Στρατηγικής και Επικοινωνίας στο Εργατικό Κόμμα. Το 2017 άφησε την εφημερίδα για ν’ ασχοληθεί αποκλειστικά με το κόμμα.