Οι επ’ αόριστον αγνοούμενοι του Λιβάνου

Οι διαδηλώσεις που πλημμυρίζουν τους δρόμους του της Βυρηττού και όλων των μεγάλων πόλεων του Λιβάνου από τις  17 Οκτωβρίου συνεχίζονται αμείωτες παρά την παραίτηση του πρωθυπουργού Σαάντ Χαρίρι. Η νέα γενιά απαιτεί πλήρη κάθαρση από τη διαφθορά και προσπάθειες για την ανάκαμψη της οικονομίας από μια πολιτική ελίτ, που μεγάλο μέρος της συμμετείχε στον εμφύλιο πόλεμο, κρατώντας έτσι ανοιχτές τις πληγές του. Μια από αυτές είναι και η μοίρα των αγνοούμενων, στην πλειονότητά τους θύματα απαγωγών.

Το πρωινό της 28ης Νοεμβρίου 2018, τριάντα περίπου γυναίκες βρίσκονται συγκεντρωμένες στον κήπο Χαλίλ Γκιμπράν, στην καρδιά του κέντρου της Βηρυτού, της οποίας η ανοικοδόμηση της δεν άφησε κανένα ίχνος από την αδελφοκτόνα σύγκρουση που αιματοκύλησε τον Λίβανο μεταξύ 1975 και 1990. Έχουν έρθει από όλη τη χώρα προκειμένου να παρευρεθούν σε μια ιστορική συνέντευξη Τύπου. Δύο εβδομάδες νωρίτερα, στις 12 Νοεμβρίου, το Κοινοβούλιο του Λιβάνου είχε θεσπίσει τον νόμο 105, που αφορά τα άτομα που εξαφανίστηκαν ή κρατήθηκαν διά της βίας (1). Το κείμενό του προβλέπει, στο άρθρο 2, ότι «οι οικογένειες έχουν το δικαίωμα να γνωρίζουν την τύχη των οικείων τους που εξαφανίστηκαν ή κρατήθηκαν διά της βίας [κατά τον εμφύλιο πόλεμο]». Προβλέπει επίσης τη δημιουργία μιας ανεξάρτητης επιτροπής επιφορτισμένης με τον εντοπισμό των ομαδικών τάφων που βρίσκονται διάσπαρτοι στη χώρα και με την εκταφή των λειψάνων που περιέχουν, προκειμένου να ταυτοποιηθούν.

Πολλές από τις παριστάμενες γυναίκες έχουν τους ώμους σκυφτούς. Οι περισσότερες κρατούν ή φορούν ένα μαντήλι επάνω στο οποίο είναι γραμμένο: «Έχουμε το δικαίωμα να μάθουμε». Στα χέρια τους, κιτρινισμένες φωτογραφίες νέων ανδρών με ακίνητο βλέμμα. Είναι οι φωτογραφίες γιων, συζύγων και αδελφών τους, σχεδόν όλοι τους εξαφανισμένοι κατά τη διάρκεια του πολέμου, ο οποίος τερματίστηκε με επίσημο απολογισμό 150.000 νεκρών και 17.415 αγνοούμενων.

Μια μικρόσωμη γυναίκα ανοίγει δρόμο ανάμεσα στο πλήθος και κατευθύνεται προς ένα πλαστικό τραπέζι όπου υπάρχει ένα μικρόφωνο. Μπροστά στις κάμερες, η Ουαντάντ Χαλουάνι, πρόεδρος της Επιτροπής Οικογενειών Αγνοούμενων και Απαχθέντων, αρχίζει, σε ιερατικό τόνο, να διαβάζει ένα μήνυμα: «Το Κοινοβούλιο μόλις ψήφισε τον νόμο σχετικά με τους αγνοούμενους. Αυτό το αποτέλεσμα το επιτύχατε εσείς, οι οικογένειες. Θυμηθείτε την πρώτη διαδήλωση στην Κορνίς Αλ-Μαζράα, στις 17 Νοεμβρίου 1982. Δεν γνωριζόμασταν μεταξύ μας. Ήταν ο πόνος που μας ένωνε».

Πρώην δασκάλα, κι αργότερα μια από τις κύριες εκπροσώπους των συγγενών των αγνοούμενων, η Χαλουάνι δεν έχει ξεχάσει στιγμή από το δράμα που έζησε. «Ο σύζυγός μου, ο Αντνάν, απήχθη στις 24 Σεπτεμβρίου 1982. Χτύπησα σ’ όλες τις πόρτες για να τον βρω και κάθε φορά, από τον πρωθυπουργό μέχρι τον μουφτή της Δημοκρατίας, άκουγα τα ίδια λόγια ανώφελης συμπόνιας: “Καημένη μου, δεν είστε η πρώτη που έρχεται να με δει”. Από περιέργεια, απηύθυνα πρόσκληση από το ραδιόφωνο για μια συνάντηση με όλες εκείνες που, όπως κι εγώ, είχαμε κάποιον δικό μας άνθρωπο που είχε εξαφανιστεί. Πίστευα ότι θα είμαστε μόνο τέσσερις. Φτάνοντας, είδα ένα τεράστιο πλήθος κι αναρωτήθηκα εάν συνέβαινε κάποια νέα σύγκρουση. Αυτό που είχε συμβεί ήταν ότι πάνω από διακόσιες γυναίκες είχαν ανταποκριθεί στο κάλεσμά μου.»

Από την αρχή κιόλας του πολέμου, η βίαιη εξαφάνιση κυριάρχησε πολύ γρήγορα στο οπλοστάσιο των πολιτοφυλακών του Λιβάνου ως ένα ακόμη όπλο μεταξύ των άλλων, στραμμένο αδιακρίτως κατά των πολιτών που ανήκαν στο αντίπαλο στρατόπεδο. Ο Τζόναθαν Ράνταλ, τότε ανταποκριτής των «New York Times», στο βιβλίο του «The Tragedy of Lebanon» (2) αναφέρεται στον Τάρεκ Μίτρι, που έγινε ειδήμων στην απελευθέρωση απαχθέντων προσώπων: «Ο Μίτρι διέκρινε τρεις κατηγορίες [ανθρώπων εμπλεκόμενων στις απαγωγές]. Η πρώτη αφορούσε πολιτοφύλακες των οποίων ο φανατισμός υπερίσχυε της πολιτικής που ακολουθούσαν οι οργανώσεις τους. (…) Μια δεύτερη κατηγορία περιλάμβανε τα μέλη ένοπλων οργανώσεων που λάμβαναν την εντολή να απαγάγουν έναν ορισμένο αριθμό αθώων προκειμένου να βοηθήσουν στην απελευθέρωση δικών τους ατόμων. (…) Η τελευταία μορφή απαγωγής στόχευε σε μεμονωμένα άτομα και βασιζόταν σε “υποψίες”, που συχνά εγείρονταν από κάποιον τρίτο, για ποικίλους λόγους, όπως ένας ερωτικός καυγάς ή μια εμπορική διένεξη».

Συνεπώς, η επιτυχία μιας απελευθέρωσης απαιτούσε ικανότητα λεπτών διπλωματικών χειρισμών, άριστη δικτύωση και, πάνω απ’ όλα, μεγάλη ταχύτητα εκτέλεσης, αφηγείται ο Ασάαντ Σαφτάρι, πρώην υπ’ αριθμόν δύο των υπηρεσιών πληροφοριών των Λιβανικών Δυνάμεων, μιας από τις κυριότερες χριστιανικές πολιτοφυλακές κατά τη διάρκεια του πολέμου: «Δεχόμασταν δεκάδες αιτήματα απελευθέρωσης, συχνότερα μέσω διαμεσολαβητών, που μπορεί να ήταν είτε πολιτικοί παράγοντες είτε στρατιωτικοί είτε κοινωνικά αναγνωρίσιμα πρόσωπα. Χρειαζόταν να δράσουμε ταχύτατα, επειδή στις απαρχές των εχθροπραξιών οι άνθρωποι εκτελούνταν άμεσα. Συχνά οι δολοφόνοι ήταν σύντροφοι που εκδικούνταν για τους δικούς τους ή οικογένειες των οποίων ένα μέλος είχε απαχθεί και αντεκδικούνταν», εκμυστηρεύεται, επιβεβαιώνοντας ότι είχε προσωπική εμπλοκή σε πολλές εξαφανίσεις. Εξάλλου, ο πρώην πολιτοφύλακας απεύθυνε στους Λιβανέζους μια επιστολή μετάνοιας το 2000, ζητώντας συγχώρεση από τα θύματά του.

Μετά από δεκαπέντε χρόνια βίαιων εξαφανίσεων και εγκλημάτων που διαπράχθηκαν από πολιτοφυλακές όλων των πλευρών, καθώς και από τους στρατούς κατοχής του Ισραήλ (1978 έως 2000) και της Συρίας (1976 έως 2005), οι αρχές του Λιβάνου έσπευσαν να σβήσουν το παρελθόν, μιας και το ενδιαφέρον είχε ήδη στραφεί προς την πολύ προσοδοφόρα αγορά της ανοικοδόμησης. Έτσι, στις 26 Αυγούστου 1991 ψηφίστηκε ένας νόμος περί αμνηστίας για όλα τα εγκλήματα που διαπράχθηκαν κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης. Κατόπιν, ο νόμος 434 του 1995 ενθάρρυνε τους συγγενείς των προσώπων που ήταν εξαφανισμένα για περισσότερα από τέσσερα χρόνια να τα δηλώσουν νεκρά. Ήταν μια «εμφανής βούληση να τελειώνουμε με τον πόλεμο», εξηγεί ο Νίζαρ Σαγίεχ, δικηγόρος, μέλος της λιβανικής ΜΚΟ Legal Agenda (Νομική Ατζέντα) και συν-συγγραφέας του νομοσχεδίου στο οποίο βασίστηκε ο νόμος 105: «Όλες οι εύπορες οικογένειες δήλωσαν τους συγγενείς τους νεκρούς προκειμένου να εισπράξουν την κληρονομιά τους. Από το 1995, μόνο οι οικογένειες χαμηλού εισοδήματος [και οι οποίες δεν έχουν να λάβουν κληρονομιά] εξακολουθούν να αγωνίζονται» για να μάθουν τι απέγιναν εκείνοι που εξαφανίστηκαν.

Ευυποληψία αγορασμένη με μικρό κόστος

Ο νόμος 434 του 1995 σηματοδοτεί την έναρξη μιας επιχείρησης απόκρυψης, την οποία ο Γασάν Χαλουάνι, ο νεότερος γιος της Ουαντάντ, αποκαλεί «διπλή εξαφάνιση». Σε ένα σημείο του ντοκιμαντέρ του Palimpseste, ascension de l’invisible (αγγλικός τίτλος: Erased, Ascent of the Invisible, βραβευμένο στο φεστιβάλ Cinemed του Μονπελιέ το 2018 με το βραβείο Ulysse), με το οποίο επιδιώκει να ανασύρει από τη λήθη μια σειρά αγνοούμενων, ο θεατής βλέπει να εμφανίζεται στην οθόνη: «Ένα έγκλημα εκτυλίσσεται σε δύο πράξεις. Πρώτα έρχεται η πράξη του φόνου. Έπειτα η πράξη της εξαφάνισης των αποδείξεων». Στο φόντο, μια δορυφορική άποψη της κατεστραμμένης μετά τον πόλεμο Βηρυτού αντικαθίσταται από μια σύγχρονη άποψη της ξαναχτισμένης πόλης. Και τότε εμφανίζονται βέλη που σημειώνουν πολλούς μοδάτους χώρους χτισμένους ακριβώς στο σημείο όπου υπάρχουν ομαδικοί τάφοι: ένα διάσημο νυχτερινό κέντρο, ένα γήπεδο γκολφ ή έναν δρόμο περιπάτου στην παραλία. Αναφερόμενος στις δύο πιο ακριβές συνοικίες του κέντρου της πόλης, εκτοξεύει μια μακάβρια αλήθεια: «Εάν πάρεις τον δρόμο μεταξύ Χάμρα και Μαρ Μιχαέλ, ρισκάρεις να πέσεις επάνω σε δύο ή τρεις ομαδικούς τάφους, ανάλογα με τη διαδρομή που θα επιλέξεις».

Πόσοι ομαδικοί τάφοι, κατάλοιπα του πολέμου, βρίσκονται εν αναμονή εκσκαφής; Μια επίσημη εξεταστική επιτροπή, συσταθείσα στις 21 Ιανουαρίου 2000, όφειλε να δώσει την απάντηση, μεταξύ άλλων, σε αυτή την ερώτηση. Έξι μήνες αργότερα, δημοσίευσε μια έκθεση δύο σελίδων, η οποία ανέφερε μόνο 2.406 αγνοούμενους, δηλώνοντάς τους «αυτεπάγγελτα νεκρούς». Η έρευνα αναγνώριζε την ύπαρξη ομαδικών τάφων, προσδιόριζε τη θέση ορισμένων από αυτούς, ωστόσο έκρινε ότι τα λείψανα δεν μπορούσαν πλέον να ταυτοποιηθούν. Ερωτώμενος δέκα χρόνια αργότερα από τη λιβανική οργάνωση τεκμηρίωσης και έρευνας UMAM, ο στρατηγός Σαλίμ Αμπού Ισμαήλ, επικεφαλής της εξεταστικής επιτροπής, δείχνει έκπληκτος: «Ποιος ο λόγος; Ποια η χρησιμότητα της εκταφής χιλιάδων οστών;» Σε κάθε περίπτωση, σύμφωνα με τη ΜΚΟ Act for the Disappeared (Δράση για τους Αγνοούμενους), στον Λίβανο υπάρχουν τουλάχιστον εκατόν δεκαπέντε ομαδικοί τάφοι. Η οργάνωση συνέλεξε πληροφορίες για κάθε έναν από αυτούς, τις οποίες θα παραδώσει στη μέλλουσα επιτροπή που προβλέπει ο νόμος 105.

Έχοντας δει τον δεκαεπτάχρονο γιο της Άχμαντ να απάγεται μπροστά στα μάτια της, η κυρία Χαντίζα Ντ. συμμετείχε σε όλες τις διαμαρτυρίες των οικογενειών αγνοούμενων, από το 1982 ώς τον θάνατό της το 2016. «Μέχρι το τέλος της ζωής της, έλεγε “ο Άχμαντ θα ξαναγυρίσει”. Πλέον, λέω και εγώ το ίδιο», βεβαιώνει η κόρη της Σαουσάν, που έχει πάρει τη σκυτάλη. Για εκείνη, όπως και για χιλιάδες οικογένειες αγνοούμενων, η ταυτοποίηση των λειψάνων του αγαπημένου τους θα επέτρεπε να τερματιστεί η ατελείωτη περίοδος του λεγόμενου «παγωμένου» ή «λευκού πένθους», πηγή έντονου ψυχικού πόνου (3). Έτσι, τον προηγούμενο χρόνο έδωσε ένα βιολογικό δείγμα αναφοράς στη Διεθνή Επιτροπή Ερυθρού Σταυρού (ICRC). Από το 2015, η ICRC έχει συλλέξει 1.500 τέτοια δείγματα, από τα οποία είναι δυνατή η εξαγωγή DNA που θα επιτρέψει την ταυτοποίηση των λειψάνων από τους ομαδικούς τάφους την ημέρα της εκταφής τους. Είναι ένας τρόπος να αντισταθμιστεί η αδράνεια των εγκλωβισμένων στην άρνηση λιβανικών αρχών: «Η πρώτη φορά που η μητέρα μου έπαθε καρδιακό επεισόδιο ήταν το 1998, όταν ο πρόεδρος Ελίας Χράουι δήλωσε ότι όλοι οι αγνοούμενοι είτε είχαν πεταχτεί στη θάλασσα είτε είχαν σκεπαστεί με άσφαλτο και ότι θα έπρεπε να γυρίσουμε σελίδα», συνεχίζει. Τότε, ο ένοικος του προεδρικού μεγάρου Μπάαμπντα είχε ισχυριστεί, παρά τις υπάρχουσες ενδείξεις, ότι κανένας Λιβανέζος δεν κρατούνταν σε κάποια συριακή ή ισραηλινή φυλακή.

Ο Μούσα Σαάμπ πέρασε δεκαπέντε χρόνια σε αρκετές φυλακές της Συρίας και δεν έχει ξεχάσει εκείνη την προσπάθεια να σβηστεί η ύπαρξή του. «Για τέσσερα χρόνια σάπιζα στο συριακό κάτεργο της Σεντνάγια. Άκουγα το ραδιόφωνο του Λιβάνου όταν ο Ελίας Χράουι έκανε αυτή την ομιλία. Ήμασταν εκατοντάδες οι Λιβανέζοι κρατούμενοι στη Συρία που την ακούσαμε!». Ο άνθρωπος αυτός, που επέστρεψε ενώ κανείς πλέον δεν το περίμενε, ελευθερώθηκε στις 12 Δεκεμβρίου του 2000. Η απελευθέρωση του ίδιου, καθώς και άλλων πενήντα τριών κρατουμένων στη Συρία, όπως και οι συνεχείς ανακαλύψεις ομαδικών τάφων στις τέσσερις γωνιές της χώρας, κατέστρεψαν τις επανειλημμένες απόπειρες των ηγετών του Λιβάνου να κλείσουν την υπόθεση των αγνοούμενων. Στη Βηρυτό, η δημοσιογράφος και σκηνοθέτιδα Μόνικα Μπόργκμαν και ο συγγραφέας και εκδότης Λόκμαν Σλιμ, που είναι επίσης διευθυντής της UMAM, αφιέρωσαν ένα ντοκιμαντέρ σε είκοσι περίπου από εκείνους τους Λιβανέζους πολιτικούς κρατούμενους στη Συρία (4).

Οπότε η ψήφιση του νόμου 105 επιτρέπει, για πρώτη φορά, το αφήγημα του πολέμου να φύγει από εκείνους που τον διέπραξαν (5) και να περάσει στα θύματα, μέχρι τώρα δέσμια της σιωπής και της αορατότητας. Εντούτοις, το νομοσχέδιο δεν διαλύει όλες τις αμφιβολίες για την ειλικρίνεια αυτής της ενέργειας. «Γιατί τώρα;» διερωτάται επ’ αυτού ο Σλιμ. Κατά τον ίδιο, θα ήταν «ρομαντικό» η θέσπιση αυτού του νόμου να θεωρηθεί ως το αποτέλεσμα τριάντα έξι ετών αγώνα των οικογενειών των αγνοούμενων. Πιστεύει πως αντανακλά κυρίως έναν τρόπο να αγοραστεί μια ευυποληψία με μικρό κόστος. «Η ψήφιση νόμων που αρέσουν στη διεθνή κοινότητα είναι μια συνήθης μέθοδος του Κοινοβουλίου του Λιβάνου», αποφαίνεται, εκτιμώντας ότι αυτός ο νόμος κινδυνεύει να έχει την τύχη των άλλων τριάντα εννιά ήδη ψηφισθέντων νόμων για διάφορα θέματα, οι οποίοι ωστόσο ακόμη περιμένουν τις κυβερνητικές αποφάσεις για την εφαρμογή τους.

Μάλιστα, σαν να έχει γίνει σκόπιμα, ένα αμφιλεγόμενο άρθρο που προστέθηκε την τελευταία στιγμή στην ολομέλεια ενδέχεται να θέσει σε κίνδυνο την εφαρμογή του νόμου. Το άρθρο 37 προβλέπει πως «κάθε υποκινητής, αυτουργός ή συνεργός βίαιας εξαφάνισης οφείλει να τιμωρηθεί με ποινή φυλάκισης πέντε έως δεκαπέντε ετών, συνοδευόμενης από καταναγκαστική εργασία». Μια διάταξη αντίθετη στην επιθυμία των οικογενειών, διευκρινίζει η Χαλουάνι: «Δεν ευθυνόμαστε εμείς για το άρθρο 37. Για εμάς, το δικαίωμα να μάθουμε έχει προτεραιότητα έναντι της ποινικής δικαιοσύνης». Από την πλευρά του, ο Σαφτάρι, μέλος σήμερα της ΜΚΟ μεταμεληθέντων παλαιών μαχητών Fighters for Peace, φοβάται τον αρνητικό αντίκτυπο αυτού του άρθρου: «Όταν κρεμάτε μια Δαμόκλειο σπάθη επάνω από όσους διέπραξαν εγκλήματα κατά τον πόλεμο, πολύ αμφιβάλλω αν θα έρθουν να καταθέσουν».

Απόντες, αλλά ζωντανοί για το ληξιαρχείο

Εξοικειωμένη με το γεγονός ότι οι Λιβανέζοι πολιτικοί δεν τηρούν τις υποσχέσεις τους, η Χαλουάνι διαβεβαιώνει ότι δεν ξεγελιέται: «Η ψήφιση του νόμου δεν είναι παρά ένα βήμα. Ο αγώνας μας συνεχίζεται με τον διορισμό των δέκα μελών της μέλλουσας επιτροπής. Οφείλουμε να διασφαλίσουμε ότι οι υποψήφιοι δεν θα επιλεγούν βάσει πολιτικών και θρησκευτικοδογματικών κριτηρίων, όπως το συνηθίζουμε στον Λίβανο», προειδοποιεί.

Από την πλευρά του, ο γιος της Γασάν επιχειρεί να παρακινήσει το σύνολο της λιβανικής κοινωνίας να πάρει στα χέρια της την ιστορία των αγνοουμένων. Εκτός από την προαναφερθείσα ταινία του, από το 2015 εργάζεται για την ψηφιοποίηση μιας συλλογής αρχείων που συγκέντρωσε η μητέρα του στο πλαίσιο μιας συλλογικότητας. Το ερανισμένο υλικό είναι προϊόν τριάντα έξι χρόνων σχολαστικής και επίμονης συλλογής αποκομμάτων εφημερίδων, ομιλιών και ανακοινωθέντων σχετικών με τη συσπείρωση και την κινητοποίηση των οικογενειών των αγνοούμενων. Μια πρώτη ύλη για την εκ νέου επισκόπηση του εμφύλιου πολέμου μέσα από την εμφάνιση, επιτέλους, των απόντων. Οι οποίοι, ενώ έχουν εξαιρεθεί από το χρονικό της σύγκρουσης, βρίσκονται αντιθέτως εν ζωή για το ληξιαρχείο. Έτσι, στο τέλος του ντοκιμαντέρ του, ο Γασάν Χαλουάνι αφηγείται την ιστορία του Ρισάρ και της Κριστίν, ενός ζευγαριού που απήχθη κατά τη διάρκεια του πολέμου. Θέλοντας να αγοράσει την ιδιοκτησία τους, ένας εργολάβος είδε την αίτησή του να απορρίπτεται από έναν δικαστή, ο οποίος θεώρησε ότι, επισήμως, το ζευγάρι δεν ήταν νεκρό.

  1. Η αγγλική εκδοχή αυτού του νόμου, η οποία δημοσιεύθηκε στις 6 Δεκεμβρίου 2018 στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης του Λιβάνου, μεταφράστηκε από τη λιβανέζικη μη κυβερνητική οργάνωση UMAM Documentation and Research (www.umam-dr.org).
  2. Jonathan Randal, «The Tragedy of Lebanon: Christian Warlords, Israeli Adventurers and American Bunglers», Chatto & Windus, Λονδίνο, 1983.
  3. Pauline Boss, «Ambiguous Loss. Learning to Live With Unresolved Grief», Harvard University Press, Λονδίνο, 2000.
  4. Βλ. Akram Belkaïd, «L’ombre du bagne de Palmyre plane sur la Syrie», Orient XXI, 29 Δεκεμβρίου 2016, www.orientxxi.info
  5. Carla Eddé, «Les mémoires des acteurs de la guerre: le conflit revisité par ses protagonistes», στο Franck Mermier και Christophe Varin (επιμ.), «Mémoires de guerres au Liban (1975-1990)», Actes Sud, Αρλ, 2010.
Facebooktwittergoogle_pluspinterestlinkedintumblrmail