Η τέχνη του να χειρίζεσαι μια ενοχλητική κληρονομιά

Μια ενδιαφέρουσα σύγκριση του 2011 για τους θύλακες της ακροδεξιάς ανάμεσα στην Ισπανία και την Ιταλία, κληρονομιά της εποχής των Φράνκο και Μουσολίνι, φωτίζει την κατάσταση στις δύο χώρες πριν από την πλήρη ανάδυση των ακροδεξιών δυνάμεων που σήμερα κυριαρχούν στην πολιτική ζωή.

Πώς να διακρίνει κανείς τα πολιτικά μορφώματα της ακροδεξιάς από τους αντίστοιχους σχηματισμούς της Δεξιάς; Ποιες είναι οι χαρακτηριστικές ιδιότητες των μεν και των δε, των προγραμμάτων, των ιδεολογιών τους; Τα ερωτήματα αυτά παρόντα στις ακαδημαϊκές και μιντιακές συζητήσεις δεν έχουν ιδιαίτερο νόημα. Η κατάτμηση της πολιτικής ζωής σε αυτόνομες, στεγανές κατηγορίες δεν αντέχει στην ανάλυση. Και παραμελεί τα καθαρά πολιτικά διακυβεύματα των κατατάξεων στα οποία η «ακροδεξιά» παραμένει πάντα χειρότερος χαρακτηρισμός απ’ ό,τι «εθνική Δεξιά».

Επομένως, η ιστορική έρευνα για την ακροδεξιά δεν συνίσταται στην αναζήτηση της «κρυμμένης ουσίας» του κάθε κόμματος ή κινήματος, αλλά στην εξέταση των λιγότερο ή περισσότερο πιθανών συμμαχιών και σχέσεων ιστορικής συνέχειας, σε εθνικό ή τοπικό επίπεδο. Το ζήτημα τίθεται ιδιαίτερα για την Ισπανία και την Ιταλία, δύο κράτη στα οποία η ακροδεξιά άσκησε την εξουσία για μεγάλο χρονικό διάστημα, με τις δικτατορίες του Φρανθίσκο Φράνκο (1939-1975) και του Μπενίτο Μουσολίνι (1922-1943) (1) αντίστοιχα.

Στην Ισπανία, η μετάβαση στη δημοκρατία άφησε λίγο χώρο στα κόμματα που υποστήριζαν τον φρανκισμό. Διατηρούν, βέβαια, κάποια επιρροή στα σώματα ασφαλείας, πραγματοποίησαν, μάλιστα, και απόπειρα στρατιωτικού πραξικοπήματος στις 23 Φεβρουαρίου 1981. Ποτέ, όμως, δεν θα μπορέσουν να αποκτήσουν εκλογική επιρροή, κυρίως λόγω της απορρόφησης μέρους των μελών τους -και της ιδεολογίας τους- από τον κύριο πολιτικό εκφραστή της δεξιάς, τη Λαϊκή Συμμαχία (ΑΡ- Alianza Popular). Με ηγέτη τον Μανουέλ Φράγα, πρώην υπουργό Τουρισμού και Ενημέρωσης του Φράνκο, η Λαϊκή Συμμαχία θα γίνει η κύρια δύναμη αντιπολίτευσης στο Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα Ισπανίας (PSOE), που βρίσκεται στην εξουσία από το 1982 ώς το 1996.

Η Λαϊκή Συμμαχία, που το 1989 μετονομάστηκε σε Λαϊκό Κόμμα (ΡΡ) και με ηγέτη πλέον τον Χοσέ Μαρία Αθνάρ, συλλέγει ψήφους σε ένα φάσμα που ξεκινά από τη χριστιανοδημοκρατική Δεξιά και φθάνει μέχρι τους πιο φανατικούς νοσταλγούς του φρανκισμού. Και η κυβερνητική πολιτική του κόμματος ποικίλλει ανάλογα με τις συμμαχίες που πρέπει να συνάψει. Περισσότερο φιλελεύθερο στην κυβερνητική συμμαχία του μεταξύ 1996 και 2000 (ιδιωτικοποιήσεις και μείωση των κοινωνικών δαπανών), το Λαϊκό Κόμμα υιοθετεί μια πιο συντηρητική γραμμή μετά τις εκλογές του 2000, στις οποίες έχει κερδίσει την αυτοδυναμία.

Συμμετέχει αποφασιστικά στον «παγκόσμιο πόλεμο κατά της τρομοκρατίας» στο Αφγανιστάν και αργότερα στο Ιράκ. Ψηφίζει αυστηρότερο νόμο για την είσοδο και την παραμονή των μεταναστών. Θέτει εκτός νόμου το Μπατασούνα, έναν σχηματισμό της βασκικής εθνικιστικής Αριστεράς. Επίσης, επιβάλλει εκπαιδευτική μεταρρύθμιση, με την οποία αποκαθίσταται η καθολική θρησκευτική και ηθική εκπαίδευση στα δημοτικά, τα γυμνάσια και τα λύκεια. Η επιστροφή του στην αντιπολίτευση, τον Μάρτιο του 2004, εγκαινιάζει μια περίοδο εντάσεων μεταξύ όσων επιθυμούν τη μετεξέλιξη του Λαϊκού Κόμματος σε παραδοσιακό φιλελεύθερο κόμμα (όπως ο δήμαρχος της Μαδρίτης, Αλμπέρτο Ρουίθ Γκαγιαρδόν) και των οπαδών μιας πιο σκληρής γραμμής. Ο ορισμός του Μαριάνο Ραχόι στη θέση του γενικού γραμματέα εκφράζει την επιδίωξη μιας κάποιας ισορροπίας, αλλά το Λαϊκό Κόμμα θα αναζητήσει στηρίγματα μεταξύ των πιο ριζοσπαστικών τμημάτων των ψηφοφόρων του. Υπό το πρίσμα αυτό ερμηνεύεται η ριζική αντίθεση του Λαϊκού Κόμματος στις συζητήσεις για τον εμφύλιο πόλεμο («ορισμένες συλλογικότητες θέλουν να επαναφέρουν τα φαντάσματα ενός παρελθόντος που έχει ήδη ξεπεραστεί» κατήγγειλε ο Ιγνάθιο Γκονθάλεθ, αντιπρόεδρος της περιφέρειας Μαδρίτης), ακόμη και στην απομάκρυνση φασιστικών μνημείων (το 2005, η αποκαθήλωση του ανδριάντα του έφιππου Φράνκο από τη συνοικία Νουέβος Μινιστέριος της Μαδρίτης θεωρήθηκε από τους τοπικούς άρχοντες «η πιο ριζοσπαστική πράξη στην ιστορία της δημοκρατίας»).

Το Λαϊκό Κόμμα θα υποστηρίξει και τις επιθέσεις της καθολικής ιεραρχίας κατά του γάμου των ομοφυλοφίλων (για τον οποίο ο Ραχόι θεωρεί ότι «διαστρεβλώνει τον βασικό θεσμό του γάμου»), κατά της καθιέρωσης κοσμικής εκπαίδευσης στα σχολεία («μέσω της οποίας η Αριστερά επιδιώκει να χειραγωγήσει τα παιδιά και να διαπλάσει τις συνειδήσεις τους», σύμφωνα με την Αλίθια Δελίμπες, περιφερειακό σύμβουλο Μαδρίτης σε θέματα εκπαίδευσης) ή κατά της παράτασης του νόμιμου χρονικού ορίου έκτρωσης («η χειρότερη δημοκρατική οπισθοχώρηση σε διάστημα τριάντα χρόνων δημοκρατίας, γιατί, πρώτη φορά, κατοχυρώνεται ότι μια ομάδα προσώπων, αυτά που δεν έχουν ακόμη γεννηθεί, μπορούν να αφανιστούν φρικτά και χωρίς κανένα δικαίωμα άμυνας» ξιφουλκεί ο Δαβίδ Πέρεθ, εκπρόσωπος του Λαϊκού Κόμματος στο τοπικό κοινοβούλιο της Μαδρίτης).

Το Λαϊκό Κόμμα θα επαναφέρει στο προσκήνιο και τη φρανκική ιδεολογία της εθνικής ενότητας, δηλαδή την καχυποψία απέναντι στις αυτόνομες περιφέρειες. Το 2006, ο Εδουάρδο Θαπλάνα, εκπρόσωπος του ΡΡ, δήλωνε ότι εντός της κυβέρνησης του Χοσέ Λουίς Θαπατέρο «επικρατούν εκείνοι που θέλουν να καταστρέψουν την Ισπανία». Στο ίδιο πνεύμα, το Λαϊκό Κόμμα θα υποστηρίξει, μέσα στο 2010, ορισμένους Δήμους που απαγορεύουν στους παράνομους μετανάστες την πρόσβαση στις υπηρεσίες υγείας και εκπαίδευσης.

Η Ρώμη, όμως, δεν είναι Μαδρίτη. Το ισπανικό Λαϊκό Κόμμα περιθωριοποίησε την ακροδεξιά, τη στιγμή που στην Ιταλία, το «μεταφασιστικό» ρεύμα, με ηγέτη τον πρόεδρο της Βουλής, Τζιανφράνκο Φίνι, και το «αποσχιστικό» ρεύμα της Λέγκας του Βορρά και του Ουμπέρτο Μπόσι παραμένουν ισχυρά.

 

Ένα φασιστικό κόμμα που εγκαταλείπει την παλιά ιδεολογική του ένδυση

Σύμπτωση; Οπωσδήποτε όχι: το κόμμα που αναδύθηκε μεταπολεμικά μέσα από τις στάχτες του φασισμού -το Ιταλικό Κοινωνικό Κίνημα (MSI)- απέδρασε από το γκέτο στο οποίο το είχε περιορίσει η Α’ Δημοκρατία (1947-1994) όταν ο Σίλβιο Μπερλουσκόνι εμφανίστηκε στην πολιτική αρένα. Το πολύχρονο ειδύλλιο μεταξύ των δύο αυτών ανδρών και των κομμάτων τους έφτασε στο αποκορύφωμά του με την ίδρυση του Λαού της Ελευθερίας (PDL), μοναδικού κόμματος της κεντροδεξιάς. Και, έτσι, το 1994, ο Φίνι ιδρύει την Εθνική Συμμαχία (ΑΝ), όνομα κάτω από το οποίο το φασιστικό κόμμα άλλαξε δέρμα, εγκαταλείποντας την παλιά ιδεολογική ενδυμασία του (2), ιδιαίτερα τα πολύ διαδεδομένα στην ιταλική Δεξιά αντισημιτικά και φιλοαραβικά στερεότυπα.

Ήταν το πρελούδιο της συγκρότησης, πρώτη φορά στην ιταλική ιστορία, ενός «ευρωπαϊκού» δεξιού κόμματος, αυστηρά μεταξύ της γερμανικής χριστιανοδημοκρατικής και της γκολικής παράδοσης, που, κατά παράδοξο τρόπο, ορισμένες φορές λάμβανε θέσεις πιο «προοδευτικές» από το Δημοκρατικό Κόμμα σε ζητήματα κοινωνικών δικαιωμάτων (από την τεχνητή γονιμοποίηση και την ντε φάκτο αναγνώριση των ζευγαριών μέχρι το δικαίωμα ψήφου των νόμιμων μεταναστών… ).

Η τελευταία πράξη της μετάβασης αυτής διαδραματίζεται τους τελευταίους μήνες σε ανοικτή σύγκρουση με τον Καβαλιέρε, του οποίου ο Φίνι φαίνεται να είναι ο κύριος αντίπαλος. Και, πράγματι, μολονότι ο Φίνι εκμεταλλεύτηκε για πολύ καιρό την προνομιακή σχέση του με τον Μπερλουσκόνι, έστω κι αν χρειάστηκε να καλύψει κάποιες από τις προσωπικές παρεκτροπές του, η συγχώνευση της κεντροδεξιάς σε ένα και μοναδικό κόμμα -την οποία, εκ των υστέρων, ο ηγέτης της Εθνικής Συμμαχίας χαρακτήρισε «λάθος» (3)- στέρησε από τους διαφωνούντες κάθε περιθώριο αυτόνομων ελιγμών.

Να γιατί ο Φίνι τελικά συγκρούστηκε με την επιβλητική φυσιογνωμία του Καβαλιέρε, που είναι παγιδευμένος σε σεξουαλικά και δικαστικά σκάνδαλα. Με την αποδυνάμωση των κεντρώων (UDC), ως συνέπεια της αποσύνθεσης της χριστιανο-δημοκρατικής «λευκής πτέρυγας», και μπροστά στην αδράνεια του Λαού της Ελευθερίας, που περιορίζεται στην επινόηση εμποδίων απέναντι στη «λυσσαλέα επίθεση» της Δικαιοσύνης κατά του πρωθυπουργού, το κέντρο βάρους της κυβέρνησης μετατοπίστηκε προς τη Λέγκα του Βορρά. Και η Λέγκα, σε αντίθεση με την Εθνική Συμμαχία, προτίμησε να συμμαχήσει με τον Καβαλιέρε, χωρίς όμως να συγχωνευτεί με τον Λαό της Ελευθερίας.

Έτσι εξηγείται και η, ανοικτή πλέον, φιλοδοξία του Φίνι να γίνει χαλίφης στη θέση του χαλίφη το 2013 -και η συστηματική προβολή τού πόσο «διαφέρει» από τον Μπερλουσκόνι. Στην προσπάθειά του αυτή, επανέφερε δύο χαρακτηριστικές αρχές της παλαιάς Δεξιάς, οι οποίες είχαν θυσιαστεί στα χρόνια του ειδυλλίου με τον μπερλουσκονισμό: η νομιμότητα και η λατρεία του κράτους, πυλώνες του νεοσύστατου κόμματος Μέλλον και Ελευθερία (FLI). Το κόμμα αυτό, που ιδρύθηκε τον Νοέμβριο του 2010 ως αντίδραση στη διαγραφή του Φίνι από τον Λαό της Ελευθερίας, παρουσιάζεται ως μια μετριοπαθής, συνταγματική και κοινωνική εναλλακτική απέναντι στον μπερλουσκονισμό.

Μολονότι η διαδρομή της Λέγκας του Βορρά μοιάζει λιγότερο περίπλοκη, εξαρτάται εξίσου από τις περιπέτειες του σημερινού ιταλού πρωθυπουργού. Συμμαχώντας με τη «Forza Italia» για τον σχηματισμό της πρώτης κυβέρνησης Μπερλουσκόνι, το «αντισυστημικό» κίνημα που κήρυσσε την απόσχιση και, στη συνέχεια, την ομοσπονδία, και το οποίο εκπροσωπεί τους πιο ακραίους εργοδοτικούς κύκλους, γνώρισε, τα τελευταία χρόνια, με τη σειρά του, βαθιά μετάλλαξη.

Έχοντας μεταμορφωθεί σε κυβερνητικό κόμμα, η Λέγκα εδραιώνει τις τοπικές εξουσίες της μετέχοντας στους εθνικούς θεσμούς. Στις περσινές περιφερειακές εκλογές, η Λέγκα έλαβε, στις οκτώ περιφέρειες-προπύργιά «της», ποσοστό 19,77% -ακόμη και 35,15% στην ευρύτερη Βενετία. Ορισμένοι σχολιαστές, αν και συμπαθούντες, αναρωτιούνται «εάν η Λέγκα παραμένει υπέρ της ομοσπονδίας» και μήπως έχει προδώσει τα ιδανικά της με αντάλλαγμα την εδραίωσή της στα κέντρα λήψης αποφάσεων (4).

Στην πράξη, υπάρχει μεγάλο χάσμα μεταξύ του πραγματισμού της Λέγκας και της μυθολογικής ρητορικής της περί «Παδανίας» -μιας οντότητας με αμφίβολες ρίζες, που υποτίθεται ότι ενώνει την κουλτούρα και τις παραδόσεις όλων των λαών της βόρειας Ιταλίας, κληρονόμου του κελτικού πολιτισμού και θεματοφύλακα των χριστιανικών απαρχών της Ευρώπης. Περισσότερο και από την καταγγελία της «κλέφτρας Ρώμης», που δεν χρησιμεύει παρά για να συσπειρώνει τη βάση, είναι η συμμετοχή της Λέγκας στους θεσμούς που επιτρέπει την προνομιακή εξυπηρέτηση των συμφερόντων του Βορρά.

 

Η Λέγκα του Βορρά ενσαρκώνει μια πολιτική αντικοινωνική και εχθρική προς τους μετανάστες

Εάν ο μπερλουσκονισμός είναι ένα laissez-faire χωρίς φιλελευθερισμό (5), η Λέγκα, αντίθετα, εκφράζει έναν φιλελευθερισμό χωρίς κάτι τέτοιο: δεν υιοθετεί παρά τις πιο αντικοινωνικές και ξενόφοβες πλευρές του -όπως τη θλιβερή επινόηση των «περιπολιών πολιτών» για αυτοπροστασία απέναντι στην «εξωκοινοτική εγκληματικότητα». Η πολεμική γύρω από την παράνομη μετανάστευση όμως χρησιμεύει ως πιλότος για μια πολύ ευρύτερη επίθεση απέναντι στο ρυθμιστικό πλαίσιο της αγοράς εργασίας, ώστε να «απελευθερωθεί» από τους κοινωνικούς περιορισμούς του, στο πλαίσιο μιας πελατειακής κηδεμονίας, στα δικά του εδάφη. Το κόμμα του κ. Μπόσι γίνεται έτσι ο κυριότερος κληρονόμος της μάχης ενάντια στην «φιλανθρωπία» της μακαρίτισσας Χριστιανικής Δημοκρατίας.

Τα δύο ρεύματα της ιταλικής Δεξιάς προβάλλουν με έμφαση τις διαφορές τους, οι οποίες δεν είναι καθόλου ασύμβατες μεταξύ τους. Μήπως οι υπογραφές των ηγετών τους δεν βρίσκονται δίπλα δίπλα στο κείμενο του σημαντικότερου πολιτικού μέτρου που έλαβε η κεντροδεξιά τα τελευταία χρόνια: του δυστυχώς πασίγνωστου νόμου Μπόσι-Φίνι για τη μετανάστευση (2002), ενός από τους σκληρότερους της Γηραιάς Ηπείρου;

Ορισμένοι παρατηρητές επιμένουν στην «ειλικρίνεια» της δημοκρατικής στροφής του Φίνι. Όμως το «μετριοπαθές» προφίλ του εξακολουθεί να μοιάζει με μετάλλαξη τακτικής, προσαρμοσμένη στην οπτική γωνία της μεγάλης εργοδοσίας, η οποία επιθυμεί να πάρει τις αποστάσεις της από τον τελευταίο κύκλο του μπερλουσκονισμού και την πιθανότατα άσχημη κατάληξή του.

Μέσα σε είκοσι χρόνια, η Confindustria, ο σύνδεσμος των Ιταλών εργοδοτών, έχει υποστηρίξει διαδοχικά πότε τον «μετριοπαθή» Ρομάνο Πρόντι (τον οποίο προτιμά) και πότε τον «ακραίο» Μπερλουσκόνι (τον οποίο υποστηρίζει όλο και λιγότερο). Πάντως, ο σημερινός πρωθυπουργός, αποσπώντας την ψήφο εμπιστοσύνης της Βουλής, στις 14 Δεκεμβρίου, έδειξε ότι δεν είναι ακόμη εκτός μάχης. Παρ’ όλο που κέρδισε αγοράζοντας τις ψήφους κάποιων βουλευτών του Φίνι, η μοίρα του εξαρτάται πλέον από τη Λέγκα.

Χάρη στην πύρρειο νίκη του, ο Μπερλουσκόνι μπορεί να προετοιμάσει τις πρόωρες εκλογές από θέση ισχύος. Με τη μετάβαση χωρίς τη συγκατάθεσή του να αποδεικνύεται αδύνατη, θα μπορούσε, ως πρωθυπουργός, να σχεδιάσει έναν εκλογικό νόμο που να τον ευνοεί. Όσο για τον Φίνι, βγαίνει αποδυναμωμένος από την ψήφο εμπιστοσύνης. Όχι μόνο η εξαγορά δικών του βουλευτών επέτρεψε τη νίκη του Καβαλιέρε, αλλά και ο δεξιός πολιτικός χώρος, στον οποίο ήθελε να εδραιωθεί, στενεύει, καθώς το UDC και άλλες μικρές δυνάμεις μόλις ανακοίνωσαν τη δημιουργία ενός νέου κεντρώου πόλου.

 

  1. Ο Μουσολίνι ανατράπηκε και συνελήφθη στις 25 Ιουλίου 1943. Απελευθερώθηκε από κομάντος των SS για να γίνει πρόεδρος της Δημοκρατίας του Σαλό από τον Σεπτέμβριο του 1943 έως τον Απρίλιο του 1945.
  2. Για τον Φίνι, «ο κύβος ερρίφθη» συμβολικά σε μια επίσημη επίσκεψη στο Ισραήλ, το 2003, όταν μπροστά στο Τείχος των Στεναγμών, φορώντας το παραδοσιακό εβραϊκό καπέλο, χαρακτήρισε τις διάφορες μορφές φασισμού ως «το απόλυτο κακό του 20ού αιώνα».
  3. «Die Welt am Sonntag», Βερολίνο, 7 Νοεμβρίου 2010.
  4.  Luca Ricolfi, «Ma la Lega e ancora federalista ?», «La Stampa», Τορίνο, 10 Σεπτεμβρίου 2010.
  5. Βλ. Carlo Galli, «Μ. Berlusconi, théoricien de la débrouille», «Le Monde diplomatique», Σεπτέμβριος 2009.
Facebooktwittergoogle_pluspinterestlinkedintumblrmail
Authors:

Επίκουρος καθηγητής Πολιτικών Επιστημών στο Πανεπιστήμιο Paris Ouest Nanterre (Institut des sciences sociales du politique).

Διδάσκει Ιστορία της Πολιτικής Σκέψης στο Πανεπιστήμιο της Μπολόνια.