Τι αποκαλύπτει η υπόθεση Επστάιν για την αμερικανική δικαιοσύνη

Ο μυστηριώδης θάνατός του στις φυλακές, λίγους μήνες μετά την καταδίκη του, αποτελεί καυτό ζήτημα της αμερικανικής επικαιρότητας. Κι όμως, στις περισσότερες χώρες, ο Τζέφρι Επστάιν θα βρισκόταν πίσω από τα σίδερα της φυλακής ήδη από το 2007, όταν η εμπλοκή του σε ένα κύκλωμα σωματεμπορίας ανήλικων κοριτσιών ήρθε στο φως. Όχι όμως στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής: μέσα από μια σειρά χαριστικών συμφωνιών, ο Νεοϋορκέζος επιχειρηματίας τελικά καταδικάστηκε σε μια εξευτελιστικά αστεία ποινή. Η υπόθεσή του φανερώνει τα ψεγάδια του αμερικανικού συστήματος ποινικής δικαιοσύνης, που έχει την τάση να είναι ιδιαιτέρως επιεικές προς τους ισχυρούς.

Ο συγγραφέας Γκορ Βιντάλ έλεγε για τον Νεοϋορκέζο μυθιστοριογράφο Λούις Ώκινκλος πως ήταν «ο μόνος που μπορούσε να αποτυπώσει πώς συμπεριφέρονται οι πρίγκιπες που μας κυβερνούν στις τράπεζές τους και στις αίθουσες συνεδριάσεών τους, στα δικηγορικά γραφεία τους και στις λέσχες τους». Είναι ίσως μία από τις λειτουργίες του μυθιστορήματος –διόλου αμελητέα– να ξεσκεπάζει το γκροτέσκο μιας υπόθεσης που αλλιώς δεν θα θιγόταν. Ποιος όμως αγνοεί ότι οι ισχυροί έχουν τους δικούς τους κώδικες και άγραφους νόμους και ότι, τόσο η εξουσία όσο και η δικαιοσύνη, δείχνονται πιο αυστηρές σε κάποιους απ’ ό,τι σε κάποιους άλλους; Από τη σκοπιά αυτή, η υπόθεση του Τζέφρι Επστάιν, πολυεκατομμυριούχου που κατηγορήθηκε για σωματεμπορία ανηλίκων και που αυτοκτόνησε στο κελί του στις 10 Αυγούστου 2019, είναι κάτι περισσότερο από ένα σεξουαλικό σκάνδαλο: είναι ένα απτό παράδειγμα των ολοφάνερων ελαττωμάτων του αμερικανικού συστήματος ποινικής δικαιοσύνης.

Μεγάλη μορφή της αφρόκρεμας της Φλόριντα –ο Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε ότι τον γνώριζε «όπως όλος ο κόσμος στο Παλμ Μπιτς»– ο Επστάιν δημιούργησε την περιουσία του μέσω της διαχείρισης κεφαλαίων για λογαριασμό δισεκατομμυριούχων. Είτε στην κατοικία του στη Νέα Υόρκη, που θεωρούνταν μία από τις μεγαλύτερες της αμερικανικής μητρόπολης, είτε στις βίλες του στο Παλμ Μπιτς, στη Σάντα Φε και στις Αμερικανικές Παρθένες Νήσους, συνήθιζε να εμφανίζεται στο πλευρό αστέρων της βιομηχανίας του θεάματος (όπως οι ηθοποιοί Κέβιν Σπέισι και Κρις Τάκερ ή η διαφημίστρια Πέγκι Σιγκάλ), δημοσιογράφων της τηλεόρασης (λ.χ. Τσάρλι Ρόουζ, Μπάρμπαρα Γουόλτερς, Μάικ Ουάλας), αλλά και ισχυρών ανδρών κάθε πολιτικής απόχρωσης, όπως για παράδειγμα ο πρώην πρόεδρος των ΗΠΑ Μπιλ Κλίντον, τον οποίο είχε συνοδεύσει σε αρκετά ταξίδια του, ο πρίγκιπας Άντριου, Δούκας της Υόρκης, έως και ο πρώην πρωθυπουργό του Ισραήλ Εχούντ Μπαράκ –χωρίς να παραλείπουμε βεβαίως και έναν αστέρα των τηλεοπτικών ριάλιτι που σύντομα θα προσγειωνόταν στο Λευκό Οίκο.

Όλοι δήλωναν γοητευμένοι από την εξαιρετική ευφυΐα αυτού του ανθρώπου, που ξεκίνησε από το τίποτα και κατάφερε να φτάσει στην κορυφή, χωρίς να έχει ούτε ένα πτυχίο στην τσέπη του. Αρεσκόμενος να αυτοπροσδιορίζεται ως διανοούμενος, ο Επστάιν κατέθετε απλόχερα δωρεές στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ και σε άλλα πανεπιστημιακά ιδρύματα. Φίλος με τον Λόρενς Σάμερς (τον πρώην υπουργό Οικονομικών επί Κλίντον, που έγινε πρόεδρος του Χάρβαρντ και στη συνέχεια οικονομικός σύμβουλος του Μπαράκ Ομπάμα), καθώς και με νομπελίστες και τον καθηγητή Νομικής Άλαν Ντέρσοβιτς (1), ο Επστάιν χρηματοδότησε επίσης πολλά ερευνητικά προγράμματα, σε τέτοιο βαθμό ώστε θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι έκανε «συλλογή» επιστημόνων.

 

Μυστική συμφωνία με τους εισαγγελείς

Η προτίμησή του προς τα νεαρά κορίτσια ήταν ήδη γνωστή από τις αρχές της δεκαετίας του 2000: τα σκανδαλοθηρικά έντυπα της εποχής αποκαλούσαν το ιδιωτικό του αεροπλάνο «Λολίτα Εξπρές». Το 2002, ο Τραμπ θα εκμυστηρευθεί σε έναν δημοσιογράφο: «Γνωρίζω τον Τζεφ εδώ και δεκαπέντε χρόνια. Είναι σπουδαίος τύπος. Διασκεδάζουμε πολύ μαζί. Λέγεται ότι αγαπάει τις όμορφες γυναίκες όσο και εγώ, και πολλές από αυτές μάλλον ανήκουν στην κατηγορία των “νεαρών”. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία, του αρέσει η κοινωνική ζωή που κάνει».

Πέντε χρόνια αργότερα, ο Επστάιν κατηγορήθηκε για τη σύσταση ενός εκτεταμένου κυκλώματος σωματεμπορίας ανήλικων κοριτσιών, στην πλειοψηφία τους προερχόμενα από μειονεκτούντα κοινωνικά περιβάλλοντα. Ενώ διέτρεχε τον κίνδυνο να καταδικαστεί σε ισόβια κάθειρξη, ο επιχειρηματίας έκλεισε μια μυστική συμφωνία με τους ομοσπονδιακούς εισαγγελείς της Πολιτείας της Φλόριντα. Επρόκειτο για μια συμφωνία περί μη άσκησης ποινικής δίωξης (nonprosecution agreement), που του επέτρεψε να αντιμετωπίσει ηπιότερες κατηγορίες –μια καθ’ όλα νόμιμη διαδικασία. Το 2008, ο Επστάιν δήλωσε ένοχος για προσέλκυση ανηλίκων με σκοπό την αποπλάνησή τους (σαφώς ηπιότερη κατηγορία από τη σωματεμπορία ανηλίκων) και διαπραγματεύθηκε ποινή φυλάκισης δεκαοκτώ μηνών, καθώς και δικαστική ασυλία για τους συνεργούς του. Εξέτισε την ποινή του σε συνθήκες ιδιαιτέρως ευνοϊκές, διατηρώντας μέχρι και το δικαίωμα να πηγαίνει στο γραφείο του έξι φορές την εβδομάδα. Κανένα από τα πολυάριθμα θύματά του δεν έλαβε γνώση της συμφωνίας με τους εισαγγελείς, παρ’ ότι υπάρχει νόμος που το επιβάλλει.

Σε μια Πολιτεία όπως η Φλόριντα, γνωστή για την αυστηρότητά της σε υποθέσεις σεξουαλικών εγκλημάτων, η επιείκεια από την οποία επωφελήθηκε ο Επστάιν προκαλεί έκπληξη. Για να κατανοήσουμε καλύτερα την κατάσταση, πρέπει να δώσουμε προσοχή σε μια ιδιαιτερότητα του αμερικανικού συστήματος ποινικής δικαιοσύνης: τον κυρίαρχο ρόλο του εισαγγελέα. Θεωρητικά, σε ένα σύστημα όπου τα ποσοστά φυλάκισης είναι από τα υψηλότερα του κόσμου (700 φυλακισμένοι ανά 100.000 κατοίκους), η ποινική διαδικασία θεμελιώνεται στην αντιπαράσταση μεταξύ της δημόσιας αρχής, την οποία αντιπροσωπεύει ένας εισαγγελέας, και του κατηγορουμένου, τον οποίο εκπροσωπεί ένας συνήγορος. Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, ο δικαστής αποφαίνεται επί των νομικών ζητημάτων και το σώμα των ενόρκων επί των γεγονότων. Ωστόσο, και οι δύο περιορίζονται στα πραγματικά περιστατικά και στα νομικά επιχειρήματα που προβάλλονται από τα δύο αντίδικα μέρη. Με άλλα λόγια, ο δικαστής δεν έχει σε γενικές γραμμές ανεξάρτητη εξουσία για τη διενέργεια έρευνας: εναπόκειται στα αντίδικα μέρη να του παραθέσουν τα στοιχεία, τα οποία έχει τη διακριτική ευχέρεια να λάβει υπόψη του.

Η συμμετρία μεταξύ εισαγγελέα και δικηγόρου είναι κυρίως θεωρητική. Στην πράξη, ο εισαγγελέας είναι που συντάσσει το κατηγορητήριο και που έχει το πάνω χέρι στην όλη διαδικασία. Διαθέτει τεράστια κρατικά μέσα και ελέγχει τη ροή της διαδικασίας χάρη στη διακριτική ευχέρεια που του παρέχει ο νόμος (prosecutorial discretion). Αντιμέτωπος με παρόμοια πραγματικά περιστατικά, μπορεί να επιλέξει την απόδοση διαφορετικών κατηγοριών, που θα επιφέρουν βαρύτερες ή ελαφρύτερες ποινές. Μπορεί επίσης να αποφασίσει να μην ασκηθεί ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου, όταν το δημόσιο συμφέρον το επιτάσσει .

Από την πλευρά του, ο δικηγόρος του κατηγορουμένου είναι συνήθως αυτεπαγγέλτως διορισμένος, πνιγμένος στις υποθέσεις, και δεν έχει μπορέσει να διαθέσει παρά λίγα λεπτά πρόσωπο με πρόσωπο με τον πελάτη του, προτού βρεθεί αντιμέτωπος με τον εισαγγελέα για την έναρξη των διαπραγματεύσεων. Δεν υπάρχουν στοιχεία σε ομοσπονδιακό επίπεδο, όμως από έρευνα που πραγματοποίησε ένας δικαστής σε δύο κομητείες της Πολιτείας της Ουάσιγκτον προκύπτει ότι οι αυτεπαγγέλτως διοριζόμενοι δικηγόροι εργάζονταν κατά μέσο όρο λιγότερο από μία ώρα για κάθε υπόθεση (2). Είναι γνωστό εξάλλου ότι το 80% περίπου των κατηγορουμένων για αξιόποινες πράξεις που επισύρουν ποινές φυλάκισης μεγαλύτερες του ενός έτους ζουν σε συνθήκες φτώχειας.

Η λογική της αντιπαράστασης είναι που δικαιολογεί τον διάσημο θεσμό της διαπραγμάτευσης της ποινής (plea bargaining) (3): εάν ο κατηγορούμενος συμφωνήσει να παραδεχθεί την ενοχή του για μια αποδιδόμενη σε αυτόν κατηγορία (και συνεπώς να παραιτηθεί από το δικαίωμά του σε δίκη) και να συνεργαστεί με τον εισαγγελέα (καταθέτοντας ως μάρτυρας σε άλλη δίκη, για παράδειγμα), ο τελευταίος μπορεί να δεσμευθεί να ελαφρύνει την ποινή. Οι δικαστές, αν και έχουν τη δικαιοδοσία, πολύ σπάνια αντιτίθεται σε αυτό το είδος διακανονισμού, που προσφέρει το πλεονέκτημα της αποφυγής της δίκης –και των σχετικών εξόδων της. Από την πλευρά του, ο κατηγορούμενος έχει το δικαίωμα να αρνηθεί τους όρους της προτεινόμενης από τον εισαγγελέα συμφωνίας, τότε όμως διακινδυνεύει να πάει σε δίκη και, πολύ συχνά, να καταλήξει με βαρύτερη ποινή. Πρόκειται για το τίμημα της άσκησης του δικαιώματος σε δίκη, το λεγόμενο trial penalty: η επιβολή δηλαδή βαρύτερης ποινής στο δικαστήριο, επειδή ο κατηγορούμενος απέρριψε την πρόταση του εισαγγελέα (4).

Έτσι, στην πραγματικότητα οι κατηγορούμενοι δεν έχουν παρά μία επιλογή και η συντριπτική πλειοψηφία των καταδικαστικών αποφάσεων (περισσότερο από το 95%) προκύπτουν από συμφωνίες παραδοχής της ενοχής των κατηγορουμένων (5). Σύμφωνα με τον δικαστή του Ανώτατου Δικαστηρίου Άντονι Κέννεντι, «η μεταφορά της διακριτικής ευχέρειας στο ζήτημα των ποινών από τον δικαστή στον εισαγγελέα, με τον τελευταίο να είναι πολλές φόρες ελάχιστα μεγαλύτερος σε ηλικία από τον κατηγορούμενο, είναι λανθασμένη. (…) Παρέχει στον εισαγγελέα την εξουσία λήψης αποφάσεων, χωρίς να έχει την απαραίτητη σχετική κατάρτιση, και αφαιρεί την εξουσία αυτή από τον δικαστή, τον παράγοντα του συστήματος που είναι ο πλέον αρμόδιος να ασκεί την ίδια εξουσία με ανοικτό, διαφανή και εύλογο τρόπο» (6).

Στην πραγματικότητα, τα εξωφρενικά προνόμια των εισαγγελέων οδηγούν σε πρακτικές που συχνά σοκάρουν τους εξωτερικούς παρατηρητές: προκλητικές συνεντεύξεις Τύπου, κλιμάκωση της αυστηρότητας πριν από τις εκλογές τους, απαράδεκτοι διαγωνισμοί –όπως για παράδειγμα στο Τενεσί, όπου ο πιο αυστηρός εισαγγελέας κερδίζει το «Βραβείο Σφυριού»… Χωρίς να αναφέρουμε τις ταπεινώσεις στις οποίες υπόκεινται οι κατηγορούμενοι, που φωτογραφίζονται συστηματικά κατά τη σύλληψή τους. Οι φωτογραφίες αυτές, θεωρούμενες από την αστυνομία και τους εισαγγελείς στοιχεία δημοσίου ενδιαφέροντος, μπορούν να χρησιμοποιηθούν από τρίτους και να δημοσιευθούν στο Διαδίκτυο, παραβιάζοντας το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου. Σε πολλές Πολιτείες, στους ιστότοπους που δημοσιεύουν τέτοιες φωτογραφίες επιτρέπεται να διεκδικούν χρήματα από τον εκάστοτε κατηγορούμενο, προκειμένου να τις αποσύρουν από το Διαδίκτυο.

Τέλος, για τους πιο εξέχοντες εισαγγελείς, μπορούν να προκύψουν ιδιαιτέρως προσοδοφόρες σταδιοδρομίες σε δικηγορικά γραφεία υψηλού κύρους. Η μεταπήδηση αυτή από τον δημόσιο στον ιδιωτικό τομέα, ευρέως διαδεδομένη, είναι αποδεκτή σε μεγάλο βαθμό, ενώ οι πελάτες είναι έτοιμοι να πληρώσουν υψηλότατα ποσά προκειμένου να χρησιμοποιήσουν τις υπηρεσίες ενός νομικού συμβούλου που γνωρίζει εκ των έσω τα απόκρυφα του συστήματος. Παρ’ όλο που οι κανόνες δεοντολογίας απαγορεύουν σε αυτούς τους επανακάμψαντες δικηγόρους να εργάζονται σε υποθέσεις που είχαν αναλάβει ως εισαγγελείς, τίποτα δεν τους εμποδίζει να αναμειχθούν σε άλλες υποθέσεις, ακόμη και αν βρεθούν αντιμέτωποι με παλαιούς συναδέλφους τους –οι οποίοι, ενίοτε, τους οφείλουν την καριέρα τους (7). Η μεταπήδηση αυτή εξάλλου λειτουργεί και προς τις δύο κατευθύνσεις: μεγάλος αριθμός ομοσπονδιακών εισαγγελέων ξεκίνησαν την καριέρα τους σε κάποιο από αυτά τα μεγάλα δικηγορικά γραφεία.

 

Ευνοιοκρατία, συμπαιγνίες και ευνοϊκοί διακανονισμοί

Το πλαίσιο αυτό φωτίζει τα παρασκήνια της υπόθεσης Επστάιν. Το 2007, ο επιχειρηματίας έρχεται αντιμέτωπος με σοβαρές κατηγορίες. Ο εισαγγελέας που χειρίζεται τον φάκελό του ονομάζεται Αλεξάντερ Ακόστα. Πρόκειται για ένα πρώην ανώτατο υπάλληλο, διορισμένο στη θέση αυτή από τον Ρεπουμπλικανό πρόεδρο Τζορτζ Μπους. Ο Επστάιν προσλαμβάνει στην ομάδα των συνηγόρων του τον Κένεθ Σταρ, ο οποίος, κατά τη διάρκεια της θητείας του ως εισαγγελέας, είχε αναλάβει την έρευνα κατά του Μπιλ Κλίντον στην υπόθεση της Μόνικα Λεβίνσκι. Στην ομάδα που περιβάλλει τον Επστάιν βρίσκεται επίσης ο Άλαν Ντέρσοβιτς και άλλοι μεγαλοδικηγόροι. Αρκετοί εξ’ αυτών, όπως και ο Σταρ, έχουν περάσει από τη δικηγορική εταιρεία Kirkland & Ellis, που αριθμεί μεταξύ των πρώην συνεργατών της… τον Ακόστα. Μια μάλλον άχαστη υπόθεση.

Προκειμένου να δικαιολογήσει την προνομιακή μεταχείριση του Επστάιν, ο Ακόστα επικαλέστηκε την αφόρητη πίεση που άσκησαν οι συνήγοροι του κατηγορουμένου στην ομάδα του. Οι τελευταίοι είχαν μάλιστα προσλάβει ιδιωτικούς ντετέκτιβ για να ερευνήσουν το ήθος των εισαγγελέων και να αμαυρώσουν τη φήμη τους –μια κίνηση που δεν στερείται ειρωνείας.

Όπως αποκάλυψε, δέκα χρόνια μετά τα γεγονότα, ένα άρθρο της εφημερίδας «Miami Herald» (8) οι εισαγγελείς είχαν ισοπεδωθεί (και εντυπωσιαστεί) από την ισχύ του Επστάιν. Τα ηλεκτρονικά μηνύματα που ανέσυρε η δημοσιογράφος της εφημερίδας μαρτυρούν τον μέγα σεβασμό που επέδειξαν οι εισαγγελείς στους συνηγόρους υπεράσπισης του Επστάιν –ακριβώς το αντίθετο από όσα βιώνει η πλειονότητα των κατηγορουμένων, που έχουν να αντιμετωπίσουν εισαγγελείς αδιάλλακτους και αμείλικτους. Μπορεί οι δικηγόροι του Επστάιν να υπήρξαν επιθετικοί, ωστόσο τίποτα δεν υποδηλώνει ότι έδρασαν παράνομα. Όταν δημοσιεύθηκε το άρθρο, ο Ακόστα διατελούσε ήδη υπουργός Εργασίας στην κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ, επιφορτισμένος, μεταξύ άλλων αρμοδιοτήτων, με την πάταξη της εμπορίας ανθρώπων… Αφού αντιστάθηκε για κάποιους μήνες, τελικώς ενέδωσε στη δημόσια πίεση και υπέβαλε την παραίτησή του τον Ιούλιο του 2019, λίγο μετά την έναρξη έρευνας από το υπουργείο Δικαιοσύνης για τους όρους σύναψης της επίμαχης συμφωνίας.

Ο τουλάχιστον προβληματικός τρόπος λειτουργίας της αμερικανικής δικαιοσύνης, με την ευνοιοκρατία, τις συμπαιγνίες και τους ευνοϊκούς διακανονισμούς, προκάλεσε την επιθυμία για μεταρρύθμιση. Ο Ομπάμα και ο υπουργός του Έρικ Χόλντερ προσπάθησαν να εργαστούν προς αυτή την κατεύθυνση, χωρίς όμως μεγάλη επιτυχία. Ακολούθησε η σειρά του Ντόναλντ Τραμπ, ωστόσο η πρωτοβουλία του οδήγησε μόνο σε δειλά μέτρα, περιοριζόμενα στην ελάφρυνση ορισμένων ποινών, με κύρια έγνοια την εξοικονόμηση πόρων, χωρίς να αντιμετωπίζουν το πρόβλημα στη βάση του. Παρ’ όλα αυτά, πίσω από τούτες τις ανεπιτυχείς προσπάθειες διαφαίνεται μια συνειδητοποίηση της κατάστασης. Υπήρξε μια εποχή όπου το να καυχιέται κάποιος για την καριέρα του ως εισαγγελέας αποτελούσε αναμφίβολα ένα τεράστιο πλεονέκτημα για την εκλογή σε κάποιο πολιτικό αξίωμα. Απ’ ό,τι φαίνεται, δεν ισχύει πλέον σε τέτοιο βαθμό. Στις 31 Ιουλίου 2019, κατά τη διάρκεια μιας δημόσιας συζήτησης ενόψει των προκριματικών εκλογών του Δημοκρατικού Κόμματος για τις προεδρικές εκλογές του 2020, η υποψήφια Καμάλα Χάρις κλήθηκε να υπερασπιστεί τον εαυτό της για την υπερβολική αυστηρότητα που επιδείκνυε όταν κατείχε τη θέση της εισαγγελέως στην Καλιφόρνια.

 

(1) Zoe Greenberg, «How Jeffrey Epstein made himself into a “Harvard man”», «The Boston Globe», 11 Ιουλίου 2019.

(2) Nicole Flatow, «Federal judge agrees overworked public defender amounts to a “warm body and a law degree”», ThinkProgress, 5 Δεκεμβρίου 2013,

(3) Βλ. Raphaël Kempf, «Μια αφροαμερικανική κομητεία του Μισσισσιππή επιλέγει την αστυνομία της», «Le Monde diplomatique – ελληνική έκδοση», 31 Ιανουαρίου 2016,

(4) Βλ. την ειδική έκθεση του Παρατηρητηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, «An offer you can’t refuse: How US federal prosecutors force drug defendants to plead guilty», 5 Δεκεμβρίου 2013,

(5) Lucian Dervan, «The injustice of the pleabargain system», «The Wall Street Journal», Νέα Υόρκη, 3 Δεκεμβρίου 2015.

(6) Anthony Kennedy, ομιλία κατά την συνάντηση του Αμερικανικού Δικηγορικού Συλλόγου, 9 Αυγούστου 2003.

(7) Harvey Silverglate, «The revolving door at the Department of Justice», «Forbes», Νέα Υόρκη, 22 Ιουνίου 2011,

(8) Julie K. Brown, «How a future Trump cabinet member gave a serial sex abuser the deal of a lifetime», «The Miami Herald», 28 Νοεμβρίου 2018,

Facebooktwittergoogle_pluspinterestlinkedintumblrmail