Μεταρρυθμίσεις: «ένα μακελειό»

Κανείς δεν θα μπορούσε να ζηλέψει τη μοίρα της Νάταλι Ντωμιέ, προέδρου του Πανεπιστημίου Lumière Lyon-II, όταν, στις 8 του περασμένου Νοεμβρίου, χρειάστηκε να σχολιάσει την αυτοπυρπόληση ενός από τους φοιτητές της.

Με την πράξη του αυτή ο Ανάς Κ., 22 ετών, ήθελε να διαμαρτυρηθεί ενάντια στη φτώχεια και το αδιέξοδο της κατάστασής του. Έπρεπε να εργάζεται και ταυτόχρονα να σπουδάζει· είχε αποτύχει στις εξετάσεις· έτσι, ακυρώθηκε η υποτροφία του. Αποφάσισε λοιπόν, σύμφωνα με τα λόγια του Τυνήσιου Αμπντέλ Ραζάκ Ζοργκί, που επίσης αυτοπυρπολήθηκε τον Δεκέμβριο του 2018, να κάνει «μία επανάσταση μόνος».

Οι νέοι από 18 έως 24 ετών αποτελούν την ομάδα της οποίας το ποσοστό φτώχειας μεγάλωσε περισσότερο. Και, όπως θυμίζει η κυρία Ντωμιέ, «η φτώχεια δεν επιτρέπει να σπουδάσεις σε ήρεμες συνθήκες». Πέντε μήνες πριν από την απόπειρα αυτοκτονίας στη Λυόν, μια επίσημη γνωμοδότηση προειδοποιούσε ότι η μισθωτή εργασία των φοιτητών, όταν ξεπερνά μια συγκεκριμένη διάρκεια, «κάτι που συμβαίνει συχνά σε όσους δεν διαθέτουν αρκετά μεγάλη υποτροφία ή βοήθεια από το σπίτι, τους εκθέτει σε επαυξημένο κίνδυνο αποτυχίας στις σπουδές τους» (1).

Επίσης, αρκετοί ανάμεσά τους πεινούν, κοιμούνται έξω, δεν έχουν ιατροφαρμακευτική περίθαλψη. Με τα πενιχρά μέσα που διαθέτει το πανεπιστήμιό της, η κυρία Ντωμιέ υποστηρίζει ότι δεν μπορεί να κάνει τα πάντα για αυτούς. Και βάζει μπροστά «μια υπηρεσία ψυχολογικής στήριξης», «έναν δωρεάν αριθμό κλήσης», «ένα κοινωνικό παντοπωλείο» («Le Monde», 16 Νοεμβρίου 2019). Η υπουργός Ανώτατης Εκπαίδευσης και Έρευνας Φρεντερίκ Βιντάλ με τη σειρά της υπερηφανεύεται ότι έχει αυξήσει το ποσό των υποτροφιών (κατά 1,3% στην πραγματικότητα, δηλαδή στο επίσημο επίπεδο του πληθωρισμού). Ωστόσο θα «τα ξανασκεφτεί όλα αυτά» –αλλά «προφανώς, κάτι τέτοιο θα πάρει χρόνο». Ήδη υπόσχεται ότι φέτος τον χειμώνα θα σταματήσουν να διώχνουν τους άπορους φοιτητές από τις εστίες…

Στο πανεπιστήμιο συμβαίνει ό,τι συμβαίνει στο νοσοκομείο, τη γεωργία, την πυροσβεστική, το σχολείο, στην κατάσταση που βρίσκονται οι γέφυρες. Στη Γαλλία όπως και αλλού. Τριανταπέντε χρόνια ιδιωτικοποιήσεων, υποχώρησης των δωρεάν παροχών, μείωσης των επιδομάτων, λεπτομερούς ελέγχου σε όλους τους τομείς –ευχαριστούμε, Διαδίκτυο– ώσπου στο τέλος να έχουμε μια κοινωνία υπό πίεση, τραυματισμένη, αποστεωμένη, να καίει τα τελευταία αποθέματά της. Μια κοινωνία της οποίας ολόκληροι τομείς υποχωρούν. Σε τακτικά διαστήματα δείχνει την εξάντλησή της, εκφράζει τον θυμό της (2). Βήμα-βήμα ανθίσταται στη βία που τα κυβερνητικά κόμματα επιμένουν να της ασκούν, παρά τις πολιτικές εναλλαγές. Στο πρόγραμμα των τελευταίων ή των επόμενων «μεταρρυθμίσεων» βρίσκονται: η μείωση των επιδομάτων ενοικίου, η νέα επιμήκυνση της ηλικίας συνταξιοδότησης, η απελευθέρωση της νυχτερινής εργασίας, ο περιορισμός της κρατικής ιατρικής βοήθειας, η σκλήρυνση των όρων χορήγησης του ταμείου ανεργίας –«ένα μακελειό», όπως παραδέχεται ακόμα και ο Λωράν Μπερζέ, ένας συνδικαλιστής ηγέτης καλοδεχούμενος κατά τα άλλα στο προεδρικό μέγαρο.

Ένας νέος που θυσιάζει τη ζωή του με τον τρόπο που γίνεται στα αυταρχικά καθεστώτα, διαδηλωτές που χάνουν ένα μάτι ή ένα χέρι σε μία επίθεση της αστυνομίας, δεξιοί που μοιράζουν φυλλάδια τα οποία ανακοινώνουν εμφύλιο πόλεμο… Πολλά απεργιακά κινήματα θα λάβουν χώρα τις ερχόμενες εβδομάδες. Εάν αποτύχουν, πού θα βρισκόμαστε του χρόνου;

 

(1) Marie-Hélène Boidin Dubrule και Stéphane Junique, «Éradiquer la grande pauvreté à l’horizon 2030», Conseil économique, social et environnemental, Παρίσι, 26 Ιουνίου 2019.

(2) Βλ. Bernard Cassen, «Quand la société dit “non”» (και τον συνοδευτικό φάκελο), «Le Monde diplomatique», Ιανουάριος 1996.

Facebooktwittergoogle_pluspinterestlinkedintumblrmail
Authors:

Διευθυντής της "Le Monde diplomatique"