Το χαμένο όνειρο των Αβοριγίνων

Δεν είναι μόνο οι μετανάστες που έρχονται αντιμέτωποι με την σκληρότητα στην Αυστραλία. Η κληρονομιά του αποικισμού είναι βαριά στη χώρα: σφαγές  των αυτοχθόνων  βίαιες πολιτικές αφομοίωσης που ακολούθησαν, σχεδόν μέχρι τις μέρες μας, και την άθλια τύχη που επιφυλάσσεται στους «Άμπος» μέσα στην κοινωνία. Το απόσπασμα που ακολουθεί  προέρχεται από κείμενο που αρχικά δημοσιεύτηκε τον Οκτώβριο του 2000, λίγο μετά αφού έσβησαν τα φώτα των Ολυμπιακών Αγώνων του Σύδνεϋ.

26 Μαΐου 1998. Περίπου εκατό Αβορίγινες έχουν συγκεντρωθεί μπροστά στο Κοινοβούλιο του Ντάργουιν, τη διοικητική πρωτεύουσα της Βόρειας Επαρχίας. Είναι η Ημέρα της Συγνώμης, η National Sorry Day, που γιορτάζεται σε ολόκληρη την Αυστραλία στη μνήμη της «κλεμμένης γενιάς». Για περισσότερο από έναν αιώνα και μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’60 με διαταγή της κυβέρνησης, μιγάδες που ήταν παιδιά Αβορίγινων και λευκών, αποσπούνταν από τις μητέρες τους και πήγαιναν σε ορφανοτροφεία, σε ιεραποστολές ή σε ανάδοχες οικογένειες, που υποτίθεται ότι θα τα έκαναν «καλούς μικρούς Αυστραλούς» (1). «Keep Australia white» «Η Αυστραλία στους Αυστραλούς» ήταν τότε το σύνθημα και μετά τη γενοκτονία που διέπραξαν οι πρώτοι άποικοι ή τη μισή σκλαβιά που εφαρμοζόταν στις «προστατευόμενες περιοχές», δεν απομένει, για να αποτελειώσουν αυτούς τους «υπάνθρωπους» και να τους κάνουν να ξεχάσουν από πού προέρχονται και ποιοι είναι, παρά η βίαιη αφομοίωση από τη στιγμή της γέννησής τους.

Η Διάσκεψη της Κοινοπολιτείας για την κατάσταση των ιθαγενών το 1937 ήταν σαφής: «Το μέλλον των μιγάδων Αβοριγίνων δεν βρίσκεται παρά στην οριστική αφομοίωσή τους…» Η Διάσκεψη επανέλαβε τις θέσεις της το 1951: «Ο στόχος είναι η αφομοίωση. Μέχρις ότου όλοι οι Αβορίγινες να ζουν όπως κάθε λευκός Αυστραλός». Αστυνομικοί και «προστάτες» έχουν το δικαίωμα να κάνουν επιδρομές στις κοινότητες και να αρπάζουν όλα τα παιδιά με ανοιχτόχρωμο δέρμα. Η τελευταία ελπίδα των αβορίγινων μητέρων είναι να βάψουν το πρόσωπο των μικρών παιδιών τους με κάρβουνο ή να τα στείλουν να κρυφτούν στην πυκνή βλάστηση (2)…

Οι chief protectors (επικεφαλής-προστάτες) που διορίζονται σε κάθε πολιτεία γίνονται οι επίσημοι κηδεμόνες των μιγάδων παιδιών μέχρι τα δεκαοχτώ χρόνια τους. Ορισμένες εκθέσεις τους είναι εύγλωττες: «Δεν διστάζω ούτε ένα δευτερόλεπτο να χωρίσω ένα παιδί που είναι μιγάς από τη μητέρα του. Μετά την αρχική θλίψη, ξεχνούν πολύ γρήγορα το παιδί τους» (3) (επιθεωρητής Τζέιμς Αϊντελ, 1905). «Προστατεύουμε τα παιδιά από την επιβλαβή επίδραση των καταυλισμών των Αβοριγίνων, όπου επικρατεί η ανηθικότητα και εξαπλώνονται οι μολυσματικές ασθένειες» (4) (chief protector Κουκ, 1911)…

Στο Ντάργουιν σχηματίζεται μια ουρά. Ο καθένας έρχεται να υπογράψει με σοβαρότητα το μητρώο όπου είναι καταγραμμένα όλα τα ονόματα των παιδιών που απήχθησαν. Μια ηλικιωμένη Αβορίγινη κλαίει με λυγμούς. Στο μικρόφωνο ανακοινώνεται ενός λεπτού σιγή για τους νεκρούς της κλεμμένης γενιάς. Μετά περιμένουν. Όλα τα βλέμματα είναι στραμμένα προς τη λαμπρή είσοδο του Κοινοβουλίου. Όμως, κανένας λευκός δεν θα βγει από εκεί, είτε πρόκειται για βουλευτές είτε για υπουργούς, έχουν εγκαταλείψει το χώρο… * Τη θλίψη διαδέχεται η οργή: «Πονάει το στομάχι μου», ξεσπά η Μάρτζορι, μια όμορφη γυναίκα με φλογερό βλέμμα, μιγάδα Αφγανή και Αβορίγινη, που αποσπάστηκε από την οικογένειά της και την κοινότητά της στο Φίλιπ Κρικ -μέσα στην πυκνή βλάστηση- με άλλα δεκαπέντε παιδιά ηλικίας ενός ώς πέντε χρόνων… Ήταν τριών χρόνων, το 1952, και η Αυστραλία ήταν περήφανη για τη νεαρή δημοκρατία της…

«Πότε θα αντιληφθούν ότι είμαστε ανθρώπινα όντα, όπως και εκείνοι, και ότι ο μεγαλύτερος πόνος που μπορεί να προκαλέσει κανείς σε μια μητέρα είναι να της πάρει το παιδί της;». Η Μάρτζορι ξαναβρήκε τις φίλες της από το ορφανοτροφείο. Οργάνωσαν ένα μεγάλο «πικνίκ» δύο βήματα από το Ντίξον Χόουμ, όπου έζησαν μέχρι την εφηβεία τους. «Αυτές ήταν η μοναδική οικογένειά μου. Μας είχαν πει ότι οι μητέρες μας μάς εγκατέλειψαν, ότι οι γονείς μας ήταν άθλιοι και αναλφάβητοι, ανίκανοι να μας φροντίσουν… Δεν είχαμε συνείδηση ότι είμαστε Αβορίγινες, ούτε καταλαβαίναμε ότι δεν ήμαστε λευκές, ότι το δέρμα μας ήταν μελαψό, είναι κάποιοι γείτονες που μου το έμαθαν! Στο παρθεναγωγείο, έσβησαν τα πάντα από τη μνήμη μας, όταν σκεφτόμουν την παιδική ηλικία μου, είχα ξαφνικά μια μεγάλη τρύπα, αισθανόμουν κενή…»

Το δράμα της κλεμμένης γενιάς δεν αποκαλύφθηκε παρά μόνο στις αρχές της δεκαετίας του ’90. Τότε, η κυβέρνηση των Εργατικών του Πολ Κίτινγκ ξεκινά μια μεγάλη έρευνα με τίτλο που δεν αφήνει αμφιβολία, «Bringing them home» (Να τους φέρουμε στο σπίτι), η οποία αρχίζει το 1994 με τη Διάσκεψη «Going home» (Επιστρέφοντας στο σπίτι) που συγκεντρώνει στο Ντάργουιν εξακόσιους Αβορίγινες, οι οποίοι είχαν αποσπαστεί από τις οικογένειές τους. Τον Απρίλιο του 1997, η έκθεση δημοσιεύεται, αναγνωρίζει ότι, από το 1885 μέχρι το 1967, το 30% ώς 50% των αβορίγινων παιδιών -δηλαδή 70.000 έως 100.000 παιδιά- αποσπάστηκαν από τις μητέρες τους και τοποθετήθηκαν σε ιδρύματα.

Οι μαρτυρίες είναι συντριπτικές και συγκλονίζουν τη χώρα. Η Link up, μια οργάνωση Αβοριγίνων της κλεμμένης γενιάς που βοηθά τα μέλη της να ανασυγκροτήσουν το γενεαλογικό δέντρο τους, να ξαναβρούν την οικογένειά τους και την κοινότητα από την οποία κατάγονται, καταλήγει ως εξής: «Τώρα μπορούμε να γυρίσουμε στο σπίτι μας, αλλά δεν θα ξαναζήσουμε ποτέ την παιδική ηλικία μας. Μπορούμε να ξαναβρούμε τον πατέρα και τη μητέρα μας, τους αδελφούς και τις αδελφές μας, τις θείες και τους θείους μας, τη φυλή μας, αλλά δεν θα ξαναζήσουμε ποτέ τα είκοσι, τριάντα, σαράντα χρόνια, που περάσαμε στερημένοι από την αγάπη τους και τη φροντίδα τους και εκείνοι δεν μπορούν να σβήσουν τη φρίκη και την απόγνωση από τον αποχωρισμό μας. Μπορούμε να ξαναβρούμε την ταυτότητά μας ως Αβοριγίνων, αλλά αυτό δεν θα σβήσει τις πληγές στο σώμα μας, στην καρδιά μας και στην ψυχή μας, οι οποίες προκλήθηκαν από εκείνους που έθεσαν ως στόχο τους να μας εξοντώσουν ως λαό».

Ωστόσο, παρά το βαρύ κατηγορητήριο, το κύριο αίτημα των Αβορίγινων είναι η επίσημη απαίτηση για μια συγνώμη που να αποκαθιστά την ιστορία του λαού τους, να αναγνωρίζει την ταυτότητά τους, να τους ξαναδίνει την αξιοπρέπειά τους. Όμως, το 1996, ο Πολ Κίτινγκ, που ήταν πολύ προοδευτικός για τη χώρα του (εγκωμίαζε τη δημοκρατία και προωθούσε τις σχέσεις περισσότερο με την Ασία παρά με την Ευρώπη), αντικαθίσταται από τον Τζον Χάουαρντ και από μια πολύ συντηρητική κυβέρνηση, που στηρίζεται στα αγροτικά στρώματα, σε συντηρητικούς κάθε είδους, σε μια εφησυχασμένη middle class (μεσαία τάξη).

Δεν τίθεται πια ζήτημα συγνώμης, ούτε διορισμού ενός ειδικού δικαστηρίου, που θα είναι υπεύθυνο για τις επανορθώσεις. Όσον αφορά τα ποσά που έχουν ήδη χορηγηθεί, τα δύο τρίτα από αυτά επιστρέφουν στις τσέπες γραφειοκρατών και λευκών δικηγόρων που διεξάγουν δίκες ατελείωτες και… άκαρπες. Η αίτηση δύο θυμάτων της κλεμμένης γενιάς απορρίφθηκε πρόσφατα (11 Αυγούστου 2000) από το Ομοσπονδιακό Δικαστήριο. Ο δικαστής δεν θεώρησε χρήσιμο να λάβει υπόψη του εξήντα μαρτυρίες, τρεις χιλιάδες έγγραφα και το βαθύτατο τραυματισμό των δύο μηνυτών: «Η απαγωγή τους δεν ερχόταν σε αντίθεση με τους νόμους που ίσχυαν εκείνη την εποχή».

Παρά τις συνεχείς κριτικές της Επιτροπής του ΟΗΕ για τα ανθρώπινα δικαιώματα, ο Τζον Χάουαρντ -μέσω του υπουργού του για τις υποθέσεις των Αβορίγινων- τολμάει να δηλώσει, τον Απρίλιο του 2000: «Τα παιδιά Αβοριγίνων που αποσπάστηκαν με βίαιο τρόπο από τους γονείς τους δεν υπερβαίνουν το 10% -και ορισμένα για σοβαρούς λόγους. Κατά συνέπεια, αυτό δεν αφορά μια γενιά, αλλά μερικές δεκάδες οικογένειες που πρέπει να εξεταστούν κατά περίπτωση». Αυτή τη φορά, η άρνηση είναι πολύ χονδροειδής και μια μεγάλη πορεία οργανώνεται στις 27 Μαΐου, την επομένη της Ημέρας της Συγνώμης, στη γέφυρα του Σύδνεϋ. Σε δύο ώρες, ένα πλήθος 200.000 ατόμων, μαύροι και λευκοί που περπατούν χέρι χέρι, κατακλύζει την ιστορική γέφυρα του Χάρμπορ. Η κατάπληξη είναι γενική, κανείς δεν ήλπιζε σε μια τέτοια κινητοποίηση.

Ωστόσο, παρά τις δηλώσεις αβορίγινων ηγετών και αθλητών, που απειλούν την κυβέρνηση ότι θα χρησιμοποιήσουν τους Ολυμπιακούς Αγώνες, για να διεκδικήσουν τα δικαιώματά τους μπροστά σ’ ολόκληρο τον κόσμο, εκείνη παραμένει αμετακίνητη. Στην πραγματικότητα, η αληθινή διαμάχη και τα αληθινά διακυβεύματα βρίσκονται αλλού. Βυθίζονται στις ρίζες της ιστορίας αυτής της ηπείρου, καθώς και στις σκοτεινές ζώνες της ψυχής της Αυστραλίας.

«Για την πλειονότητα των Αυστραλών, οι Αβορίγινες εξακολουθούν να μην είναι ανθρώπινα όντα, αλλά ένα είδος κατώτερης ράτσας που συγγενεύει με το ζωικό βασίλειο… Βρισκόμαστε αντιμέτωποι με τον πιο αβυσσαλέο, τον πιο πρωτόγονο ρατσισμό του πλανήτη! Από την πρώτη στιγμή που έφτασαν οι Λευκοί, μας κυνήγησαν με τουφέκια σαν κοινά κουνέλια. Στη συνέχεια δεν έπαψαν να ξεριζώνουν τον πολιτισμό μας, τις γλώσσες μας, το λαό μας. Το μίσος τους είναι τόσο έντονο που σήμερα, αν και δεν είμαστε πάνω από 300.000, αποτελούμε το “αγαπημένο θέμα τους” και το αγκάθι στα πόδια τους, λες και είμαστε εκατομμύρια!» Η γυναίκα που μιλάει με τόση οργή είναι η Μάρσια Λάνγκτον, καθηγήτρια ανθρωπολογίας στο πανεπιστήμιο του Ντάργουιν, και για μεγάλο διάστημα εκπρόσωπος των Αβοριγίνων στα Ηνωμένα Έθνη. «Δεν μπορούμε να μιλάμε για συμφιλίωση όπως στην Ιρλανδία, ή ακόμη για διαπραγματεύσεις όπως στη Νότια Αφρική. Από τα δεκαεννέα εκατομμύρια των Αυστραλών, το πολύ ένα εκατομμύριο αισθάνεται να το αφορά η ιστορία μας και θέτει ηθικά προβλήματα».

Η πρόσφατη ιστορία του αποικισμού βαραίνει ακόμη εξ ολοκλήρου στις σχέσεις ανάμεσα στις δύο κοινότητες. Είναι μια ιστορία που σημαδεύτηκε από σφαγές, στη συνέχεια από τη γεμάτη κινδύνους συγκέντρωσή τους σε «προστατευόμενες περιοχές» με επίσημο στόχο την αφομοίωση -στην πραγματικότητα τη γενοκτονία διαρκείας. Ωστόσο, με την άνοδο του Εργατικού Γκαφ Ουίτλαμ το 1972, μια ελπίδα γεννήθηκε. Για να ανταποκριθεί στο αίτημα των Αβοριγίνων που διεκδικούν την επιστροφή των εδαφών της φυλής τους, εγκαινιάζει τη θητεία του με τη συμβολική παράδοση μιας χούφτας κόκκινου χώματος σε έναν από τους ηγέτες των Αβοριγίνων. Μ’ ένα λακωνικό λόγο -«Εμείς όλοι, οι Αυστραλοί, μειώνουμε τους εαυτούς μας όταν αρνούμαστε στους Αβορίγινες τη δίκαιη θέση τους σ’ αυτό το έθνος»-, επισημοποιεί την επιστροφή της γης, στην πραγματικότητα μια μη αντιστρέψιμη κίνηση, ξαναδίνει στους αυτόχθονες της Βόρειας Επαρχίας μέχρι και τα δύο τρίτα της γης τους. Σε τοπικό επίπεδο, οργανώνονται τα Land Councils -Συμβούλια Γης των Αβοριγίνων. Αυτά διαχειρίζονται τις εδαφικές διεκδικήσεις των κοινοτήτων, διαπραγματεύονται με τις μεταλλευτικές εταιρείες δικαιώματα εκμετάλλευσης και εξόρυξης.

Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’80, οι διαδοχικές κυβερνήσεις αναγνώρισαν ότι οι Αβορίγινες, ως ένας λαός που έχει ιδιαίτερες αξίες και πολιτισμό, έχουν το θεμελιώδες δικαίωμα «να διατηρούν την ταυτότητα της φυλής τους και τον παραδοσιακό τρόπο ζωής τους, ή να υιοθετούν έναν τρόπο ζωής που είναι πλήρως ή μερικώς ευρωπαϊκός». Όμως, η πραγματική αμφισβήτηση των θεμελίων του αυστραλιανού έθνους προήλθε από το Ανώτατο Δικαστήριο, τον Ιούνιο του 1992. Αυτό ξαναγράφει στην κυριολεξία την ιστορία εκδίδοντας μιαν απόφαση που κάνει πάταγο, την Mabo Act, η οποία επιστρέφει στον Έντι Μάμπο, ένα νησιώτη του στενού του Τόρες, τη γη των προγόνων του. Είναι η πρώτη φορά που αναγνωρίζεται το «Native Title» -το δικαίωμα της φυλής στην ιδιοκτησία. Για να κερδίσει τη δίκη του, ο Μάμπο χρειάστηκε να αποδείξει ότι η γη που διεκδικούσε κατοικούνταν πάντοτε από τους προγόνους του.

 

«Η γη του κανενός»

Αυτή η απόφαση, που επικυρώθηκε μ’ έναν ομοσπονδιακό νόμο και επεκτάθηκε σ’ ολόκληρη τη χώρα (πράγμα που δεν αφορά παρά το 10% των Αβοριγίνων, αλλά πρόκειται για χιλιάδες τετραγωνικά χιλιόμετρα γης), ακυρώνει πολύ απλά δύο αιώνες βρετανικής νομολογίας και πεποιθήσεις βαθιά ριζωμένες στο υποσυνείδητο. Στην πραγματικότητα, μέχρι το 1992, το επίσημο δόγμα της Αυστραλίας είναι η «Terra Nullius», η «Γη του κανενός». Με απλά λόγια, καθώς οι Αβορίγινες δεν ήταν ανθρώπινα όντα, οι νέοι άποικοι οικειοποιήθηκαν τη γη τους σαν να ήταν οι πρώτοι που πάτησαν το πόδι τους σε μια… παρθένα ήπειρο!

Ωστόσο, παρά τις προόδους των τελευταίων είκοσι χρόνων, τα στοιχεία είναι συντριπτικά. Η προσδοκία ζωής ενός Αβορίγινα είναι είκοσι χρόνια μικρότερη από την αντίστοιχη ενός λευκού, η παιδική θνησιμότητα τέσσερις φορές μεγαλύτερη, το ποσοστό ανεργίας τρεις φορές υψηλότερο, το μέσο εισόδημα λιγότερο από το μισό, το ποσοστό φυλακίσεων και αυτοκτονιών πέντε φορές μεγαλύτερο… χωρίς να υπολογίζουμε την αργή αυτοκτονία ενός ολόκληρου λαού με αλκοόλ, και της νεολαίας του με το petrol sniffing (εισπνοή αναθυμιάσεων βενζίνης). Φαίνεται ότι παρά τα μέτρα που έχουν υιοθετηθεί, η ένταξη στην κοινωνία των λευκών παραμένει αδύνατη.

«Είναι δύο κουλτούρες, δύο πολιτισμοί πολύ διαφορετικοί, με σχεδόν αντίθετες αξίες, οι οποίοι είχαν μόλις δύο αιώνες για να ανακαλύψει ο ένας τον άλλο. Ορισμένες φυλές Αβορίγινων της Γης του Άρνεμ ή της Κεντρικής Ερήμου, όπως οι Πιντούμπι, συνάντησαν πρώτη φορά λευκό άνθρωπο μόλις πριν από πενήντα χρόνια. Πέρασαν μέσα σε ένα λεπτό από την προϊστορία και την κατάσταση του κυνηγού-συλλέκτη στον 20ό αιώνα με τα Τογιότα και τις υπεραγορές του. Είναι τόσο βίαιο όσο και μια πυρηνική έκρηξη», εξηγεί η Ελληνοαυστραλέζα Κούλα Ρούσσου, δικηγόρος των Αβοριγίνων, ειδικευμένη στην κλεμμένη γενιά. «Όταν ταξιδεύω στις κοινότητές τους και τους βλέπω να ζουν στην ύπαιθρο, αφήνοντας τα σπίτια που κατασκευάστηκαν γι’ αυτούς, ενώ το ύψιστο όνειρο του λευκού Αυστραλού είναι να αποκτήσει έπαυλη με κήπο, αντιλαμβάνομαι ότι το χάσμα είναι αγεφύρωτο. Ακόμη και εγώ, που είμαι δικηγόρος, δυσκολεύομαι τρομερά να τους κάνω να καταλάβουν τι είναι ο νόμος μας, γιατί, μολονότι οι περισσότεροι δεν ζουν πια σύμφωνα με το φυλετικό νόμο της “Εποχής του ονείρου” (5), είναι ακόμη διαποτισμένοι από τις αξίες του, από μια διαφορετική αντίληψη δικαιοσύνης».

Αυτό είναι ακριβώς που, κατά βάθος, διαδραματίζεται σε όλα τα επίπεδα των διαπραγματεύσεων, σαν να αναπαράγεται, στο διηνεκές, ο διάλογος κουφών ανάμεσα σ’ έναν κόσμο λευκών, ανταγωνιστικό και υλιστικό που τείνει στην πρόοδο, τον έλεγχο, την κατάκτηση, και έναν κόσμο μαύρων πιο πνευματικό, όπου ο άνθρωπος, συνδεδεμένος με οτιδήποτε είναι ζωντανό, έχει ως αποστολή να υμνήσει τη Γη και τους ήρωες της «Εποχής του ονείρου», οι οποίοι τον δημιούργησαν, πραγματοποιώντας όλες τις τελετουργίες που επιτρέπουν στη ζωή να αναπαραχθεί και να διαιωνιστεί.

«Πού βασίζεται στην πραγματικότητα η ταυτότητά μας;» αναρωτιέται ο Ουέιν Μπάρκερ, κινηματογραφιστής και μουσικός στο Μπρουμ, στη Δυτική Αυστραλία. «Ένας Αβορίγινας έχει ως κληρονομιά του έναν πολιτισμό σαράντα χιλιάδων χρόνων, αλλά μπορεί να τον κάνει να εξελιχθεί μαζί του. Στο παρελθόν, διαιωνίζαμε την κουλτούρα μας με προφορικό τρόπο, τώρα χρησιμοποιούμε το ραδιόφωνο, την τηλεόραση και τις ταινίες. Ακόμη και οι τελετές μύησης προσαρμόζονται στη ζωή της πόλης. Δεν διαρκούν πια μήνες και λαμβάνουν υπόψη τους ρυθμούς της σύγχρονης εργασίας. Όμως, όσο θα πρέπει να αποδεχόμαστε το νόμο των Λευκών και να δικαιολογούμαστε μπροστά τους, τα πράγματα δεν πρόκειται να προχωρήσουν. Πώς μπορεί να εκτιμήσει κανείς τους μύθους για τη δημιουργία, τις αφηγήσεις και τις πνευματικές τελετουργίες, την ιερή αφοσίωση στη γη, και την ταυτότητά μας ως Αβοριγίνων, με τη βοήθεια αναλύσεων αίματος, υπογραφών, νόμων για την ιδιοκτησία και με πασσάλους με συρματοπλέγματα που διαιρούν και χωρίζουν;».

 

(1) Για το θέμα της απαγωγής παιδιών από οικογένειες τσιγγάνων, βλέπε Laurence Jourdan, «Chasse aux Tziganes en Suisse», «Le Monde diplomatique», Οκτώβριος 1999.

(2) Η αυστραλιανή πυκνή βλάστηση, και κατ’ επέκταση, οτιδήποτε δεν έγινε πόλη… δηλαδή το 90% της Αυστραλίας.

(3) Απόσπασμα της έκθεσης της αυστραλιανής κυβέρνησης «Bringing Them Home», Καμπέρα, 1997.

(4) Όπ.π.

(5) Για τους Αβορίγινες, η Γη φέρει τα σημάδια των ηρώων της «Εποχής του ονείρου» (Dreamtime), οι οποίοι τη σκάλισαν περπατώντας και δημιούργησαν όλα τα ζωντανά πλάσματα. Αυτοί οι ήρωες συνεχίζουν να επηρεάζουν τις δυνάμεις του σύμπαντος (την ευφορία της φύσης, τη γονιμότητα των γυναικών, τη βροχή, τους ανέμους) και να κατευθύνουν τους ανθρώπους στον ύπνο τους.

 

Facebooktwittergoogle_pluspinterestlinkedintumblrmail
Authors:

Συγγραφέας και σκηνοθέτης, πιο πρόσφατο ντοκιμαντέρ: Odyssey in two Biospheres (2018)