Η σκοτεινή πλευρά του πορτογαλικού θαύματος

Έχοντας συχνά επαινεθεί στο παρελθόν για τη σθεναρή στάση της απέναντι στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή και για το γεγονός ότι αύξησε τους καθηλωμένους μισθούς, η πορτογαλική κυβέρνηση πλέον αντιμετωπίζει δυσκολίες. Εργαζόμενοι του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα προχωρούν σε αγώνες κατά της επισφάλειας και υπέρ της αύξησης της αγοραστικής δύναμης. Παρά την ενίσχυση του Σοσιαλιστικού Κόμματος στις πρόσφατες εκλογές, η κυβέρνηση του Αντόνιο Κόστα παραμένει μειοψηφική και πλέον δεν έχει προγραμματικές συμφωνίες με τα κόμματα της Αριστεράς, αλλά συνεργάζεται κοινοβουλευτικά μαζί τους κατά περίπτωση.

«Τι θέλουμε; Σπίτια για όλους!», φωνάζουν ακατάπαυστα περίπου πενήντα άτομα μπροστά από το γκριζωπό κτίριο του υπουργείου Στέγασης. Εκείνο το πρωί της 4ης Ιουνίου 2019, οι υποστηρικτές του Stop Despejos («Όχι στις εξώσεις») και μια χούφτα οικογενειών από τη Λισαβόνα που κινδυνεύουν με έξωση δεν ηρεμούν.

Λίγες ημέρες νωρίτερα, η ογδοντατριάχρονη Μαρία Ναζαρέ Ζόρζε, που έμενε στο κέντρο της πόλης της Λισαβόνας, είχε εκδιωχθεί από το σπίτι της από δέκα αστυνομικούς. «Έμενε επί σαράντα χρόνια σε εκείνο το διαμέρισμα. Το ενοικιαστήριο συμβόλαιο ήταν στο όνομα της θείας της, που πέθανε πριν από λίγο καιρό», αφηγείται η Σάντρα Π., του Stop Despejos. «Το ενοίκιό της ήταν 200 ευρώ τον μήνα. Καθώς οι τιμές των ακινήτων σημειώνουν έκρηξη στην καρδιά της πρωτεύουσας, ο ιδιοκτήτης επωφελήθηκε για να της κάνει έξωση.» Επί μία ώρα περίπου, τα μέλη της συλλογικότητας διαδηλώνουν κραδαίνοντας πανό που διακηρύσσουν «Υπάρχει κρίση στέγης» και «Όχι στην κερδοσκοπία στα ακίνητα», μέχρι να επιτραπεί σε μια μικρή αντιπροσωπεία να εισέλθει στο κτίριο. Η επικεφαλής του υπουργικού συμβουλίου δηλώνει λακωνικά: «Η Μαρία Ναζαρέ Ζόρζε στεγάζεται προσωρινά μέχρι να βρεθεί οριστική λύση». «Από τη στιγμή της έξωσής της και μετά, έχει κατάθλιψη και είναι εντελώς χαμένη», αναφέρει η Σάντρα Π. «Ζει απομονωμένη ψηλά στο Καστέλο, την πιο τουριστική συνοικία της πόλης, της οποίας το μοναδικό μεταφορικό μέσο, το διάσημο τραμ 28, είναι κατειλημμένο από τους παραθεριστές…»

Το 2012, η κεντροδεξιά κυβέρνηση του Πέδρο Πάσος Κοέλιο (2011-2015) τροποποίησε τον νόμο για τις μισθώσεις ακινήτων προς όφελος των ιδιοκτητών, διευκολύνοντας την αύξηση του ενοικίου κατά τη λήξη μιας μίσθωσης και την έξωση των ενοίκων σε περίπτωση ανακαίνισης του χώρου. Η Πορτογαλία, η οποία από το 2008 ασφυκτιούσε από την κρίση του χρέους, το 2011 έπεσε στα δίχτυα της Τρόικας, η οποία απαίτησε από τη χώρα την απορρύθμιση της αγοράς ακινήτων και την ανάπτυξη της τουριστικής προσφοράς ως όρους για τη χορήγηση ενίσχυσης ύψους 78 δισεκατομμυρίων ευρώ. Έκτοτε, η Λισαβόνα επικεντρώθηκε στην προώθηση της «φορολογικής ελκυστικότητάς» της, έτσι ώστε να αναζωογονήσει την αγορά ακινήτων. Οι «χρυσές βίζες», άδειες πενταετούς διαμονής που δημιουργήθηκαν το 2012 και χορηγούνται σε αλλοδαπούς που αγοράζουν ακίνητα αξίας μεγαλύτερης των 500.000 ευρώ, επέτρεψαν να εισρεύσουν 4 δισεκατομμύρια ευρώ σε κεφάλαια στον τομέα, μέσα σε διάστημα έξι ετών. Σε αυτό το προνόμιο προστίθεται και το καθεστώς του μη μόνιμου κατοίκου (RNH), που εγγυάται ένα ευνοϊκό φορολογικό καθεστώς για τους Ευρωπαίους συνταξιούχους που εγκαθίστανται στην Πορτογαλία και αποκτούν εκεί κατοικία.

«Ένας ακόμη νόμος, εκείνος του 2014 που ρυθμίζει τις μισθώσεις τύπου Airbnb, επιτρέπει στους ιδιοκτήτες να κερδίζουν 3.000 ευρώ τον μήνα νοικιάζοντας σε τουρίστες ένα ακίνητο το οποίο θα νοίκιαζαν έναντι 300 ευρώ σε έναν Πορτογάλο», προσθέτει ο Λουίς Μέντες, γεωγράφος και μέλος του Morar em Lisboa («Να μείνουμε στη Λισαβόνα»), μιας πλατφόρμας συνεργασίας σαράντα περίπου συλλόγων για το δικαίωμα στη στέγη. «Σε ορισμένες συνοικίες του κέντρου, πάνω από μία κατοικία στις δύο ενοικιάζεται μέσω Airbnb. Η απελευθέρωση της αγοράς μισθώσεων οδηγεί στην έξωση μία έως τρεις οικογένειες κάθε μέρα. Ακόμα και μέλη της μεσαίας τάξης δυσκολεύονται πλέον να στεγαστούν!» Με μια αύξηση της ενοικίασης τουριστικών καταλυμάτων κατά 3.000% σε μία δεκαετία, η Λισαβόνα είναι, από το 2018, η ευρωπαϊκή πόλη με τις περισσότερες κατοικίες Airbnb ανά κάτοικο, και προηγείται της Βαρκελώνης και του Παρισιού. Ωστόσο, «σε τέσσερα χρόνια, η αριστερή κυβέρνηση έκανε ελάχιστα πράγματα προκειμένου να αντιμετωπίσει τη δέσμη νεοφιλελεύθερων μέτρων που ευνοούν τη χρηματιστηριοποίηση της κατοικίας», δηλώνει ο Μέντες.

 

Φοροαπαλλαγές για τους πλούσιους απόδημους

Τον Νοέμβριο του 2015, η κυβέρνηση του σοσιαλιστή πρωθυπουργού Αντόνιο Κόστα αναλαμβάνει την εξουσία επικαλούμενη τη βούληση να χαλαρώσει τα μέτρα λιτότητας που επέβαλε η Τρόικα. Έχοντας στο Κοινοβούλιο την υποστήριξη του Μπλοκ της Αριστεράς, του Κομμουνιστικού Κόμματος της Πορτογαλίας (PCP) και των οικολόγων χάρη σε διμερείς συμφωνίες –ένας συνασπισμός με το παρατσούκλι geringonça (το «μαραφέτι»)– εφάρμοσε μια πολιτική ανάκαμψης της αγοραστικής δύναμης, καταβάλλοντας παράλληλα προσπάθειες εξυγίανσης των δημόσιων οικονομικών. Έτσι, αναπροσάρμοσε τις πιο χαμηλές συντάξεις, αύξησε τον κατώτατο μισθό –έχοντας παγώσει στα 485 ευρώ μεικτά τον μήνα (για σύνολο δεκατεσσάρων μηνών) έως το 2014, ανέβηκε στα 600 ευρώ το 2019– και αύξησε επίσης τις ελάχιστες κοινωνικές παροχές (1).

Και τα αποτελέσματα είναι εποικοδομητικά. Τον Ιούνιο του 2017, η Πορτογαλία βγήκε από τη διαδικασία του υπερβολικού ελλείμματος στην οποία βρισκόταν από το 2009. Το ποσοστό της ανεργίας μειώθηκε δραστικά, από 12% στο τέλος του 2015 στο 6,3% το 2019. Επιπλέον, η κυβέρνηση υπολογίζει σε ένα σχεδόν μηδενικό δημόσιο έλλειμμα για το 2019, έλλειμμα που το 2015 αποτελούσε ακόμη το 4,4% του ΑΕΠ –κάτι που συμβαίνει για πρώτη φορά από την επιστροφή στη δημοκρατία το 1974. Από το 2017, η ανάπτυξη «κορυφώνεται» στο 2,8%, ρεκόρ για τα τελευταία δεκαεπτά χρόνια.

Από τους New York Times έως τη Monde, από το Figaro Économie έως τους Financial Times, ο Τύπος χαιρετίζει το «πορτογαλικό οικονομικό θαύμα». Όσο για την ευρωπαϊκή Αριστερά, χειροκροτεί αυτή την ασυνήθιστη ομάδα υπό την καθοδήγηση του Κόστα, η οποία κατάφερε να απορρίψει το δόγμα της λιτότητας που επιβλήθηκε από τις Βρυξέλλες. Έτσι, κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας για τις γαλλικές προεδρικές εκλογές του 2017, ο σοσιαλιστής υποψήφιος Μπενουά Αμόν θα συναντήσει τον Κόστα στη Λισαβόνα. Από την πλευρά του, ο Ζαν-Λυκ Μελανσόν (Ανυπότακτη Γαλλία) αναφέρεται στο «πορτογαλικό μοντέλο» προκειμένου να προωθήσει το εκλογικό πρόγραμμά του.

Η επιτυχία αυτή μεταφράστηκε σε καλά αποτελέσματα στις τελευταίες ευρωεκλογές, παρά τη μεγάλη αποχή. Ο σοσιαλιστής αναπληρωτής υπουργός Εξωτερικών και Κοινοβουλευτικών Υποθέσεων Nτουάρτε Κορδέιρο αισθάνεται ικανοποίηση με την επίδοση του κόμματός του. Καθισμένος σε μια πολυθρόνα του κομψού γραφείου του στην καρδιά της Εθνοσυνέλευσης της Δημοκρατίας, επισημαίνει: «Λίγους μήνες πριν από τις βουλευτικές εκλογές του Οκτωβρίου, κερδίσαμε τις ευρωεκλογές με ποσοστό 33,4% των ψήφων (2). Δεν στέλνουμε πλέον οκτώ, αλλά εννιά σοσιαλιστές βουλευτές στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Είναι το μήνυμα μιας ευρείας λαϊκής στήριξης στην τωρινή λογική του Σοσιαλιστικού Κόμματος και των κομμάτων που στηρίζουν την κυβέρνηση

Μολαταύτα, το πορτογαλικό Σοσιαλιστικό Κόμμα φαίνεται να προσαρμόζεται χωρίς υπερβολικές δυσκολίες στα νεοφιλελεύθερα μέτρα των προκατόχων του. Όπως σε εκείνο που προτρέπει τους ιδιοκτήτες να προτιμήσουν να νοικιάσουν το ακίνητό τους σε τουρίστες και όχι σε κατοίκους ή στις φοροαπαλλαγές με στόχο την προσέλκυση Κινέζων και Ρώσων επενδυτών. «Οι χρυσές βίζες και το καθεστώς του μη μόνιμου κατοίκου είναι δύο θέματα επί των οποίων η κυβέρνηση δεν αναθεώρησε την πολιτική της», παραδέχεται ο Κορδέιρο. «Είμαστε ωστόσο διατεθειμένοι να τα εξετάσουμε, ενδεχομένως στη διάρκεια μιας μελλοντικής κοινοβουλευτικής περιόδου.»

Αλήθεια; Τον Ιανουάριο του 2019, ο Κόστα εγκαινίασε ένα καθεστώς εταιρείας ακινήτων εμπνευσμένο από τις Ανώνυµες Εταιρείες Επενδύσεων Ακίνητης Περιουσίας (ΑΕΕΑΠ, Real Estate Investment Trust), ένα πρότυπο που επιτρέπει τη μετατροπή των επενδύσεων σε ακίνητα σε χρηματοπιστωτικές επενδύσεις, χάρη σε μια ευνοϊκή φορολόγηση. Επιπλέον, στην ίδια λογική με το καθεστώς του μη μόνιμου κατοίκου, από τον Ιούλιο του 2019, η κυβέρνηση παρέχει έκπτωση 50% επί του φόρου εισοδήματος για πέντε χρόνια σε κάθε εκπατρισθέντα κατά τη διάρκεια της κρίσης Πορτογάλο ο οποίος θα επιστρέψει σύντομα στη χώρα. Και τούτο διότι, μεταξύ 2010 και 2015, στο απόγειο της «θεραπείας λιτότητας», 500.000 άτομα, δηλαδή το 5% του πληθυσμού, μετανάστευσαν. Σκοπός του μέτρου: να ενθαρρυνθούν φορολογικά οι πιο εύποροι νέοι πτυχιούχοι ώστε να έρθουν να επενδύσουν στην Πορτογαλία. Ένα δώρο από το πουθενά που δεν δικαιούνται να ζητήσουν όσοι δεν είχαν την οικονομική δυνατότητα να αυτοεξοριστούν μετά το ξέσπασμα της κρίσης.

Την επόμενη μέρα της δράσης του Stop Despejos, το Morar em Lisboa διοργανώνει συζήτηση με θέμα την πρόσφατη νομική ρύθμιση των μισθώσεων Airbnb από τη δημαρχία. Σε μια μικρή ήσυχη αίθουσα, δύο βήματα από το Μουσείο του Φάδο, κάτω από τη συνοικία της Άλφαμα, οι έντονες συζητήσεις τραβούν σε μάκρος χωρίς αποτέλεσμα μέχρι να πέσει η νύχτα. Η Λούρδες Πινιέιρο, από τον σύλλογο της συνοικίας, λέει εξοργισμένη: «Σιγά-σιγά η Άλφαμα γίνεται πάρκο αναψυχής. Όλες οι πολεοδομικές παρεμβάσεις του δήμου γίνονται για τους τουρίστες κι όχι για τους κατοίκους της Λισαβόνας. Πρόκειται για μια αρχιτεκτονική βαρβαρότητα που καταστρέφει την κληρονομιά μας!».

Μερικά δρομάκια πιο πέρα, η σοσιαλιστική δημοτική αρχή πρόσφατα παραχώρησε το ανάκτορο Σάντα Έλενα, ένα παλαιό κτίσμα του 16ου αιώνα, στην Stone Capital, μία από τις μεγαλύτερες κτηματομεσιτικές εταιρείες της πόλης. Οι επικεφαλής του ιδιωτικού ομίλου, οι αδελφοί Αρτύρ και Ζοφρουά Μορένο από τη Γαλλία, το μετέτρεψαν σε πολυτελή διαμερίσματα. «Από την άλλη πλευρά του λόφου της Άλφαμα, η Stone Capital ιδιωτικοποίησε έναν παλιό δενδροσκεπή περίβολο, που θεωρούνταν πνεύμονας πρασίνου για τη συνοικία της Γκράσα», αναφέρει η Άνα Ζάρα, αρχιτέκτονας και δημοτική σύμβουλος της αντιπολίτευσης (από το ΚΚ Πορτογαλίας). «Το σχέδιό της είναι να κτίσει μια περιφραγμένη πολυτελή κατοικία, χωρίς να προηγηθεί δημόσια διαβούλευση ούτε και περιβαλλοντική μελέτη

 

Λισαβόνα, παχνιδότοπος για τους επενδυτές

Μετά τις δημοτικές εκλογές του 2017, που ανανέωσαν τη θητεία του σοσιαλιστή δημάρχου Φερνάντο Μεντίνα, τα αστικά έργα μεγάλης κλίμακας έπαψαν να περνούν από το κόσκινο του δημοτικού συμβουλίου. Πλέον επικυρώνονται απευθείας από τον αντιδήμαρχο πολεοδομικού σχεδιασμού. Ο Μανουέλ Σαλγκάδο, που είχε αυτήν την αρμοδιότητα μέχρι τον περασμένο Αύγουστο, ήταν, επί δώδεκα χρόνια, «ο κύριος εκτελεστικός φορέας μιας νεοφιλελεύθερης στρατηγικής χωροταξικού σχεδιασμού, με κύριο στόχο της να καταστήσει τη Λισαβόνα πρόσφορο έδαφος για τις χρηματοοικονομικές επενδύσεις», αποκαλύπτει η Ζάρα.

«Πριν από πέντε μόλις χρόνια, ένα κτίριο στα τρία στη Λισαβόνα ήταν είτε ερειπωμένο είτε φθαρμένο είτε κενό και δεν είχε κανέναν κοινωνικό ή οικονομικό ρόλο», μας λέει ο Μέντες. Μετά την παράδοση της επικερδούς αγοράς της ανάπλασης της πόλης στον ιδιωτικό τομέα, τα μεγάλα οικιστικά έργα παρουσίασαν άνθηση υπό τη διοίκηση του Σαλγκάδο. Στα βόρεια της πόλης, ο μελλοντικός Torre Portugália, ένας ουρανοξύστης που πρόκειται να στεγάσει υπερπολυτελείς κατοικίες, συγκεντρώνει τον θυμό των κατοίκων της Λισαβόνας. Στην απέναντι όχθη του Τάγου, στα λαϊκά προάστια, το πρόγραμμα Lisbon South Bay αναγγέλλεται ως η μεγαλύτερη επιχείρηση αστικής ανάπλασης από την εποχή της Διεθνούς Έκθεσης του 1998. Στο πρόγραμμα περιλαμβάνονται συνεδριακό κέντρο, μαρίνα και κομψά ξενοδοχεία. Οι αρμόδιοι φορείς προώθησης εκτιμούν ότι το έργο «θα ενισχύσει τον χαρακτήρα της Λισαβόνας τόσο ως τουριστικού όσο και επενδυτικού προορισμού» (Público, 14 Μαΐου 2019). Η πρωτεύουσα έχει πλέον μετατραπεί σε παιχνιδότοπο για τους διεθνείς επενδυτές, σε τέτοιο βαθμό μάλιστα που ο Μεντίνα την άνοιξη του 2019 προσκλήθηκε στη λέσχη Μπίλντερμπεργκ, την εχέμυθη ετήσια συνάντηση των πολιτικών και οικονομικών ελίτ της Δύσης.

Οι πολιτικές δέσμευσης δημόσιου χρήματος εις βάρος του δικαιώματος των Πορτογάλων στη στέγη και στην πόλη αποσκοπούν να αντισταθμίσουν την αναιμικότητα των δημόσιων επενδύσεων επί κυβέρνησης Κόστα. Ο λόγος είναι ότι από τότε που ανέλαβαν την εξουσία οι σοσιαλιστές, η οικονομική πολιτική υπήρξε πιο σφιχτή παρά ποτέ από το 1974. Το 2018 μάλιστα, η χώρα ήταν ο ασθενέστερος δημόσιος επενδυτής της ευρωζώνης (3).

Οι λόγοι αυτής της πολιτικής επιλογής; Εμμονή της σοσιαλιστικής κυβέρνησης αποτελεί ο σεβασμός της δημοσιονομικής ορθοδοξίας που έχουν επιβάλει οι ευρωπαϊκές συνθήκες. Συνεπώς, η οικονομική ανόρθωση εξυπηρέτησε πρωτίστως όχι τη βελτίωση των συνθηκών ζωής των Πορτογάλων, αλλά την αναπλήρωση του ελλείμματος και του χρέους, που εκτιμάται στο 120% του ΑΕΠ. «Μεγάλη μερίδα του Σοσιαλιστικού Κόμματος θέλει να διατηρήσει μια ομαλή σχέση με τον τραπεζικό τομέα και τους ευρωπαϊκούς θεσμούς, ώστε να φανεί ότι είναι ο καλός μαθητής της Ευρώπης», εκφράζει τη γνώμη του ο Ζοζέ Γκουσμάο, ηγέτης του Μπλοκ της Αριστεράς και ευρωβουλευτής. «Μακροπρόθεσμος στόχος του είναι η αποπληρωμή του χρέους, προκειμένου να τηρηθεί το ανώτατο όριο που έχει οριστεί από τις Βρυξέλλες: 60% του ΑΕΠ. Ωστόσο, η διατήρηση του τωρινού ρυθμού μείωσης του χρέους –πράγμα ουτοπικό– φαίνεται πως για εμάς θα σημάνει τη στέρηση δημόσιων επενδύσεων για δύο δεκαετίες…» Ο Κορδέιρο παραδέχεται: «Η κύρια διαφωνία με τους αριστερούς εταίρους μας παραμένει ο ρυθμός μείωσης του χρέους. Δεν επικροτούν τους δημοσιονομικούς στόχους μας. Αναλαμβάνουμε εμείς την πλήρη ευθύνη γι’ αυτούς».

Η δημοσιονομική αυστηρότητα εφαρμόζεται από τον υπουργό Οικονομικών Μάριο Σεντένο, φιλελεύθερο οικονομολόγο, πτυχιούχο του Χάρβαρντ και τωρινό πρόεδρο του Eurogroup (4). Αντί να προχωρήσει σε επενδύσεις στον δημόσιο τομέα, ο Σεντένο πρόσφατα ενίσχυσε με 1,9 δισεκατομμύρια δημόσιου χρήματος τα ταμεία της Novo Banco (5), μιας ιδιωτικής τράπεζας που χρεωκόπησε κατά την κρίση εξαιτίας κερδοσκοπικών δραστηριοτήτων. Η απόφαση προκάλεσε την οργή της ριζοσπαστικής Αριστεράς και των κομμουνιστών, που κατηγόρησαν τον υπουργό ότι προτίμησε να «εξυγιάνει» τις ιδιωτικές τράπεζες αντί να πραγματοποιήσει τις απαραίτητες για τη χώρα επενδύσεις.

Τα πανεπιστήμια βρίσκονται στα πρόθυρα χρεωκοπίας και το σύστημα υγείας έχει ελλείψεις σε υλικά και προσωπικό. Ο δημόσιος φορέας διαχείρισης των σιδηροδρομικών υποδομών εκτιμά ότι το 60% των γραμμών βρίσκεται σε «κακή» ή «μέτρια» κατάσταση. Όσο για τις κοινωνικές κατοικίες, μόλις και μετά βίας αντιπροσωπεύουν το 2% του κτιριακού δυναμικού. «Πρόσφατα, εγκρίθηκε από το Κοινοβούλιο ένας νόμος-πλαίσιο για τη στέγαση, όμως γνωρίζουμε λίγο-πολύ ποια θα είναι η κατάληξή του», λέει αναστενάζοντας η Ρίτα Σίλβα, από τον σύνδεσμο για το δικαίωμα στη στέγαση Habita. «Παρά τα όποια θετικά μέτρα, δεν υπάρχει καμία πολιτική βούληση να επενδυθεί δημόσιο χρήμα στον τομέα της κατοικίας. Και ο Αντόνιο Κόστα έχει ήδη διαβεβαιώσει ότι ο νόμος δεν θα πρέπει να ανακινήσει το θέμα της απελευθέρωσης της αγοράς των ακινήτων

Σύμπτωμα της έντασης μεταξύ δημοσιονομικής πειθαρχίας και κοινωνικής πολιτικής: η τελευταία απεργία των εκπαιδευτικών. Επιθυμώντας να επωφεληθούν από την οικονομική ανάκαμψη, απαίτησαν το ξεπάγωμα των συντάξεών τους, καθηλωμένων επί εννέα χρόνια λόγω λιτότητας. Ωστόσο, στις 3 του περασμένου Μαΐου, ο πρωθυπουργός χαρακτήρισε την έγκριση παρόμοιων δαπανών «βόμβα στον προϋπολογισμό» η οποία απειλούσε να διαρρήξει την «ισορροπία των δημόσιων λογαριασμών» και υπονόμευε τη «διεθνή αξιοπιστία» της χώρας. Αφού η κυβέρνηση απείλησε με παραίτηση, οι εκπαιδευτικοί κατάφεραν να πετύχουν μόνο έναν μερικό επανυπολογισμό των συντάξεών τους για δύο έτη και εννέα μήνες.

«Η χώρα παραμένει εγκλωβισμένη εξαιτίας της βούλησης να ικανοποιηθούν οι απαιτήσεις των Βρυξελλών», εξηγεί ο Ζοζέ Ρέις, οικονομικός ερευνητής στο Πανεπιστήμιο της Κοΐμπρα και συντονιστής του Παρατηρητηρίου Κρίσης και Εναλλακτικών. «Διεξήχθη ένας δύσκολος αγώνας προκειμένου να αναπροσαρμοστούν τα χαμηλά εισοδήματα τηρώντας το ευρωπαϊκό δημοσιονομικό πλαίσιο, ωστόσο το γενικό επίπεδο των μισθών δεν έχει φτάσει ακόμη εκεί που βρισκόταν προ οικονομικής κρίσης. Γιατί; Επειδή η ανάπτυξη στηρίζεται, μεταξύ άλλων, στην επισφαλή και χαμηλού κόστους εργασία.»

 

Περισσότεροι επισφαλώς εργαζόμενοι από ποτέ

Πράγματι, η θεαματική πτώση της ανεργίας αποκρύπτει την προσφυγή στις κακά αμειβόμενες και χαμηλής ειδίκευσης θέσεις εργασίας. Σύμφωνα με τις μελέτες που διεξήχθησαν επί του θέματος, σήμερα οι μισές προσλήψεις φέρονται να γίνονται με σύμβαση ορισμένου χρόνου. Ποτέ άλλοτε δεν υπήρξαν τόσοι επισφαλώς εργαζόμενοι όσοι από την έλευση της Τρόικας: 73.000 περισσότεροι σε σχέση με το 2011. Οι μισές υπερωρίες για το 2018 δεν πληρώθηκαν. Στην πρώτη γραμμή βρίσκονται οι νέοι: 65% εξ αυτών εργάζονται με σύμβαση ορισμένου χρόνου, δηλαδή δέκα ποσοστιαίες μονάδες περισσότερες από ό,τι πριν από 10 χρόνια. «Όσον αφορά την εργατική νομοθεσία, έχουμε προοδεύσει ελάχιστα, για να μην πω ότι έχουμε κάνει βήματα προς τα πίσω», εξηγεί ο Γκουσμάο. «Με τη βοήθεια της Δεξιάς και της εργοδοσίας, η κυβέρνηση ενέκρινε τη γενίκευση των επισφαλών συμβάσεων πολύ σύντομης διάρκειας που μέχρι πρότινος προορίζονταν αποκλειστικά για τον τομέα του τουρισμού. Εν ολίγοις, εκείνο που το geringonça είχε επιτρέψει να οικοδομήσουμε με την αναπροσαρμογή των μισθών, η κυβέρνηση το υπονόμευσε μέσω της επισφαλειοποίησης των μισθωτών.»

Μεταξύ 2009 και 2018 το μερίδιο των εξαγωγών αυξήθηκε από το 27% στο 43% του ΑΕΠμια αξιοσημείωτη μεγέθυνση– τα βιομηχανικά λιμάνια αποτελούν μείζον διακύβευμα για την οικονομία. Εντούτοις, η ανταγωνιστικότητα των εξαγωγικών λιμανιών της Πορτογαλίας στηρίζεται κι εκείνη στην εκμετάλλευση ενός ευέλικτου εργατικού δυναμικού και στο ψαλίδισμα του μισθού των εργατών. «Στα τέλη του 2013 με αρχές 2014, η κυβέρνηση προώθησε την ψήφιση νόμου για τη φιλελευθεροποίηση των λιμενικών δραστηριοτήτων, που στόχο είχε να υπονομεύσει τις συνθήκες εργασίας μας», λέει ο Αντόνιο Μαριάνο, πρόεδρος του Συνδικάτου Λιμενεργατών και Δραστηριοτήτων Εφοδιασμού (Sindicato dos Estivadores e da Actividade Logística, SEAL). «Αυτό προκάλεσε μια τεράστια στροφή προς την υπεργολαβία.»

Τον Αύγουστο του 2018, το SEAL διοργάνωσε απεργία σε ένδειξη αλληλεγγύης προς τους εργάτες του λιμανιού του Σετούμπαλ, περίπου πενήντα χιλιόμετρα από τη Λισαβόνα, όπου το 90% των λιμενεργατών και των εργαζόμενων στην εφοδιαστική αλυσίδα προσλαμβάνονταν τότε με ημερήσιες συμβάσεις. «Οι επισφαλείς αυτοί εργαζόμενοι δεν δικαιούνται ούτε άδειες ούτε κοινωνική προστασία σε περίπτωση ασθένειας ή εργατικού ατυχήματος. Ορισμένοι μπορεί να συνάπτουν σύμβαση και να απολύονται δύο φορές μέσα στην ίδια μέρα ώστε να συγκεντρώσουν δεκαέξι συνεχόμενες ώρες εργασίας», εξηγεί ο Μαριάνο. Το Σετούμπαλ είναι το στρατηγικό εξαγωγικό λιμάνι της Autoeuropa, του εργοστασίου του ομίλου Volkswagen στο οποίο παράγονται περισσότερα από εκατό χιλιάδες αυτοκίνητα τον χρόνο, και της πορτογαλικής The Navigator Company, μιας από τις μεγαλύτερες χαρτοβιομηχανίες παγκοσμίως.

«Απέναντι στην κινητοποίησή μας ενάντια στην ακραία επισφαλειοποίηση, η κυβέρνηση Κόστα αποποιήθηκε των ευθυνών της με το επιχείρημα ότι αυτό ήταν υπόθεση που αφορούσε τον ιδιωτικό τομέα», λέει ο πρόεδρος του SEAL. «Στις 22 Νοεμβρίου, ενώ το λιμάνι είχε παραλύσει, το κράτος έστειλε την αστυνομία να σπάσει τη γραμμή περιφρούρησης της απεργίας ώστε να φορτωθεί ένα πλοίο με αυτοκίνητα της Autoeuropa…» Η υπουργός Ναυτιλίας, η σοσιαλιστής Άνα Πάουλα Βιτορίνο, ανησύχησε περισσότερο για τα αυτοκίνητα της Volkswagen που συσσωρεύονταν στο λιμάνι περιμένοντας να φορτωθούν παρά για τις συνθήκες εργασίας των λιμενεργατών.

Στα τέλη του 2018, ο αγώνας του SEAL είχε ως αποτέλεσμα τη σύναψη συμφωνίας προκειμένου οι εργαζόμενοι του Σετούμπαλ να διασφαλίσουν συλλογική σύμβαση. «Παρ’ όλα αυτά, ο νόμος του 2013 για τη λιμενική εργασία παραμένει σε ισχύ, παρά τις επανειλημμένες επερωτήσεις προς το υπουργείο Ναυτιλίας ή τις κοινοβουλευτικές επιτροπές που ασχολούνται με την εργατική νομοθεσία. Σήμερα, στο σύνολο των λιμανιών της χώρας, 25% με 50% των απασχολούμενων είναι κακοπληρωμένοι ημερομίσθιοι εργαζόμενοι», συνεχίζει ο Μαριάνο. «Ωστόσο, οι λιμενεργάτες δεν είναι οι μόνοι που επηρεάζονται από το κύμα επισφαλειοποίησης. Το κράτος επιχειρεί να αυξήσει την παραγωγικότητα διαλύοντας τη διαπραγματευτική δύναμη των εργαζομένων.»

Διακόσια χιλιόμετρα βόρεια της Λισαβόνας, στην καρδιά της Πορτογαλίας, το μικρό χωριό του Πεντρόγκαο Γκράντε ψήνεται στον ήλιο. Για να φτάσεις εκεί, πρέπει να χρησιμοποιήσεις ένα πολυδαίδαλο οδικό δίκτυο μέσα σε ένα απέραντο τοπίο ερήμωσης. Τον Ιούνιο του 2017, θηριώδεις πυρκαγιές έκαναν στάχτη τριακόσιες χιλιάδες στρέμματα δάσους και προκάλεσαν τον θάνατο εξήντα έξι ανθρώπων. Οι περισσότεροι έχασαν τη ζωή τους καθώς προσπαθούσαν να ξεφύγουν από τη φωτιά χρησιμοποιώντας τον κεντρικό δρόμο, τον οποίον οι αρχές είχαν αμελήσει να κλείσουν εγκαίρως. Η εθνική τραγωδία προκάλεσε έντονα φορτισμένα συναισθήματα. Προκειμένου να αιτιολογήσουν την πυρκαγιά, την πιο δολοφονική στην ιστορία της χώρας, πολλοί τόνισαν την έλλειψη σε ανθρώπινο δυναμικό και τεχνικά μέσα. Οι πυροσβέστες, στην πλειοψηφία τους εθελοντές στην Πορτογαλία, είναι ανεπαρκώς εκπαιδευμένοι και το σύστημα επικοινωνίας μεταξύ ομάδων διάσωσης (SIRESP), καρπός σύμπραξης δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, έχει κριθεί ελλιπές εδώ και μία δεκαετία περίπου.

Η κυβέρνηση Κόστα έγινε στόχος σφοδρών επικρίσεων. Η διάλυση των δασικών υπηρεσιών, η ιδιωτικοποίηση των εναέριων μέσων κατά των πυρκαγιών και οι περικοπές στη χρηματοδότηση της δασικής πολιτικής, συνέπειες της λιτότητας και του χαμηλού επιπέδου δημοσίων επενδύσεων, συνεχίστηκαν και από τη σοσιαλιστική κυβέρνηση. Μεταξύ 2006 και 2016, το προσωπικό της δασοφυλακής μειώθηκε κατά ένα τρίτο περίπου: ένας παραλογισμός σε μια χώρα που καλύπτεται κατά 32% από δάση και στην οποία η φωτιά ερημώνει κατά μέσο όρο ένα εκατομμύριο στρέμματα δασικών εκτάσεων κάθε χρόνο.

Επιπλέον, ένοχη κρίθηκε και η εντατική καλλιέργεια του ευκαλύπτου. Το αυστραλιανής προέλευσης δέντρο, το οποίο είναι γνωστό ότι απεμπλουτίζει τα εδάφη προκαλώντας ταυτόχρονα απώλειες στην τοπική βιοποικιλότητα, αποδεικνύεται εξαιρετικά εύφλεκτο. Παρ’ όλα αυτά, οι μικροϊδιοκτήτες δασικών εκτάσεων φυτεύουν κατά κόρον ευκαλύπτους τα τελευταία είκοσι χρόνια: καθώς δεν απαιτούν καμία φροντίδα και μεγαλώνουν πολύ γρήγορα, πωλούνται ως πρώτη ύλη στη χαρτοβιομηχανία, κυρίως στη Navigator Company. «Σήμερα, ο ευκάλυπτος αντιπροσωπεύει το ένα τέταρτο του πορτογαλικού δάσους. Πρόκειται για το είδος που συναντάται περισσότερο στην επικράτεια», καταγγέλλει ο Σύνδεσμος για την Προστασία της Φύσης (LPN). «Η Πορτογαλία εμφανίζει τη μεγαλύτερη πυκνότητα κάλυψης σε ευκάλυπτο στον κόσμο. Το δέντρο, που κάποτε χαρακτηριζόταν από το κράτος ως το “πράσινο πετρέλαιό μας”, θεωρείται κινητήρια δύναμη της οικονομίας.»

Η Navigator Company πραγματοποιεί το 3% των εθνικών εξαγωγών, γεγονός που την κατατάσσει στην τρίτη θέση των εξαγωγέων της χώρας. «Μεταξύ 2002 και 2004, η κυβέρνηση του Ζοζέ Μανουέλ Μπαρόζο διαπραγματεύτηκε με την επιχείρηση προκειμένου να επιταχύνει την οικονομική ανάπτυξή της», αναφέρει σχετικά η Νάντια Πιάτσα, η οποία έχασε τον πεντάχρονο γιο της στην τραγωδία του Ιουνίου του 2017 και είναι πρόεδρος του Συλλόγου των Θυμάτων της Πυρκαγιάς του Πεντρόγκαο Γκράντε (6). «Έκτοτε, οι τοπικές αρχές έχουν χορηγήσει άδειες με κλειστά μάτια στους ιδιοκτήτες μικρών τεμαχίων γης για να φυτέψουν ευκαλύπτους. Δεδομένου ότι οι δασικές πολιτικές βασίζονται στο βραχυπρόθεσμο κέρδος, το δέντρο εξαπλώθηκε πολύ γρήγορα στις φτωχότερες αγροτικές περιοχές.» Επιπροσθέτως, και προς αγανάκτηση των ενώσεων για την προστασία της φύσης, η κυβέρνηση του Πάσος Κοέλιο απελευθέρωσε την καλλιέργεια του ευκαλύπτου για κομμάτια γης μικρότερα των είκοσι στρεμμάτων, δηλαδή περισσότερο από το 80% των δασικών εκτάσεων, μετατρέποντας την Πορτογαλία σε «Ευκαλυπτογαλία», κατά την έκφραση των οικολόγων.

«Το Πεντρόγκαο Γκράντε είναι ένας από τους φτωχότερους δήμους της χώρας. Το ένα τρίτο από τους 2.500 κατοίκους μας είναι άνω των 65 ετών και εισπράττει σύνταξη μικρότερη από 300 ευρώ τον μήνα», αποκαλύπτει ο Βαλντεμάρ Άλβες, δήμαρχος της περιοχής προσκείμενος στο Σοσιαλιστικό Κόμμα (7). «Φυτεύοντας ο καθένας μερικούς ευκαλύπτους στο μικρό αγροτεμάχιό του εξασφαλίζει ένα όχι ευκαταφρόνητο εισόδημα για την επιβίωσή του.» Συν τοις άλλοις, κατά τη διάρκεια των πενήντα τελευταίων χρόνων, ο πληθυσμός του χωριού μειώθηκε στο μισό. «Όλοι οι νέοι φεύγουν για τη Λισαβόνα για να βρουν δουλειά», λέει με λύπη ο δήμαρχος. «Η αγροτική έξοδος οδηγεί στην εγκατάλειψη των χωραφιών και των δασών τα οποία, χωρίς φροντίδα, διευκολύνουν την εξάπλωση των πυρκαγιών.» «Έχουμε χάσει τους κοντινούς ανθρώπους μας, αλλά και κάθε ελπίδα», λέει μ’ έναν αναστεναγμό η κυρία Πιάτσα. «Αισθανόμαστε όλοι εγκαταλειμμένοι

 

«Καμία φιλοδοξία να αλλάξει το υφιστάμενο σενάριο»

Σήμερα, η περιοχή γύρω από τον δήμο δεν είναι παρά ένα σύνολο από γκριζωπούς λόφους μέχρι εκεί που φτάνει το μάτι, όπου ξεπετιούνται από το έδαφος ψηλά βλαστάρια ευκαλύπτων, σαν μανιτάρια. «Είναι επειδή οι πυρκαγιές, όπως και η επεκτατική συμπεριφορά του, ευνοούν την εξάπλωση του είδους…», εξηγεί ο Σύνδεσμος για την Προστασία της Φύσης. Μετά την τραγωδία του Ιουνίου του 2017, και με δεδομένους τους αυξημένους κινδύνους πυρκαγιών, η κυβέρνηση αύξησε το επίγειο προσωπικό, ενίσχυσε τα εναέρια μέσα και εξαγόρασε από ιδιώτες, έναντι 7 εκατομμυρίων ευρώ, το δίκτυο SIRESP. Εντούτοις, ο πρωθυπουργός όρισε επικεφαλής της Υπηρεσίας Ολοκληρωμένης Διαχείρισης Πυρκαγιών Υπαίθρου, της εθνικής δομής συντονισμού και σχεδιασμού κατάσβεσης πυρκαγιών που ξεκίνησε τη δράση της στις αρχές του 2019, τον Τιάγκο Μαρτίνς ντε Ολιβέιρα, πρώην στέλεχος της Navigator Company. Όσο για τα νέα περιφερειακά προγράμματα διαχείρισης δασών, που τέθηκαν σε ισχύ αυτή τη χρονιά, ευνοούν τον ευκάλυπτο για κάθε επιχείρηση φύτευσης ή αναδάσωσης στο 95% της επικράτειας. «Τα νέα προγράμματα δεν μαρτυρούν καμία φιλοδοξία αλλαγής του υφιστάμενου σεναρίου και λειτουργούν στη βάση του “business as usual”», συνοψίζει o Σύνδεσμος.

Από την περασμένη χρονιά, τα σημάδια δείχνουν ότι η εντυπωσιακή οικονομική μεγέθυνση της Πορτογαλίας επιβραδύνεται. Ύστερα από επτά χρόνια απρόσκοπτης ανόδου, η αύξηση του αριθμού των τουριστών επιβραδύνθηκε σημαντικά –άνοδος με ρυθμό 3,8%, έναντι του 9,1% το 2017. Τον Ιούνιο, η Banco de Portugal σήμανε συναγερμό για μια πιθανή «απότομη διακοπή» του κερδοσκοπικού αναβρασμού στον τομέα των ακινήτων. Και ενώ ο ρυθμός ανάπτυξης ήταν της τάξης του 2,8% το 2017, άρχισε να μειώνεται το 2018 (2,1%), με πρόβλεψη για 1,7% το 2019.

Είναι άραγε πιθανό, στην προσπάθειά της να συνδυάσει κοινωνικά μέτρα με δημοσιονομική λιτότητα, η κυβέρνηση Κόστα να έχει εργαστεί προς όφελος μιας αυταπάτης αντί ενός θαύματος; «Το geringonça ήταν ένα πολιτικό εργαστήριο, ένα νέο πείραμα για την Αριστερά», καταλήγει ο Ρέις. «Ωστόσο, παραμονές των βουλευτικών εκλογών του Οκτωβρίου, προκύπτει ένα ερώτημα: μπορεί να συνεχιστεί;»

 

(1) Βλ. Marie-Line Darcy και Gwenaëlle Lenoir, «Πορτογαλία: Η Αριστερά προσπαθεί», «Le Monde diplomatique – ελληνική έκδοση», 5 Νοεμβρίου 2017, https://monde-diplomatique.gr/?p=2311

(2) (Σ.τ.Μ.) Το ρεπορτάζ έγινε στις παραμονές των εκλογών του Οκτωβρίου 2019, στις οποίες το Σοσιαλιστικό Κόμμα ενισχύθηκε ακόμη περισσότερο (36,4% των ψήφων), κερδίζοντας 22 επιπλέον έδρες σε σχέση με το 2015, χωρίς όμως και πάλι να κατοχυρώσει την κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Η αποχή παρέμεινε υψηλή (ψήφισε μόλις το 48,6% των εγγεγραμμένων).

(3) Με μόνο 1,97% του ΑΕΠ. Πρβλ. Veille économique et financière du Portugal, αρ. 30, 3 Μαΐου 2019, Γενική Διεύθυνση του Δημόσιου Ταμείου, Παρίσι.

(4) Μηνιαία συνεδρίαση των υπουργών οικονομικών της ευρωζώνης.

(5) Τρίτη τράπεζα της χώρας, η Novo Banco γεννήθηκε από τη διάσωση της Banco Espirito Santo. Το 2014, το πορτογαλικό κράτος είχε ήδη κάνει ενέσεις 4,4 δισεκατομμυρίων ευρώ στα ταμεία της.

(6) Η κυρία Πιάτσα προσχώρησε, το 2018, στην ομάδα του CDS-Λαϊκό Κόμμα (συντηρητική Δεξιά), επιφορτισμένο με την κατάρτιση του εκλογικού προγράμματος του κόμματος.

(7) Σήμερα ο Άλβες καλείται από τη δικαιοσύνη για «ανθρωποκτονίες εξ αμελείας» στις πυρκαγιές του 2017 και λόγω υποψιών κατάχρησης κονδυλίων για την ανακατασκευή σπιτιών.

 

Facebooktwitterpinterestlinkedintumblrmail