Ο οκνηρός άνθρωπος

[Από το αρχείο της “Le Monde diplomatique»]

Την ώρα που σχολεία και γραφεία παραμένουν κλειστά λόγω κορονοϊού, η προσφυγή στην τεχνολογία για την συνέχιση των δραστηριοτήτων μας είναι μονόδρομος, ενώ ταυτόχρονα η ψυχαγωγική πλευρά της αναδεικνύεται σε βασική ανάγκη της καθημερινότητάς μας. Είναι λοιπόν ευκαιρία ν’ αναστοχαστούμε τον ρόλο της τεχνολογίας στην καθημερινή μας ζωή και να φροντίσουμε να υπερασπιστούμε την ελευθερία μας από αυτήν. Επιστρέφουμε σήμερα σ’ ένα κείμενο του 1998 που θέτει ακριβώς αυτούς τους προβληματισμούς.

ΒΚ

Οι λεωφόροι της πληροφορίας -που μας παρουσιάζονται ως το όγδοο θαύμα του κόσμου- δεν είναι μόνο η διασταύρωση του τηλεφώνου, των οπτικοακουστικών μέσων και του υπολογιστή. Το ίδιο ισχύει και για τις ευρεσιτεχνίες που μας προτείνουν στο εμπόριο, ή αυτά που φαντάζονται για το μέλλον οι τεχνικοί των τηλεπικοινωνιών. Είναι οι στοίβες κινητών τηλεφώνων στο διαδίκτυο σε σύνδεση με σταθερά τηλέφωνα, τα εικονοτηλέφωνα, οι ανάγλυφες οθόνες, τα γάντια εικονικής πραγματικότητας, οι υπολογιστές, τα μόντεμ, οι τράπεζες δεδομένων, οι έμποροι, οι διαχειριστές και οι επισκευαστές. Μια συσσώρευση αρθρωμένη γύρω από τεχνικά, κοινωνικά και επαγγελματικά δίκτυα.

Σ’ αυτό το γεμάτο κόσμο δεν υπάρχει κενό, μαύρη τρύπα, άρνηση, αντίθετο. Όλα είναι λεία και λειτουργούν σύμφωνα με το σιωπηλό πρότυπο των ηλεκτρονικών συνδέσεων. Μόλις που ακούγεται ένα κουδούνισμα πότε πότε, και αυτό ακόμα μπορούμε να το καταργήσουμε. Το να επικοινωνεί κανείς είναι εύκολο όταν το θέμα περιορίζεται στη σύνδεση των μηχανών, στη συσχέτιση με τις μηχανές. Όταν θέλουμε να σταματήσουμε την επικοινωνία και να βρεθούμε με τον εαυτό μας, είναι εύκολο: κατεβάζουμε το ακουστικό, σβήνουμε την οθόνη.

Ο άνθρωπος που χρησιμοποιεί αυτές τις μηχανές είναι ελεύθερος και χαρούμενος. Δεν κάνει ποτέ κακές σκέψεις για τους άλλους, ούτε για τον εαυτό του, καθώς βρίσκεται πάντοτε στην ευκολία της στιγμιαίας επικοινωνίας. Έχει βλέψεις βραχυπρόθεσμης αποδοτικότητας επειδή, σ’ αυτό το σύστημα, δεν υπάρχει μακροπρόθεσμο. Παραγωγικότητα, χρησιμότητα, διαχείριση, αυτές είναι οι κυρίαρχες λέξεις του homo communicans (επικοινωνών άνθρωπος), τον οποίο ονειρεύονται οι τεχνολόγοι και οι βιομήχανοι της επικοινωνίας.

Η βλάβη και ο διάβολος

Αναμφίβολα, ο άνθρωπος αυτός είναι αδιαχώριστος από τις μηχανές επικοινωνίας. Ζει από τα προσόντα τους. Αποκτά τα χαρακτηριστικά τους. Κατά μια έννοια, όσο χρησιμοποιεί τις μηχανές, άλλο τόσο τον χρησιμοποιούν κι αυτές. Δεν γνωρίζει όμως τίποτα για αυτό το κυκλικό σύστημα, το οποίο τον σφίγγει και τον πνίγει γιατί νιώθει δυνατός, από την ίδια τη δύναμη των μηχανών, άνετος από την άνεσή τους. Γι’ αυτόν όλα είναι θετικά, όλα βρίσκονται στη θέση τους. Κόσμος χωρίς ανάποδη όψη. Δεν υπάρχει τίμημα. «Flatland» (Ισοπέδωση) στην κυβερνοκουλτούρα, λέει ο Ντάγκλας Κούπλαντ στο μυθιστόρημα «Microserfs» (1). Δεν υπάρχει τίμημα: μιλούν για φατρία, για φυλή, για κοινότητες. Μεταφορές χωρίς καμία σχέση με την πραγματικότητα της κυβερνοκουλτούρας: για να έχεις πρόσβαση στην κοινότητα, πρέπει να κάνεις θυσίες. Και σ’ αυτό το λείο flatland, χωρίς τίμημα και ανάποδη όψη, ο μόνος φόβος που μπορεί να νιώσει κανείς, είναι η απουσία των μηχανών: η βλάβη.

Όταν ρώτησα στο Μπέρκλεϊ, σχετικά με την επικοινωνία, τον Μάρτιν Λάνταου, εξαίρετο ερευνητή στην επιστήμη των οργανισμών, μου έδωσε την εξής απάντηση: «Ξέρετε γιατί το 747 είναι το πιο αξιόπιστο αεροπλάνο του κόσμου; Επειδή τα τέσσερα συστήματα εντολών και ρυθμίσεων που διαθέτει -ένα για κάθε μηχανή- είναι ανεξάρτητα μεταξύ τους. Και επιπλέον, ο πιλότος διαθέτει ένα σύστημα ρύθμισης χειροκίνητο, ανεξάρτητο από τα τέσσερα προηγούμενα» (2). Παράξενη απάντηση σε μια ερώτηση για τις θεωρίες της επικοινωνίας. Η βλάβη, στην αεροπορία, σημαίνει θάνατο. Μήπως δεν έχει το ίδιο νόημα και στην επικοινωνία; Θάνατος της σχέσης, θάνατος του καθορισμού, θάνατος της επικοινωνιακής ύπαρξης για τον homo communicans ο οποίος δεν προσδιορίζεται παρά μόνο με τη μηχανική σχέση του με τους άλλους ανθρώπους-μηχανές;

Σε όποιον θα προσποιούνταν ότι εκπλήσσεται από αυτά, ας θυμηθεί τον πανικό του χρήστη όταν ο υπολογιστής δεν λειτουργεί πια, του τηλεθεατή όταν η τηλεόρασή του σταματά, ή του χρήστη όταν το τηλέφωνό του παθαίνει βλάβη. Η έλλειψη γίνεται έκδηλη-και μάλιστα αγχωτική. Κανείς δεν θα μπορούσε να πει με καλύτερο τρόπο ότι οι μηχανές αποτελούν μέρος του εαυτού μας, ή ακόμη ότι αποτελούμε μέρος αυτών των μηχανών. Η βλάβη είναι μια οδύνη. Ο φόβος της βλάβης, ένας εφιάλτης.

Είναι η μόνη πιθανή αντίφαση στο σύστημα, η μόνη πιθανή δυστυχία. Ο φόβος της βλάβης αντικατέστησε το φόβο του διαβόλου της Αποκάλυψης (3). Συνοπτικά, μόνο η απειλή της βλάβης δίνει ζωή και συναίσθημα στο σύστημα το οποίο τα στερείται. Είναι η τελευταία ζωτική ευκαιρία του συστήματος επικοινωνίας. Ο Νόρθροπ Φράι, στην «Ανατομία της κριτικής» (4), δείχνει ότι η Αποκάλυψη αποτελεί μέρος ενός συνόλου κειμένων που προωθούν την επιθυμητή συνοχή της Πολιτείας, του ανθρώπου και του Θεού. Όπου μπορεί να δει κανείς ότι, όπως ο φόβος της Αποκάλυψης είναι εκεί για να υπηρετεί την πίστη, ο φόβος της βλάβης βρίσκεται εκεί για να εδραιώνει την κυβερνοκουλτούρα.

Όλα αυτά, όμως, ο άνθρωπος, που νιώθει πλήρης και θετικός, χωρίς ανωμαλίες ούτε θυσίες της επικοινωνίας, δεν τα γνωρίζει. Νομίζει ότι κερδίζει πάντα. Δεν ξέρει ότι για να κερδίσει, πρέπει και να χάσει. Δεν ξέρει τι χάνει.

Οι μηχανές, φτιαγμένες για να εξασφαλίσουν παραγωγικότητα και αποτελεσματικότητα, καταλήγουν σε παράδοξες συνέπειες: ενός ανθρώπου τεμπέλη και άχρηστου. Μια ύπαρξη που δεν κάνει τίποτα σπουδαίο από μόνη της. Λαμβάνει βοήθεια στην παραμικρή κίνησή της. Θέλει να πάει στο γραφείο; Το αυτοοδηγούμενο αυτοκίνητο τίθεται στη διάθεσή της και το μόνο που κάνει είναι να ονειρεύεται στο τιμόνι, περιμένοντας τον αυτόματο οδηγό να σημάνει «τέρμα».

Περιέργως το παλιό σύνθημα των φορτηγατζήδων «Οδηγώ για σας» εφαρμόζεται σε όλους. Στη συνέχιση της τεχνολογικής ανάπτυξης το μέλλον του homo communicans είναι η τεμπελιά. Μια ολοκληρωτική και βαθιά οκνηρία τις απαρχές της οποίας μπορούμε ήδη να διακρίνουμε στις καθημερινές μας συμπεριφορές.

Έχουμε μια έντονη αδυναμία να αφήνουμε στις μηχανές τη φροντίδα να απομνημονεύουν για μας, να ηχογραφούν για μας, να μιλούν για μας. Αυτό εκτείνεται από το σημειωματάριο διευθύνσεων με αριθμούς τηλεφώνων και ηλεκτρονικές διευθύνσεις ώς τη διαχείριση βιβλιογραφιών, κειμένων, επαγγελματικών συναντήσεων, λογαριασμών και προγραμματισμού. Η φωνή μας, ηχογραφημένη μια κι έξω -ή μάλλον μια συνθετική φωνή- απαντά για μας. Ανοίγουμε τις πόρτες από απόσταση και κάνουμε «ζάπινγκ» από μακριά με αδιαφορία. Δεν θέλει και πολύ για να πέσουμε σε μια λανθάνουσα νωχέλεια.

Η νωχέλεια νανουρίζεται εξάλλου από ένα αίσθημα μεγάλης ασφάλειας που προκαλούν οι μηχανές παρακολούθησης, ελέγχου, υπερπαρακολούθησης στο τετράγωνο. Η οκνηρία ταιριάζει με την απουσία φόβου, ο τεμπέλης άνθρωπος αισθάνεται πλαισιωμένος απ’ όλες τις πλευρές, καλυμμένος, προστατευμένος. Δεν χρειάζεται να ασχοληθεί με εχθρούς, υπερσύγχρονοι μηχανισμοί ξαγρυπνούν γι’ αυτόν. Αναγνώριση της φωνής και του βλέμματος, ψηφιακό αποτύπωμα, κάμερες με κωδικούς πρόσβασης: δεν έχει τίποτα να φοβηθεί από τους παρείσακτους.

Χωρίς την υποχρέωση να υπερασπιστεί τον εαυτό του, ο άνθρωπος καθαυτός φαίνεται άχρηστος. Μοιάζει με μια προσθήκη που τοποθετήθηκε εκεί τυχαία και που θα μπορούσε κάλλιστα να μην υπάρχει… Κάτι που οι μηχανές κάνουν πράγματι τέλεια, αυτός το κάνει αδέξια, με δισταγμούς και λάθη, λες και μιμείται ατελώς ένα μοντέλο. Επειδή, σύμφωνα με την ίδια παλιά ιδέα ότι το μυαλό είναι μόνο μια αποδυναμωμένη εφαρμογή του παντοδύναμου υπολογιστή, ο άνθρωπος συνειδητοποιεί την αδυναμία του, και αφήνεται να τον κυριέψει το αίσθημα της αχρηστίας του. Η μνήμη του που έχει αδρανήσει είναι γεμάτη τρύπες, πορώδης, αλλά αυτό δεν χρειάζεται θεραπεία, καθώς ο μηχανισμός μνήμης είναι, αν μπορούμε να το πούμε έτσι, σε καλά χέρια. Όσον αφορά την καθημερινή ζωή, χωρίς την παρέμβασή του, τα πράγματα πηγαίνουν καλύτερα. Το μόνο που έχει, λοιπόν είναι να αφήσει τα πράγματα να κυλούν και… να ονειρεύεται, ή να παίζει.

Πράγματι, αντίθετα με ό,τι αναμασάται παντού ως προφανές, ο μελλοντικός homo communicans δεν είναι ο πιεσμένος και αγχωμένος άνθρωπος. Και γιατί να είναι; Τα λάθη του θα τα διορθώνουν οι μηχανές, όπως ολόκληρη η κοινωνία, με τα πολύ ορατά ελαττώματά της, όπως η ανισότητα, η φτώχεια, ο πόλεμος και ο θάνατος, θα γιατρευτεί από την τεχνολογία.

Αυτή η κοινωνία, με βάση την επικοινωνία των πάντων, δεν είναι κοινωνία της ταχύτητας, αλλά κοινωνία της βραδύτητας, του «δεν κάνω τίποτα», του στοχασμού και του παιχνιδιού. Αναμφίβολα, δεν πρόκειται για τη βραδύτητα που εκθειάζει ο Πιέρ Σανσό (5), φιλήδονη βραδύτητα του καιρού που περνά, που γεύεται φρούτα, αέρα και όνειρα. Είναι μια αναγκαστική βραδύτητα, που δημιουργεί ευφορία που καθησυχάζει και προσφέρει ασφάλεια που είναι χωρίς προσδοκία και χωρίς έκπληξη.

Να ονειρεύεται; Να στοχάζεται; Είναι πράγματι αυτό για το οποίο είναι πιο ικανός. Και είναι αναμφίβολα στις ονειροπολήσεις του εκεί όπου θα σφυρηλατηθούν νέες ιδέες… μηχανές για επικοινωνία. Εκεί όπου η εφεύρεση ή η καινοτομία θα τεθούν σε εφαρμογή. Εδώ έγκειται ίσως η πραγματική δουλειά που το μέλλον της επικοινωνίας αναθέτει στον άνθρωπο. Τα υπόλοιπα -σχεδίαση και πραγματοποίηση- τα έχουν αναλάβει οι μηχανές.

Νεκρή μνήμη

Ο Πλάτων προειδοποιούσε τους νέους φιλοσόφους για τη γραφή και το βιβλίο, που υποκαθιστούν μια ζωντανή μνήμη με μια νεκρή, με πρόσχημα την ευκολία. Γραφή και βιβλία που οδηγούν στην τεμπελιά, κάνουν τον αναγνώστη παθητικό. Συμβουλή και συστάσεις που μοιάζουν να ανήκουν σε ένα προϊστορικό παρελθόν (και τι δεν θα έδιναν τώρα οι παιδαγωγοί για να διαβάζουν οι άνθρωποι!). Αλλά, αν η διατύπωση άλλαξε μορφή, δεν άλλαξε περιεχόμενο. Ο στόχος είναι πάντοτε η μεταφορά των υποχρεώσεών του σε έναν εξωτερικό μηχανισμό. Η οκνηρία, η οποία κάθε άλλο παρά είναι το αποτέλεσμα απελευθέρωσης της εργασίας που θα εκτελούσαν οι μηχανές, θα ήταν, στην οπτική του Πλάτωνα, η απόδειξη μιας σκλαβιάς ανάξιας του ανθρώπου.

 

(1) Douglas Couplant, «Microserfs», γαλλική μετάφραση στις εκδόσεις Jean-Claude Lattes, 1996. Ελληνική μετάφραση εκδ. «Νέα Σύνορα» Λιβάνη, 1995.

(2) «Critique de la communication», Seuil, Παρίσι, 1988, τρίτη έκδοση 1992.

(3) Βλ. Ted Byfield, «Le bogue, petite peur de l’ an 2000», «Le Monde diplomatique», Αύγουστος 1999.

(4) Gallimard, Παρίσι, 1969.

(5) Pierre Sansot, «Du bon usage de la lenteur», Payot, Παρίσι, 1998.

 

Facebooktwitterpinterestlinkedintumblrmail
Authors:

Φιλόσοφος, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Παρίσι Ι-Σορβόνη (1937-2018)