Τεχνολογίες του αύριο, ενέργεια του χθες: Ο ψηφιακός κόσμος δουλεύει με κάρβουνο

Συνεργασίες των γιγάντων της Σίλικον Βάλεϊ με την πετρελαϊκή βιομηχανία, τεράστια κατανάλωση ενέργειας και φυσικών πόρων: αντίθετα από όλα όσα δηλώνονταν για μεγάλο χρονικό διάστημα, η ψηφιακή οικονομία δεν είναι ούτε «άυλη» ούτε «πράσινη». Προκαλεί σημαντικές περιβαλλοντικές βλάβες, των οποίων οι συνέπειες κατανέμονται με ιδιαίτερα άνισο τρόπο στην επιφάνεια του πλανήτη.

Είναι χαρακτηριστική η ιστορία ενός μηχανικού της Microsoft, που ο εργοδότης του στέλνει στο Ατυράου, το μεγαλύτερο πετρελαϊκό κοίτασμα του Καζακστάν, το οποίο εκμεταλλεύεται η αμερικανική Chevron σε συνεργασία με το καζακικό κράτος. Εκεί, συμμετέχει σε ένα σεμινάριο για τον τρόπο με τον οποίο η τεχνητή νοημοσύνη και το υπολογιστικό νέφος (cloud computing) (1) μπορούν να καταστήσουν πιο αποτελεσματική την πετρελαϊκή βιομηχανία. Μπροστά σε στελέχη τα οποία δεν καταλαβαίνουν πολλά πράγματα από την κομπιουτεράδικη ορολογία που τους αραδιάζει, παρουσιάζει –κάπως ζορισμένος– την παράσταση που του έχει ζητήσει να παίξει η Microsoft.

Τα διακυβεύματα είναι σημαντικά. Το 2017, η Chevron υπέγραψε με την επιχείρηση που ίδρυσε ο Μπιλ Γκέιτς μια συνεργασία διάρκειας επτά ετών, προκειμένου να της παρέχει εξ αποστάσεως υπηρεσίες. Έκτοτε, η Microsoft είναι επιφορτισμένη με την αποθήκευση και την ανάλυση terabytes δεδομένων που στέλνουν κάθε μέρα οι πετρελαιοπηγές, εφοδιασμένες καθώς είναι με τεράστιο αριθμό αισθητήρων.

Ωστόσο, στο Ατυράου το σεμινάριο λαμβάνει μια κάπως ασυνήθιστη τροπή. Τα στελέχη της Chevron ρωτούν τον μηχανικό για τη δυνατότητα εγκατάστασης εξελιγμένων συστημάτων επιτήρησης, τα οποία θα μπορούσαν να επιτρέψουν τον αλγοριθμικό εντοπισμό των ύποπτων συμπεριφορών των εργαζομένων στις πετρελαιοπηγές ή την ανάλυση της προσωπικής ηλεκτρονικής αλληλογραφίας τους! Επιστρέφοντας στις ΗΠΑ, έχει την αίσθηση ότι έζησε μια «σουρεαλιστική εμπειρία», όπου «όλοι οι παρόντες συζητούσαν, σαν να επρόκειτο για το φυσιολογικότερο πράγμα του κόσμου, για την εγκατάσταση ενός πανοπτικού συστήματος για την επιτήρηση της εργασίας». Αποφασίζει τότε να διηγηθεί την εμπειρία του σε ένα μακροσκελές άρθρο (2).

Εδώ και μερικά χρόνια, εντείνεται η προσέγγιση ανάμεσα στους σημαντικότερους παίκτες του ψηφιακού καπιταλισμού και στις μεγάλες πετρελαϊκές βιομηχανίες. Η Amazon δημιούργησε την υπηρεσία υπολογιστικού νέφους AWS Oil and Gas Solutions, χρηματοδοτεί διαλέξεις της πετρελαϊκής βιομηχανίας και έχει προσλάβει πλήθος ειδικών της τεχνητής νοημοσύνης, εξειδικευμένους στις εφαρμογές που προορίζονται για τον τομέα της ενέργειας. Από την πλευρά της, η Google υπέγραψε συμφωνίες με την Total, την Anadarko και την Nine Energy Service, ενώ ταυτόχρονα δημιούργησε τη δική της υπηρεσία Oil Gas and Energy στο πλαίσιο του Google Cloud. Όσο για τη Microsoft, έχει συνάψει συνεργασίες όχι μόνο με την Chevron, αλλά και με την ΒΡ, την Equinor και την Exxon.

Οι συμμαχίες οφείλονται στις προοπτικές που ανοίγονται από τα μαζικά δεδομένα (big data) και την τεχνητή νοημοσύνη. Η πετρελαϊκή βιομηχανία στηρίζεται σε αυτές τις τεχνολογίες προκειμένου να εντοπίσει με μεγαλύτερη ακρίβεια τα κοιτάσματα και να μειώσει τα κόστη της χάρη στην αυτοματοποίηση. Από την πλευρά τους, οι γίγαντες του ψηφιακού τομέα βλέπουν μια ιδιαίτερα κερδοφόρα αγορά για τις υπηρεσίες αποθήκευσης και επεξεργασίας δεδομένων που προσφέρουν, αλλά και για τις λύσεις μηχανικής μάθησης (machine learning) που διαθέτουν.

Το σκοτεινό σημείο σε αυτήν την υπόθεση είναι το γεγονός ότι αυτές οι συνεργασίες πολλαπλασιάζονται τη στιγμή που τα τμήματα επικοινωνίας τους μας βομβαρδίζουν με ειδήσεις για την αδιαπραγμάτευτη στράτευση της Σίλικον Βάλεϋ στην υπόθεση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Όταν ορισμένοι εργαζόμενοί του κάλεσαν τον Τζεφ Μπέζος, τον ιδρυτή της Amazon, να σταματήσει κάθε συνεργασία με την πετρελαϊκή βιομηχανία, εκείνος εξήγησε, τον Σεπτέμβριο του 2019, ότι φιλοδοξούσε να προσφέρει στην πετρελαϊκή βιομηχανία τα «καλύτερα δυνατά εργαλεία» για να πραγματοποιήσει την «μετάβασή της σε ένα νέο ενεργειακό μοντέλο» (3). Να τερματίσουμε την εξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα βοηθώντας τους κυριότερους παραγωγούς του κλάδου να αυξήσουν την κερδοφορία τους: πώς και δεν το είχε σκεφθεί κανείς άλλος προηγουμένως;

Καταστροφικές συνέπειες του «Ίντερνετ των πραγμάτων»

Εάν η εξόρυξη πετρελαίου και η άντληση δεδομένων αποτελούν τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος, στην πραγματικότητα εκείνο που πρέπει να αμφισβητηθεί είναι ολόκληρη η αντίθεση ανάμεσα στον θερμο-βιομηχανικό καπιταλισμό που γεννήθηκε τον 19ο αιώνα και στον υποτιθέμενο «άυλο», «μεταβιομηχανικό» και «πράσινο» ψηφιακό καπιταλισμό. «Το υπολογιστικό νέφος αρχίζει με τον άνθρακα», δήλωνε το 2013 μια έκθεση του συμβούλου επιχειρήσεων Μαρκ Π. Μιλς, η οποία είχε χρηματοδοτηθεί από την… εξορυκτική βιομηχανία (4). Πράγματι, οι σημερινές ψηφιακές εταιρείες αποτελούν τη συνέχεια μιας ιστορικής τροχιάς που ξεκίνησε πριν από δύο αιώνες στο Ηνωμένο Βασίλειο με τη μεγάλης κλίμακας εκμετάλλευση του άνθρακα. Έκτοτε, η παγκόσμια κατανάλωση αυτού του καυσίμου δεν έπαψε να αυξάνεται, παρόλη την σταδιακή χρήση και άλλων μορφών πρωτογενούς ενέργειας: φυσικό αέριο, πετρέλαιο, πυρηνική ενέργεια, ηλιακή ενέργεια κ.λπ. (5). Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Ενέργειας (ΙΕΑ), η χρήση άνθρακα –η οποία εντείνεται στην Κίνα, την Ινδία και τη Νοτιοανατολική Ασία– δεν πρόκειται να μειωθεί κατά τη διάρκεια των επόμενων ετών (6).

Σε γενικές γραμμές, η παγκόσμια ενεργειακή κατανάλωση εξακολουθεί να αυξάνεται (+2,3% το 2018) και εξακολουθεί να προέρχεται σε ποσοστό πάνω από 80% από ορυκτά καύσιμα (7). Επίσης αυξάνεται και η ποσότητα ενέργειας που απαιτείται για την παραγωγή ενέργειας, στον βαθμό που επιχειρείται η εκμετάλλευση κοιτασμάτων χαμηλότερης ποιότητας ή των λεγόμενων «μη συμβατικών» υδρογονανθράκων, όπως οι ασφαλτούχες άμμοι. Έτσι, εκείνο που οι ειδικοί αποκαλούν «λόγο ενεργειακής απόδοσης» φθίνει διαρκώς. Ενώ «πριν από ένα αιώνα χρειαζόταν κατά μέσο όρο η ενέργεια ενός βαρελιού πετρελαίου για την εξόρυξη 100 βαρελιών, σήμερα η ίδια ποσότητα ενέργειας, σε ορισμένες ζώνες γεωτρήσεων, δεν παράγει παρά μονάχα 35 βαρέλια» (8).

Βέβαια, η ψηφιακή οικονομία δεν είναι η μόνη υπεύθυνη γι’ αυτήν την ολέθρια πορεία, αλλά συμμετέχει σε σημαντικό βαθμό στη συνέχισή της. Σύμφωνα με δύο πρόσφατος εκθέσεις, αντιπροσωπεύει περισσότερο από το 4% της παγκόσμιας πρωτογενούς κατανάλωσης ενέργειας. Και αυξάνεται με ρυθμό 9% ετησίως, στον βαθμό που οι αναδυόμενες χώρες αυξάνουν τον ηλεκτρονικό εξοπλισμό τους και οι χρήσεις της διαφοροποιούνται (9). Στον απολογισμό, βαραίνει περισσότερο η κατασκευή των τερματικών και των δικτύων υποδομών, ενώ ακολουθεί η κατανάλωση που απαιτεί ο ηλεκτρονικός εξοπλισμός, τα δίκτυα και οι «φάρμες διακομιστών» (κέντρα δεδομένων, data centers). Έτσι, η κατασκευή ενός φορητού υπολογιστή προκαλεί την εκπομπή 330 κιλών αερίων ισοδύναμων του CO2, ενώ παράλληλα απαιτεί τεράστιες ποσότητες νερού και πρώτων υλών, κυρίως μετάλλων όπως το παλλάδιο, το κοβάλτιο ή οι σπάνιες γαίες. Μονάχα στη λειτουργία των κέντρων δεδομένων οφείλεται το 19% του ενεργειακού αποτυπώματος ολόκληρου του ψηφιακού τομέα.

Και μόνο η απλή διαδικτυακή παρακολούθηση βίντεο, αποθηκευμένα καθώς είναι σε αυτές τις γιγάντιες υλικές υποδομές, εκτιμάται ότι το 2018 προκάλεσε εκπομπή αερίων του θερμοκηπίου αντίστοιχη με εκείνες μιας χώρας όπως η Ισπανία. Πράγματι, παρ’ όλο που τόσο η Google όσο και η Apple υπερηφανεύονται ότι λειτουργούν κατά 100% με ανανεώσιμες μορφές ενέργειας, δεν συμβαίνει το ίδιο στην περίπτωση της Amazon, του κυριότερου παίκτη στον τομέα του υπολογιστικού νέφους. Σύμφωνα με μια έκθεση της Greenpeace, το γιγάντιο κέντρο δεδομένων της στην Βιρτζίνια, από όπου διέρχεται το 70% της παγκόσμιας διαδικτυακής κυκλοφορίας, χρησιμοποιεί μονάχα κατά 12% ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές. Καταφεύγει κατά κύριο λόγο στη φθηνή ενέργεια που παράγεται από το κάρβουνο που εξορύσσεται στα Απαλάχια Όρη, «αποκεφαλίζοντας» με εκρηκτικά τις κορυφές των γειτονικών βουνών… Στην Κίνα, το 73% της ενέργειας που καταναλώνουν τα κέντρα δεδομένων εξακολουθεί να προέρχεται από τον άνθρακα (10). Αυτοί οι αριθμοί είναι ανησυχητικοί όταν γνωρίζουμε ότι προβλέπεται εκρηκτική άνοδος της ποσότητας των δεδομένων, συνέπεια του αναμενόμενου πολλαπλασιασμού των διασυνδεδεμένων με το Διαδίκτυο αντικειμένων.

Μια ακόμη πιο σημαντική παράμετρος είναι ότι οι τεχνολογίες στις οποίες στηρίζεται ο ψηφιακός καπιταλισμός έχουν σχεδιαστεί χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι οικολογικές απαιτήσεις. Ο τομέας της τεχνητής νοημοσύνης αποτελεί ένα διαφωτιστικό παράδειγμα. Μια μελέτη του πανεπιστημίου Άμχερστ της Μασαχουσέτης κατέδειξε ότι ένα τυπικό πρόγραμμα μη εποπτευόμενης εκμάθησης μηχανής εκπέμπει σήμερα, κατά τη διάρκεια ολόκληρου του κύκλου της ανάπτυξής του, περίπου 240 τόνους ισοδυνάμου CO2, δηλαδή πενταπλάσιες ποσότητες από εκείνες που συνεπάγεται ο κύκλος ζωής ενός αυτοκινήτου, από την κατασκευή έως την απόσυρση και την αποσυναρμολόγηση (11). Όπως επισημαίνει ο ερευνητής Κάρλος Γκόμεζ Ροντρίγκεζ, «η πλειονότητα των πρόσφατων ερευνών στο επίπεδο της τεχνητής νοημοσύνης παραμελούν την ενεργειακή αποδοτικότητα, επειδή διαπιστώθηκε ότι τα [εξαιρετικά ενεργοβόρα] πολύ μεγάλα δίκτυα νευρώνων είναι χρήσιμα για την εκτέλεση μιας μεγάλης ποικιλίας καθηκόντων και επειδή οι επιχειρήσεις και τα ιδρύματα που έχουν πρόσβαση σε άφθονους πόρους πληροφοριών αποκομίζουν με αυτό τον τρόπο συγκριτικό πλεονέκτημα απέναντι στον ανταγωνισμό» (12). Με άλλα λόγια, οι γίγαντες της τεχνολογίας δεν έχουν σχεδόν κανένα συμφέρον να επινοήσουν λιγότερο ενεργοβόρες μεθόδους.

Επιπλέον, οι μεγάλες εταιρείες του κλάδου δεν κερδίζουν τίποτα αν οι χρήστες τους υιοθετήσουν οικολογική συμπεριφορά. Η μελλοντική ευημερία τους προϋποθέτει ότι καθένας μας θα συνηθίσει να ανάβει το φως μιλώντας σε έναν εικονικό προσωπικό βοηθό και όχι πατώντας έναν χαζό διακόπτη. Όμως, το οικολογικό κόστος αυτών των δύο πράξεων κάθε άλλο παρά συγκρίσιμο είναι. Η πρώτη προϋποθέτει έναν εξελιγμένο ηλεκτρονικό εξοπλισμό εφοδιασμένο με «φωνητικό βοηθό», για την ανάπτυξη του οποίου καταναλώθηκαν τεράστιες ποσότητες πρώτων υλών, ενέργειας και εργασίας (13). Είναι απλώς παράλογο να είναι κάποιος ταυτόχρονα υπέρμαχος του «Ίντερνετ των πραγμάτων» και του αγώνα ενάντια στην κλιματική κρίση: απλούστατα, η αύξηση του αριθμού των διασυνδεδεμένων αντικειμένων επιταχύνει την καταστροφή του περιβάλλοντος. Και τα δίκτυα 5G εκτιμάται ότι θα οδηγήσουν στον διπλασιασμό ή στον τριπλασιασμό της ενεργειακής κατανάλωσης των παρόχων κινητής τηλεφωνίας κατά την επόμενη πενταετία.

Από την σκοπιά της οικολογίας, ο ψηφιακός καπιταλισμός δεν περιορίζεται μονάχα στους γίγαντες της Σίλικον Βάλεϋ ούτε στους κύκλους των start-up, των νεοφυών επιχειρήσεων. Αποτελεί μάλλον μια «οικονομία-κόσμο», με την έννοια που έδινε στον όρο ο ιστορικός Φερνάν Μπροντέλ: ένα συνεκτικό σύνολο οικονομικών παραγόντων των οποίων οι σχέσεις είναι δομημένες βάσει ενός καταμερισμού σε κέντρα και περιφέρειες. Ο Κόλπος του Σαν Φρανσίσκο αποτελεί την καρδιά αυτής της οικονομίας-κόσμου και η ευημερία του οφείλεται κυρίως στις ασύμμετρες σχέσεις του με τους κυριαρχούμενους χώρους, από τα αφρικανικά ορυχεία κολτανίου έως τα ασιατικά εργοστάσια συναρμολόγησης, χωρίς να λησμονούμε και τις χωματερές ηλεκτρονικών αποβλήτων της Γκάνας. Σε αυτό το σύστημα, οι βιομηχανικές μέθοδοι παραγωγής δημιουργούν άνισα κατανεμημένα οικολογικά κόστη.

Κατ’ αυτόν τον τρόπο, οι περιβαλλοντικές αδικίες παίρνουν τη μορφή άνισης οικολογικής συναλλαγής, δηλαδή ένα παράγωγο της «άνισης συναλλαγής» που θεωρητικοποιήθηκε κυρίως από τον μαρξιστή οικονομολόγο Αργύρη Εμμανουήλ κατά τη δεκαετία του 1960: πίσω από τη φαινομενική ισότητα της νομισματικής συναλλαγής, η καπιταλιστική οικονομία-κόσμος στηρίζεται σε ασύμμετρες μεταβιβάσεις φυσικών πόρων μεταξύ των κέντρων και των περιφερειών (14). Όταν μια επιχείρηση του Βορρά αγοράζει πρώτες ύλες αξίας 1.000 δολαρίων και μια επιχείρηση του Νότου πληρώνει 1.000 δολάρια για δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας, οι αξίες των νομισμάτων είναι ίδιες, χωρίς όμως να είναι ίδιες και οι επιπτώσεις πάνω στη φύση, καθώς τα κέντρα εξωτερικοποιούν τις περιβαλλοντικές συνέπειες της ανάπτυξής τους.

Ο ψηφιακός καπιταλισμός απεικονίζει άψογα αυτή τη λογική. Μονάχα η κατασκευή των υπολογιστών και των κινητών τηλεφώνων απορροφά το 23% της παγκόσμιας παραγωγής κοβαλτίου και το 19% των σπάνιων γαιών (15). Όμως, το κοβάλτιο προέρχεται κατά κύριο λόγο από την Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, όπου συχνά εξορύσσεται από παιδιά σε εμπόλεμες ζώνες, με πλήρη καταστρατήγηση των ανθρώπινων δικαιωμάτων και του περιβαλλοντικού δικαίου (16). Όσο για τις σπάνιες γαίες, η Κίνα κυριαρχεί στην παγκόσμια παραγωγή, με τίμημα όμως την όξινη βροχή και τη ρύπανση από βαρέα μέταλλα των καλλιεργούμενων εκτάσεων και των υδάτινων αποθεμάτων της.

Ο δημοσιογράφος Γκιγιόμ Πιτρόν συνοψίζει ως εξής την κατάσταση: «Οι Κινέζοι και οι Δυτικοί έχουν κατανείμει αναμεταξύ τους, απλά και όμορφα, τα καθήκοντα της μελλοντικής μετάβασης σε ένα νέο ενεργειακό και ψηφιακό μοντέλο: οι πρώτοι θα λερώνουν τα χέρια τους για να παράγουν τα συστατικά της green tech, της “πράσινης τεχνολογίας”, ενόσω οι δεύτεροι θα τα αγοράζουν και θα μπορούν κατ’ αυτόν τον τρόπο να υπερηφανεύονται για τις ορθές οικολογικές πρακτικές τους» (17). Η λειτουργία της ψηφιακής οικονομίας-κόσμου δεν καταργεί τα οικολογικά σύνορα: απλώς τα μετατοπίζει.

 

1) Αποθήκευση και επεξεργασία των δεδομένων ενός πελάτη σε απομακρυσμένους διακομιστές που ανήκουν σε εξειδικευμένο πάροχο.

2) Zero Cool, «Oil is the new data», «Logic», Νο 9, Σαν Φρανσίσκο, 7 Δεκεμβρίου 2019.

3) Αναφέρεται από τους David McCabe και Karen Weise, «Amazon accelerates efforts to fight climate change», «The New York Times», 19 Σεπτεμβρίου 2019.

4) Mark P. Mills, «The cloud begins with oil», Digital Power Group, Νέα Υόρκη-Ουάσιγκτον, Αύγουστος 2013.

5) Cristophe Bonneuil και Jean-Baptiste Fressoz, «L’Evénement anthropocène», Seuil, συλλ. «Anthropocène», Παρίσι, 2013.

6) «Coal 2019. Analysis and forecasts to 2024», ΙΕΑ, Παρίσι, 2019,

7) Christopher J. Rhodes, «Endangered elements, critical raw materials, and conflict minerals», «Science Progress», τόμος 102, τ. 4, Θάουζαντ Οκς (Καλιφόρνια), 2019.

8) Guillaume Pitron, «La Guerre des métaux rares. La face cachée de la transition énergétique et numérique», Les Liens qui libèrent, Παρίσι, 2018.

9) Frédéric Bordage (επιμ.), «Empreinte environnementale du numérique mondial», GreenIT.fr, Οκτώβριος 2019. Και Maxime Efoui-Hess (επιμ.), «Climat: l’insoutenable usage de la vidéo en ligne», The Shift Project, Παρίσι, Ιούλιος 2019, https://theshiftproject.org/

10) Naomi Xu Elegant, «The Internet cloud has a dirty secret», «Fortune», Νέα Υόρκη, 18 Σεπτεμβρίου 2019.

11) Αναφέρεται από την Karen Hao, «Training a single AI model can emit as much carbon as five cars in their lifetimes», «MIT Technology Review», Κέμπριτζ (Μασαχουσέτη), 6 Ιουνίου 2019.

12) Emma Strubel, Ananya Ganesh και Andrew McCallum, «Energy and policy considerations for deep learning in NLP» 57η συνάντηση της Association for Computational Linguistics, Φλωρεντία, Ιούλιος 2019.

13) Kate Crawford και Vladan Joler, «Anatomy of an AI System», AI Now Institute & Share Lab, Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης, 7 Σεπτεμβρίου 2018.

14) Alf Hornbog, «Nature, Society, and Justice in the Anthropocene: Unraveling the Money-Energy-Technology Complex», Cambridge University Press, 2019.

15) Guillaume Pitron, «La Guerre des métaux rares», όπ.π.

16) Annie Kelly, «Apple and Google named in US lawsuit over Congolese child cobalt mining deaths», «The Guardian», Λονδίνο, 16 Δεκεμβρίου 2019.

17) Guillaume Pitron, «La Guerre des métaux rares», όπ.π.

 

Facebooktwitterpinterestlinkedintumblrmail
Authors:

Επίκουρος καθηγητής πληροφορικής και επικοινωνίας. Συγγραφέας του «Utopie du logiciel libre. Du bricolage informatique à la réinvention sociale», Le Passager clandestin, Παρίσι, 2018.