Όταν οι λαοί της Ανατολικής Ευρώπης αγωνίζονταν στο όνομα του κομμουνιστικού ιδεώδους

Η παθητική στάση των λαών του σοβιετικού συνασπισμού συγκαταλέγεται στα στερεότυπα που μεταλλάχθηκαν σε ιστορικές αλήθειες μετά την πτώση του Τείχους. Σύμφωνα με τη Δύση επρόκειτο για μάζες χωρίς ελεύθερη βούληση, με μόνη ικανότητα να υπακούουν δουλικά στον κομμουνισμό, αναθεματίζοντάς τον συγχρόνως. Ωστόσο, πολλά από τα κοινωνικά κινήματα που έδωσαν χρώμα στην ιστορία του Ανατολικού Μπλοκ στην πραγματικότητα προσδοκούσαν έναν πραγματικό σοσιαλισμό.

Η κατάρρευση του σοβιετικού συνασπισμού από το 1989 μέχρι το 1991 πάντα καταλήγει σαν μια σειρά από γραφικές, ζωηρόχρωμες εικονογραφήσεις εποχής (1). «Το 1989», εξηγεί ο Βρετανός πολιτικός αναλυτής Τίμοθι Γκάρτον Ας, «οι Ευρωπαίοι πρότειναν ένα νέο μοντέλο μη βίαιης επανάστασης –ένα μοντέλο βελούδινης επανάστασης» (2). Με δυο λόγια, μια αντίστροφη εικόνα εκείνης που παρουσίαζαν τα Χειμερινά Ανάκτορα τον Οκτώβριο του 1917. Τίποτα δεν ενσαρκώνει καλύτερα αυτό το μοντέλο από ό,τι η Τσεχοσλοβακία και ο διάσημος αντιφρονών και αργότερα πρόεδρός της το 1989, Βάτσλαβ Χάβελ, ένας δραματουργός που είχε φυλακιστεί για πολύ καιρό από το καθεστώς. Η θεώρηση αυτή αποδίδει ιδιαίτερο βάρος στη φιλελεύθερη ιδεολογία και στους εκπροσώπους της κατά τη νίκη της Δύσης στο τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Ωστόσο, ο ίδιος ο Χάβελ δεν είχε πειστεί γι’ αυτό. Το 1989 παραδεχόταν ότι «δεν είχε ωριμάσει ο καιρός για ένα σχίσμα. (…) Δεν είχαμε παρά ελάχιστη επιρροή στα γεγονότα αυτά καθαυτά». Και έδειχνε τον καθοριστικό παράγοντα, που βρισκόταν λίγο πιο ανατολικά: «Η Σοβιετική Ένωση δεν μπορούσε πλέον να επέμβει, ειδάλλως θα πυροδοτούσε μια διεθνή κρίση και θα κατέστρεφε τη νέα πολιτική τής περεστρόικα [«ανασυγκρότηση»]» (3).

Μερικά χρόνια νωρίτερα, ο Γκάρτον Ας είχε χρησιμοποιήσει τον νεολογισμό «refolution», σύμπτυξη των λέξεων «reform» (μεταρρύθμιση) και «revolution» (επανάσταση) (4) προκειμένου να συνοψίσει δύο συνδυασμένα χαρακτηριστικά της περιόδου 1989-1991: μια εκ νέου αμφισβήτηση της κοινωνικοπολιτικής και οικονομικής διάρθρωσης του υπάρχοντος συστήματος προς μια καπιταλιστική κατεύθυνση (επαναστατική ή αντεπαναστατική, ανάλογα με την οπτική γωνία), αλλά μέσα από άνωθεν επιβληθείσες μεταρρυθμίσεις. Η Χάρτα 77, για παράδειγμα –το μέτωπο διανοουμένων αντιφρονούντων στο οποίο ανήκε ο Χάβελ– επεδείκνυε μια αξιοσημείωτη αντίσταση στην «κανονικοποίηση» της υπό κατοχή Τσεχοσλοβακίας, εντούτοις δεν εκδήλωνε καμία συναίνεση σε σχέση με τα κοινωνικοοικονομικά διακυβεύματα και δεν στηριζόταν σε καμία οργανωμένη κοινωνική βάση.

Ωστόσο, μαζικές δημοκρατικές κινητοποιήσεις υπήρξαν στην καρδιά αυτών των καθεστώτων: εργατικές εξεγέρσεις τον Ιούνιο του 1953 στο Βερολίνο, εργατικά συμβούλια στην Πολωνία και στην Ουγγαρία το 1956, η «Άνοιξη της Πράγας» το 1968 (η οποία επιμηκύνθηκε λόγω της ανάδυσης των τσεχοσλοβάκικων εργατικών συμβουλίων), ο επαναστατικός συνδικαλισμός της Αλληλεγγύης (Solidarność) στο Γκντανσκ της Πολωνίας το 1980. Αυτή ακριβώς είναι η ιστορία που ακυρώνει ή παραποιεί η φιλελεύθερη ερμηνεία του 1989 προκειμένου να την οικειοποιηθεί, παρουσιάζοντάς την ως αντικομμουνιστική. Όμως, αυτά τα κοινωνικά κινήματα δεν αγωνίζονταν για την αποκατάσταση του καπιταλισμού: αντίθετα, στρατεύονταν εν ονόματι των σοσιαλιστικών ιδεωδών.

Εργατικά συμβούλια στην Πολωνία και στην Ουγγαρία

Όσο κι αν το τέλος του μονοκομματισμού έχαιρε της αποδοχής της πλειοψηφίας του κόσμου, «πίσω από το Τείχος», υπενθύμιζε ο φιλόσοφος Σλάβοϊ Ζίζεκ, «οι λαοί δεν ονειρεύονταν τον καπιταλισμό» («Le Monde», 7 Νοεμβρίου 2009). Ο θρίαμβος του τελευταίου δεν ήταν απόρροια της βούλησης των μαζών, αλλά της επιλογής της κομμουνιστικής νομενκλατούρας να μετατρέψει τα προνόμια της θέσης της σε προνόμια ιδιοκτησίας. Αν και αυτή η «μεγάλη μεταστροφή» των ελίτ έχει αναλυθεί (5), δεν υπάρχουν μελέτες αναφορικά με την κοινωνική βάση του παλαιού μοναδικού κόμματος. Και η κοινωνική βάση αυτή, την περίοδο που ήταν εξεγερμένη, δεν απαιτούσε ιδιωτικοποιήσεις.

«Θα μπορούσε να διερωτηθεί κάποιος γιατί, από όλες τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, η εργατική τάξη στην Πολωνία είναι εκείνη που ξεκινά κάθε τόσο την ταξική πάλη –και γιατί τώρα», παρατηρούσε ο Πολωνός δημοσιογράφος και παλαιός κομμουνιστής αγωνιστής Βίκτορ Φάι το 1980 (6). Κάθε ένας από τους μεγάλους αγώνες της Πολωνίας για ανεξαρτησία σημαδεύτηκε από ισχυρές εργατικές κινητοποιήσεις οι οποίες, μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, αναπτύσσονται διατηρώντας μια διακριτική σχέση με το Κομμουνιστικό Κόμμα της Πολωνίας (Πολωνικό Κόμμα Ενωμένων Εργατών, PZPR), αλλά και με τη μεταβαλλόμενη απέναντι στα ανατολικοευρωπαϊκά κομμουνιστικά κόμματα πολιτική του Κρεμλίνου.

Έτσι, το ρήγμα στις σχέσεις του Γιουγκοσλάβου ηγέτη Γιόζιπ Μπροζ, του αποκαλούμενου Τίτο, με τον Ιωσήφ Στάλιν το 1948, που εξέφρασε την προστριβή μεταξύ της φιλοδοξίας για την κυριαρχία ενός εθνικού κομμουνισμού και της ηγεμονικής πολιτικής του Κρεμλίνου, συνοδεύτηκε από «αντιτιτοϊκές» εκκαθαρίσεις στην Πολωνία, τη Βουλγαρία, την Ουγγαρία και την Τσεχοσλοβακία. Μετά τον θάνατο του Στάλιν, η δημόσια συγγνώμη του διαδόχου του, Νικίτα Χρουστσόφ, στους Γιουγκοσλάβους κομμουνιστές και η καταγγελία των εγκλημάτων του Στάλιν κατά το 20ό Συνέδριο του Κομμουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής Ένωσης τον Φεβρουάριο του 1956 αναπτέρωσε την ελπίδα ότι η Μόσχα θα σεβόταν τις σχέσεις ισοτιμίας, εθνικές και κοινωνικές, πάνω στις οποίες ήταν θεωρητικά δομημένο το σοβιετικό σύμπαν.

Μέχρι τη δεκαετία του 1980, όλες οι μεγάλες δημοκρατικές εξεγέρσεις θα επιδιώξουν, είτε ρητά είτε στην πράξη, να μειώσουν το χάσμα μεταξύ της πραγματικότητας της γραφειοκρατικής καταπίεσης και των αρχών του σοσιαλισμού. Έτσι, η εμφάνιση των εργατικών συμβουλίων στην Πολωνία και στην Ουγγαρία το 1956 είναι αλληλένδετη με την απαίτηση να παραγκωνιστούν οι σταλινικοί ηγέτες και υποστηρίχθηκε από σημαντικές συνιστώσες του κάθε κόμματος. Συνειδητοποιώντας τα όρια της αποσταλινοποίησης της ΕΣΣΔ, η τιτοϊκή Γιουγκοσλαβία το 1956 αποφασίζει να προωθήσει το Κίνημα των Αδεσμεύτων, επιβεβαιώνοντας παράλληλα ότι η αυτοδιαχείριση (σε αντίθεση με τον κεντρικό σχεδιασμό) είναι ο «γιουγκοσλαβικός δρόμος προς τον σοσιαλισμό».

Στην Πολωνία, η θριαμβευτική επάνοδος, τον Οκτώβριο του 1956, του de facto ηγέτη της αμέσως μετά τον πόλεμο, Βλάντισλαβ Γκομούλκα, στην ηγεσία του PZPR (από το οποίο είχε διαγραφεί το 1948), η αποκολλεκτιβοποίηση της γης και η εύνοια στην ηγεσία του κλήρου ανησύχησαν τη Μόσχα. Παρ’ όλα αυτά, η δήλωση πίστης του Πολωνού ηγέτη στον κομμουνισμό και η υπόσχεση του σεβασμού στον «μεγάλο σοβιετικό αδελφό» οδήγησαν το Κρεμλίνο να επικεντρωθεί στην ποδηγέτηση της Ουγγαρίας. Η Πολωνία γλίτωσε τη σοβιετική επέμβαση, ωστόσο τα εργατικά συμβούλια έγιναν κατευθυνόμενα, αν και στα πανεπιστήμια παραχωρήθηκαν δικαιώματα αυτοδιαχείρισης –εξάλλου, η απειλή της αμφισβήτησής τους θα πυροδοτήσει τη φοιτητική έκρηξη του 1968.

Στη διάρκεια της επόμενης δεκαετίας, οι εκρήξεις εργατικών απεργιών ενάντια στα σχέδια ανόδου των τιμών μαρτυρούσαν τη δύναμη της προσήλωσης στο διώνυμο «κοινωνική ισότητα» και «εργασιακή σταθερότητα», το θεμέλιο εκείνου που ο οικονομολόγος Μάικλ Λέμποβιτς ερμηνεύει ως ένα είδος (αλλοτριωμένου) «κοινωνικού συμβολαίου», βάσει του οποίου το μοναδικό κόμμα επεδίωκε να σταθεροποιήσει την κυριαρχία του, στο όνομα αλλά και στην πλάτη των εργατών (7). Η σοσιαλιστική νομιμότητα, που θεωρούσε τους παραγωγούς ιδιοκτήτες των μέσων παραγωγής, εκδηλώθηκε επανειλημμένα με την εμφάνιση εργατικών συμβουλίων στους κόλπους των επιχειρήσεων, την ίδια ώρα που αποκηρύσσονταν τα προνόμια της κομμουνιστικής νομενκλατούρας. Ποτέ οι ηγέτες δεν θεωρήθηκαν νόμιμοι ιδιοκτήτες. Η επιστροφή του καπιταλισμού μετά το 1989 είναι εκείνη που θα θεσπίσει την πραγματική δυνατότητα ιδιοκτησίας που είχαν, στην προκείμενη περίπτωση τη δυνατότητα να πουλήσουν τα εργοστάσια και να αποκαλύψουν στον λαό την καπιταλιστική ανεργία.

Οι δύο Solidarność

Στο μεταξύ, το κόμμα-κράτος είχε την εξουσία να διοικεί τις επιχειρήσεις, εξουσία την οποία χρησιμοποιούσε με σκοπό να σταθεροποιήσει την κυριαρχία του με τρόπο διαφορετικό της καταστολής. Έτσι, ο επίσημος συνδικαλισμός επικέντρωνε τη δράση του στη διανομή ενός κοινωνικού εισοδήματος, μη χρηματικού και συνδεδεμένου με την εργασία στα κομπινάτ (8), που έπαιρνε τη μορφή της πρόσβασης σε στέγαση, σε υπηρεσίες υγείας, σε παραθεριστικά κέντρα και σε καταστήματα. Κατά την τελευταία δεκαετία της ύπαρξης της ΕΣΣΔ, πάνω από το 60% των εισοδημάτων των εργατών προερχόταν από αυτά τα σε είδος συλλογικά ταμεία (9). Με το σύστημα αυτό όλες οι επιλογές και οι μηχανισμοί της οικονομίας (συμπεριλαμβανομένων των τιμών) θεωρούνταν, δικαιολογημένα, πολιτικές. Εξ ου και η άμεσα ανατρεπτική δυναμική των απεργιών που αντέστρεφε, σχεδόν αυτόματα, τις οικονομικές προκλήσεις, μετατρέποντάς τις σε απαίτηση για κοινωνικά δικαιώματα και ιδιοκτησία, που αναγνωρίζονταν ως νόμιμα.

Ωστόσο, κατά τη δεκαετία του 1960, οι μεταρρυθμίσεις του συστήματος κεντρικού σχεδιασμού αποσκόπησαν στην ελάττωση της σπατάλης και στη βελτίωση της ποιότητας των προϊόντων, χωρίς όμως ουσιώδη αύξηση των εργατικών δικαιωμάτων. Στόχος των μεταρρυθμίσεων ήταν η αυτονομία στη διοίκηση των επιχειρήσεων και η προτροπή προς τους διευθυντές να συμπιέσουν τα έξοδα, πράγμα που απειλούσε το κοινωνικό συμβόλαιο. Οι απόπειρες εμποδίστηκαν από τις απεργίες (στην Πολωνία) ή κατέληξαν, συνεπεία της δράσης κοινωνικών κινημάτων, σε διεύρυνση των ελευθεριών και των δικαιωμάτων των εργαζομένων στις επιχειρήσεις, όπως συνέβη το 1968 στην Τσεχοσλοβακία. Στη Γιουγκοσλαβία, ο «σοσιαλισμός της αγοράς» υπέστη επιβράδυνση στις αρχές της δεκαετίας του 1970 μετά το ξέσπασμα απεργιών και πολιτικών αντιπαραθέσεων (ο «Ιούνιος του ’68» του Βελιγραδίου) ενάντια στις ανισότητες και την «κόκκινη μπουρζουαζία». Η βίαιη καταστολή των απεργιών στην Πολωνία το 1970 προκάλεσε την πτώση του Γκομούλκα, ο οποίος αντικαταστάθηκε από τον πρώην ανθρακωρύχο Έντβαρντ Γκιέρεκ, πρόεδρο από το 1970 έως το 1980.

Στην Πολωνία, τη Γιουγκοσλαβία, την Ουγγαρία, τη Ρουμανία και τη Λαοκρατική Δημοκρατία της Γερμανίας (ΛΔΚ), ο φραγμός στις μεταρρυθμίσεις της αγοράς τη δεκαετία του 1970 συνοδεύτηκε από άνοιγμα στις δυτικές εισαγωγές, με στόχο την ανταπόκριση στις καταναλωτικές ανάγκες και τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας της παραγωγής χάρη στη μεταφορά τεχνολογιών. Η κρίση του χρέους σε σκληρό νόμισμα που επηρεάζει όλες αυτές τις χώρες (10), στην Πολωνία εκδηλώνεται με μια νέα απόπειρα αναδιάρθρωσης των τιμών, η οποία προκαλεί το γαϊτανάκι απεργιών, σκληρών αναμετρήσεων και διαβουλεύσεων που θέτει τα θεμέλια μιας εργατικής αυτοοργάνωσης σε ολόκληρη τη χώρα το 1980-1981.

Κατά τη διάρκεια της μάχης για τη νομιμοποίηση της Αλληλεγγύης, παρατηρείται η άνοδος ενός ισχυρού αυτοδιοικητικού ρεύματος στους κόλπους του ανεξάρτητου συνδικάτου (11). Με την ισχύ που του δίνουν τα δέκα εκατομμύρια μέλη του, εκ των οποίων δύο εκατομμύρια είναι μέλη του Κομμουνιστικού Κόμματος, το ανεξάρτητο συνδικάτο κατακτά, τον Αύγουστο του 1981, το δικαίωμα να συνεδριάζει νόμιμα. Στο εσωτερικό του διαμορφώνεται ταυτόχρονα ένα αντίβαρο στην εξουσία και ένα σχέδιο μιας κοινωνίας εδραιωμένης στον σοσιαλισμό και στον αυτοδιαχειριστικό έλεγχο των οικονομικών επιλογών (12). Τι συνέβη λοιπόν μεταξύ 1981 και 1989 ώστε να καταστεί δυνατή η εφαρμογή μιας φιλελεύθερης «θεραπείας-σοκ» χωρίς ισχυρή αντίσταση έπειτα από την πτώση του Τείχους;

Ώθηση της αυτοδιαχείρισης

Βαθιά εμπλεκόμενος στον αγώνα της Αλληλεγγύης, της οποίας υπήρξε σύμβουλος και επίσημος εκπρόσωπος, ο Πολωνός μαρξιστής διανοούμενος Κάρολ Μοτζελέφσκι αναφέρεται σε μια αντίληψη για τη δημοκρατία η οποία, αντίθετα με εκείνη του Χάβελ, δεν σταματά στις πόρτες των επιχειρήσεων. Στο βιβλίο του «Κάναμε την ιστορία να καλπάσει. Εξομολογήσεις ενός εξαντλημένου καβαλάρη» (13), ο αριστερός αντιφρονών εκτιμά, όπως και ο Χάβελ, ότι η πορεία που υιοθέτησε το 1989 η Πολωνία και το σύνολο των χωρών της Ανατολικής Ευρώπης καθορίστηκε από την κατάσταση στην ΕΣΣΔ. Για εκείνον, ωστόσο, αυτό σημαίνει πως οι Πολωνοί εργαζόμενοι δεν επηρέαζαν πλέον την πολιτική δυναμική.

Αιτία ήταν η θέσπιση του στρατιωτικού νόμου από τον στρατηγό Βόιτσεχ Γιαρουζέλσκι, τον Δεκέμβριο του 1981. Ο Μοτζελέφσκι εκτιμά ότι το 80% των μελών εγκατέλειψε τότε το συνδικάτο (το οποίο είχε οδηγηθεί στην παρανομία), οδηγώντας μια ολόκληρη γενιά εργατών σε βαθιά αποθάρρυνση και σε αποχή από κάθε κινητοποίηση. Διακρίνει δύο Solidarność: αφ’ ενός το «μεγάλο» συνδικάτο, αλληλέγγυο και αδελφικό, «παιδί του σοσιαλισμού» και ικανό να «κάνει την ιστορία να καλπάσει», κι αφ’ ετέρου το δεύτερο, που αναδύεται αλλαγμένο από το πέρασμά του στην παρανομία: «δεν είναι πλέον ένα μαζικό εργατικό κίνημα, αλλά μια σχετικά περιορισμένη συνωμοσία κατά του κομμουνισμού». Συνεπώς, η επιστροφή στη νομιμότητα κατά τις συζητήσεις της «Στρογγυλής Τράπεζας» του 1989 (14) προκάλεσε έναν «κλονισμό αξιών»: δεν υπήρχε κανένα κοινό στοιχείο ανάμεσα στις «κολλεκτιβιστικές και αλληλέγγυες» φιλοδοξίες του αρχικού εργατικού συνδικάτου και στο είδος της «ελευθερίας χωρίς ισότητα και χωρίς αδελφοσύνη –άρα επισφαλούς» που θα προωθούσε η νέα Αλληλεγγύη, υποστηριζόμενη από τη φιλελεύθερη, φιλοδυτική αφρόκρεμα της διανόησης.

Για τις παλιές και τις νέες «ελίτ» του 1989, «η Δύση ήταν σαν τη Μέκκα» εξηγεί ο Μοτζελέφσκι, ο οποίος εκείνη τη στιγμή αντιλήφθηκε ένα διαζύγιο μεταξύ διανοουμένων και εργατών. Βεβαίως, τη στιγμή του εκλογικού θριάμβου του 1989, «όλοι σχεδόν πήραν μια γεύση της νίκης». Ωστόσο, «αμέσως μετά άρχισαν να χάνουν: να χάνουν τους μισθούς τους, να χάνουν τη δουλειά τους, να χάνουν τις ρίζες τους στην κοινότητα όπου βρίσκονταν τα εργοστάσια που διαλύονταν, να χάνουν τη σιγουριά για το αύριο και την κοινωνική αξιοπρέπειά τους». Η «αυτοδιαχειριζόμενη πολωνική δημοκρατία» που περιλαμβανόταν στα σχέδια της Αλληλεγγύης ήταν ασύμβατη με την παλινόρθωση του καπιταλισμού. Θα άντεχε όμως σε μια σοβιετική στρατιωτική επέμβαση;

Η επιστροφή στην τσεχοσλοβακική εμπειρία του 1968 προσφέρει επιχειρήματα που μάλλον συνηγορούν υπέρ μιας ανοικτής ανάγνωσης της ιστορίας. Η παραδοσιακή ανάλυση της εξέγερσης της Πράγας, εξηγεί ο Κάρελ Κόβαντα (15), που συμμετείχε σε αυτήν ως φοιτητής, φέρνει αντιμέτωπες τις δυνάμεις της συντηρητικής γραφειοκρατίας –συγκεντρωμένες γύρω από τον γραμματέα του Τσεχοσλοβακικού Κομμουνιστικού Κόμματος Άντονιν Νόβοτνυ– με τις δυνάμεις των φιλελεύθερων μεταρρυθμιστών, τους οποίους ενσαρκώνει ο διάδοχός του Αλεξάντερ Ντούμπτσεκ, και όλο αυτό σε ένα πλαίσιο αναδιάρθρωσης της κεντρικά σχεδιασμένης οικονομίας. Το επιφανειακό αυτό χάσμα σταδιακά διαγράφει ένα άλλο, τουλάχιστον εξίσου δομικό, στους κόλπους των προοδευτικών, σύμφωνα με τον Κόβαντα. Διακρίνει από τη μια πλευρά «τεχνοκράτες στον οικονομικό τομέα και φιλελεύθερους στον πολιτικό» που «συνηγορούσαν υπέρ των ελεγχόμενων μεταρρυθμίσεων (…) οι οποίες θα καθοδηγούνταν άνωθεν». Απαντώνταν «τόσο εντός όσο και εκτός Τσεχοσλοβακικού Κομμουνιστικού Κόμματος [KSČ]», όπως άλλωστε και τα μέλη της δεύτερης συνιστώσας, εκείνα που αποκαλεί «ριζοσπαστικούς δημοκράτες». Για τους τελευταίους, «μια μαζική λαϊκή συμμετοχή ήταν απαραίτητη προϋπόθεση ώστε να δρομολογηθεί μια αλλαγή του συστήματος που θα επεκτεινόταν πέρα από επιφανειακές τροποποιήσεις» –κάτι που ήγειρε το ζήτημα της κινητοποίησης των εργαζομένων.

Προκειμένου να αυξηθεί η δημοφιλία των μεταρρυθμίσεων, ο Ντούμπτσεκ προωθεί την ιδέα ενός «σοσιαλισμού με ανθρώπινο πρόσωπο», την οποία εκμεταλλεύονται άμεσα οι λαϊκές κινητοποιήσεις. Σύμφωνα με τον Κόβαντα, το Κεντρικό Συμβούλιο των Συνδικάτων (URO), ένα από τα συντηρητικότερα όργανα της χώρας, κατά τη διάρκεια των πρώτων εβδομάδων του 1968 δέχθηκε περίπου 1.600 ψηφίσματα από τοπικές επιτροπές σχετικά με το πρόβλημα των απολεσθέντων δικαιωμάτων των εργαζομένων, μεταξύ άλλων και στη λειτουργία του ίδιου του επίσημου συνδικάτου. Η συνδικαλιστική εφημερίδα «Práce» ξεκίνησε μια σταυροφορία «ζητώντας τις πιο εκτεταμένες εξουσίες για τους εργαζόμενους», ενώ τον Απρίλιο του 1968 το επιδραστικό εβδομαδιαίο περιοδικό «Reportér» δημοσίευε ένα άρθρο γνώμης που έκανε έκκληση για σχηματισμό ενός αυτοδιαχειριζόμενου κινήματος των εργαζομένων.

Διαμορφώθηκαν συγκεκριμένες προτάσεις για τα καταστατικά, ιδίως στα εργοστάσια της ČKD, του μεγαλύτερου βιομηχανικού συγκροτήματος της Πράγας, και της Škoda στο Πίλζεν. Τον Απρίλιο του 1968, η Κεντρική Επιτροπή του KSČ υποχρεώθηκε να εντάξει στο πρόγραμμά της το θέμα των εργατικών συμβουλίων. Σε μια μελέτη δημοσιευμένη τη χρονιά εκείνη στο περιοδικό της κεντρικής επιτροπής του KSČ, το «Nová Mysl» («Νέο Πνεύμα»), που αφορούσε 95 συμβούλια, ο κοινωνιολόγος Μίλος Μπάρτα επεσήμαινε «την ταχύτητα με την οποία ρίζωσε και εξαπλώθηκε η ιδέα της σύστασης προπαρασκευαστικών επιτροπών εργατικών συμβουλίων, μετά την ανάπτυξη της διαδικασίας εκδημοκρατισμού της κοινωνίας» (16). Την προηγούμενη της εισόδου των σοβιετικών στρατευμάτων στο τσεχοσλοβακικό έδαφος, στις 21 Αυγούστου 1968, «περίπου 350 εργατικοί οργανισμοί θεωρούσαν ότι από την 1η Ιανουαρίου 1969 θα τελούσαν υπό την ηγεσία κάποιου εργατικού συμβουλίου».

Απέναντι στο ξέσπασμα της αυτοδιαχείρισης, το σχέδιο μιας μεταρρύθμισης υπό τεχνοκρατική επιτήρηση εξαφανιζόταν. Οι αντιτιθέμενες θέσεις δεν ήταν μεταξύ συντηρητισμού και μεταρρύθμισης, αλλά μεταξύ ριζοσπαστικής δημοκρατίας και επιστροφής στην αγκαλιά της γραφειοκρατίας. Η εισβολή απλώς επιτάχυνε αυτή την τάση. Το εργοστάσιο της ČKD στην περιφέρεια του Βισοτσάνι υποδέχτηκε το παράνομο συνέδριο του KSČ, που κατήγγειλε την επέμβαση και εξέλεξε νέα Κεντρική Επιτροπή, μη αναγνωρισμένη από τον Ντούμπτσεκ, ο οποίος μαζί με άλλα διοικητικά στελέχη είχε εμπλακεί σε μια λογική συνδιαλλαγής με το Κρεμλίνο. Με αυτά τα δεδομένα, τονίζει ο Κόβαντα, «κατά τη διάρκεια του φθινοπώρου, η “Άνοιξη της Πράγας” θα είχε συνέχεια μόνο όσο ο λαός συνέχιζε να επενδύει μαζικά σε αυτήν», με τη «μεταμόρφωση των εργοστασίων σε μετερίζια της οικονομικής δημοκρατίας –μέσω των συμβουλίων» να είναι «κύρια προτεραιότητα».

Τον Σεπτέμβριο του 1968 υπήρχαν 19 συμβούλια. Την 1η Οκτωβρίου είχαν αρχίσει να λειτουργούν άλλα 143. Στα τέλη του Οκτωβρίου, και ενώ τα τανκς του Συμφώνου της Βαρσοβίας (17) περιπολούσαν στους δρόμους, η κυβέρνηση, ακόμη υπό την ηγεσία του Ντούμπτσεκ, δήλωνε, χωρίς να έχουν δώσει εντολή οι Σοβιετικοί, ότι «δεν ενδείκνυται η συνέχιση αυτού του πειραματισμού». Η στηλίτευση αυτή ξεσηκώνει ένα κύμα συνδικαλιστικών διαμαρτυριών, τις οποίες ο Τύπος δημοσίευσε. Τον Ιανουάριο του 1969, ύστερα από πολύμηνη κατοχή, «τα συμβούλια αντιπροσώπευαν πάνω από 800.000 άτομα, το ένα έκτο της εργατικής δύναμης» (πλην αγροτών), υπενθυμίζει ο Κόβαντα. Συστήνονται κι άλλα την άνοιξη του 1969. Στο τέλος του Ιουνίου «υπήρχαν αναφορές για την ύπαρξη 300 συμβουλίων και 150 προπαρασκευαστικών επιτροπών», με τα προερχόμενα από τις μεγαλύτερες επιχειρήσεις της χώρας να απολαμβάνουν το αντίστοιχο κύρος. Λίγο περισσότερα από τα μισά μέλη τους ήταν και μέλη του Κομμουνιστικού Κόμματος της Τσεχοσλοβακίας.

Για μια «ριζοσπαστική δημοκρατία»

Το μπούμερανγκ είχε όμως αρχίσει να επιστρέφει. Ήδη τον Ιανουάριο του 1969, το προεδρείο του Κόμματος είχε καταγγείλει τις φοιτητικές και τις εργατικές απεργίες. Ο φοιτητής Γιαν Πάλαχ είχε αυτοπυρποληθεί στις 16 Ιανουαρίου. Στις 17 Απριλίου ο Ντούμπτσεκ εκδιώχθηκε από τη θέση του. Κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού του 1970, τα εργατικά συμβούλια, έχοντας πρώτα οδηγηθεί σε ασφυξία, απαγορεύθηκαν. Η «κανονικοποίηση» ολοκληρωνόταν.

Για τον Γιάροσλαβ Σάμπατα, μέλος του αυτοδιοικητικού ρεύματος του KSČ και εκλεγμένο μέλος της Κεντρικής Επιτροπής κατά το παράνομο συνέδριο του Αυγούστου του 1968, οι Τσεχοσλοβάκοι κομμουνιστές «θα όφειλαν να είναι υπερήφανοι για το συνέδριο του Βισοτσάνι, που απέρριψε την εισβολή του Συμφώνου της Βαρσοβίας». Εντούτοις, όφειλαν να είναι λιγότερο υπερήφανοι για το ότι «συνέβαλαν οι ίδιοι στη διάλυση» της αυτοδιοικούμενης και κυρίαρχης «ριζοσπαστικής δημοκρατίας», με την οποία είχε συνδεθεί το συνέδριο. Αν είχε συμβεί το αντίθετο, η εδραίωσή της «θα είχε ενθαρρύνει σε τεράστιο βαθμό όλες τις μεταρρυθμιστικές δυνάμεις του σοβιετικού συνασπισμού, ακόμη και της ίδιας της ΕΣΣΔ» (18).

Ο Σάμπατα διασαφήνισε ότι είχε υπογράψει το μανιφέστο της Χάρτας 77 λόγω της ανάγκης μιας «ριζοσπαστικής δημοκρατίας» στους ίδιους τους κόλπους του κομμουνιστικού κινήματος. Μολαταύτα, η κοινωνική διάσταση ενός τέτοιου είδους δημοκρατίας –με την υποβολή της οικονομίας σε συλλογικές επιλογές πραγματοποιούμενες σε ένα πλαίσιο ισότιμων κοινωνικών σχέσεων– τύχαινε ελάχιστης αποδοχής στους κόλπους της Χάρτας 77. Και ήταν εντελώς ασύμβατη με τη μεταχείριση των εργαζομένων στον «πραγματικά υπαρκτό καπιταλισμό» και στο «ευρωπαϊκό οικοδόμημα» που αναδύθηκαν μετά το 1989.

 

(1) Πρβλ. Jérôme Heurtaux et Cédric Pellen, «1989 à l’est de l’Europe, une mémoire controversée», Éditions de l’Aube, Λα Τουρ ντ’Εγκ, 2009.

(2) Timothy Garton Ash, «1989 changed the world. But where now for Europe?», «The Guardian», Λονδίνο, 4 Νοεμβρίου 2009.

(3) «Vaclav Havel: “Le régime s’effondrait d’heure en heure”», «Le Figaro Magazine», Παρίσι, 31 Οκτωβρίου 2009.

(4) Timothy Garton Ash, «We the People: The Revolution of ’89 Witnessed in Warsaw, Budapest, Berlin and Prague», Penguin, Λονδίνο, 1993.

(5) Georges Mink και Jean-Charles Szurek, «La Grande Conversion. Le destin des communistes en Europe de l’Est», Seuil, συλλ. «L’épreuve des faits », Παρίσι, 1999

(6) Βλ. Victor Fay, «Unicité du pouvoir politique, pluralité sociale et idéologique», «Le Monde diplomatique», Αύγουστος 1980.

(7) Michael A. Lebowitz, «The Contradictions of “Real Socialism”: The Conductor and the Conducted», Monthly Review Press, Νέα Υόρκη, 2012.

(8) (Σ.τ.Μ.) Τα κομπινάτ ήταν βιομηχανικά συγκροτήματα που συγκέντρωναν στην ίδια εδαφική έκταση όλες τις εγκαταστάσεις που σχετίζονταν με την παραγωγή ενός προϊόντος.

(9) David Mandel, «Perestroïka et classe ouvrière, L’Homme et la Société», αρ. 88-89, Παρίσι, 1988.

(10) Βλ. François Gèze, «Le poids de la dépendance à l’égard de l’Occident», «Le Monde diplomatique», Οκτώβριος 1980.

(11) Πρβλ. Zbigniew Kowalewski, «Rendez-nous nos usines! Solidarność, le combat pour l’autogestion ouvrière», La Brèche-PEC, Παρίσι, 1985.

(12) Βλ. Tamara Deutscher, «Le pouvoir polonais face à l’exigence de démocratisation de la classe ouvrière», Jean-Yves Potel, «Un projet politique pour la société tout entière», και Ignacio Ramonet, «La montée d’un contre-pouvoir dans la Pologne en crise», «Le Monde diplomatique», Μάιος 1981, Αύγουστος 1981 και Οκτώβριος 1981 αντίστοιχα.

(13) Karol Modzelewski, «Nous avons fait galoper l’histoire. Confessions d’un cavalier usé», Éditions de la Maison des sciences de l’homme, Παρίσι, 2018.

(14) Το πρώτο εξάμηνο του 1989, ο θεσμός αυτός έγινε τόπος συζήτησης μεταξύ μελών της κυβέρνησης και κινημάτων αντιφρονούντων, ανάμεσα στα οποία ήταν και η Αλληλεγγύη.

(15) Karel Kovanda, «Les conseils ouvriers tchécoslovaques (1968-1969)», ηλεκτρονική πολιτική επιθεώρηση «À l’encontre», 24 Αυγούστου 2108, https://alencontre.org/ (αρχική δημοσίευση: «Telos», αρ. 28, Πανεπιστήμιο της Ουάσινγκτον, καλοκαίρι 1976).

(16) «Chronologie et analyse de Milos Barta sur le “mouvement autogestionnaire”», «À l’encontre», 20 Αυγούστου 2018. Πρβλ. επίσης Jean-Pierre Faye και Vladimir Fišera, «La Révolution des conseils ouvriers, 1968- 1969», Robert Laffont, Παρίσι, 1978.

(17) Στρατιωτική συμμαχία συγκροτούμενη τότε από τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης και την ΕΣΣΔ.

(18) Jaroslav Šabata, «Invasion or our own goal», «East European Reporter», τόμος 3, αρ. 3, Λονδίνο, φθινόπωρο 1988.

Facebooktwitterpinterestlinkedintumblrmail
Authors:

Καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο Paris-Dauphine.