Στο Ηνωμένο Βασίλειο, η νίκη των δημίων

Όχι, η κρίση που σαρώνει την Ευρωπαϊκή Ένωση δεν γκρεμίζει αυτόματα τις κυβερνήσεις. Ούτε στις περιπτώσεις που οι πολιτικές τους γιγαντώνουν την κοινωνική απόγνωση. Πρόκειται για ένα από τα διδάγματα των βουλευτικών εκλογών του Μαΐου στη Μεγάλη Βρετανία, στις οποίες επιβραβεύτηκε μια κυβέρνηση εκατομμυριούχων Συντηρητικών που έχουν κηρύξει τον πόλεμο στους ασθενέστερους. Πώς να εξηγηθεί ένα τέτοιο παράδοξο;

Για τους Εργατικούς, ήταν μια ήττα εντελώς αναπάντεχη. Ένας κεραυνός που λίγοι περίμεναν. Μέχρι τις εκλογές, οι δημοσκοπήσεις ήταν αρκετά μονότονες, σαν τις χειμωνιάτικες λιακάδες στη Μεγάλη Βρετανία. Έφερναν τους Συντηρητικούς του πρωθυπουργού Ντέιβιντ Κάμερον, που ήρθε στην εξουσία το 2010, να δίνουν μάχη στήθος με στήθος με τους Εργατικούς του Έντουαρντ Μίλιμπαντ. Την ημέρα των εκλογών, μάλιστα, οι εταιρείες δημοσκοπήσεων έδιναν ελαφρό προβάδισμα στους Εργατικούς. Αρθρογράφοι και «ειδικοί» είχαν, ομόφωνα, δώσει τον χρησμό τους: ο Μίλιμπαντ θα έβαζε την οδοντόβουρτσά του στο μπάνιο του αριθμού 10 της Ντάουνινγκ Στριτ. Όχι διαθέτοντας αυτοδύναμη κοινοβουλευτική πλειοψηφία, αλλά χάρη στην υποστήριξη του Εθνικιστικού Κόμματος της Σκωτίας (SNP), που υποστηρίζει την ανεξαρτησία της περιοχής.

Κανείς δεν αγνοούσε τα ιστορικά λάθη των δημοσκοπήσεων, όπως το 1992, όταν είχαν προβλέψει και πάλι τη νίκη των Εργατικών. Ωστόσο, κανείς δεν περίμενε το αποτέλεσμα που περιέγραψαν τα exit polls: αποφασιστικό προβάδισμα των Συντηρητικών. Για τους οπαδούς των Εργατικών, η έκπληξη έδινε τη θέση της στον τρόμο όσο η εκλογική βραδιά προχωρούσε. Οι πρώτες δημοσκοπήσεις υποεκτιμούσαν τις πραγματικές τάσεις του εκλογικού σώματος. Οι Συντηρητικοί δεν κέρδιζαν απλώς τις εκλογές: επιτύγχαναν κοινοβουλευτική αυτοδυναμία μετά από 23 χρόνια.

Πώς να εξηγηθεί ο καταποντισμός των Εργατικών; Στα χέρια των Συντηρητικών -και των συμμάχων τους, των Φιλελεύθερων Δημοκρατών -, οι Βρετανοί δεν υπέστησαν, άραγε, τη σημαντικότερη υποβάθμιση του βιοτικού επιπέδου τους από τη βικτωριανή εποχή (1837-1901), μια πτώση πρωτόγνωρης κλίμακας για τα δεδομένα της Ευρωπαϊκής Ένωσης; Δεν γνώρισαν, άραγε, τον πιο σοβαρό ακρωτηριασμό των δημόσιων υπηρεσιών και του κοινωνικού κράτους εδώ και δεκαετίες; Και, όλα αυτά, με φόντο την πιο ισχνή οικονομική ανάκαμψη των τελευταίων ετών;

Το αντίκτυπο του δημοψηφίσματος για την ανεξαρτησία της Σκωτίας

Χωρίς να μπορούν να μιλήσουν για σαρωτική νίκη, οι Συντηρητικοί τα πήγαν καλύτερα απ’ ό,τι στις εκλογές του 2010. Είναι η πρώτη φορά από την επικράτηση του Συντηρητικού Άντονι Ήντεν, το 1955, που το κυβερνών κόμμα σημειώνει τέτοιο επίτευγμα. Παρ’ όλα αυτά, οι Συντηρητικοί λαμβάνουν το 37% των ψήφων, έναντι 36,1% πέντε χρόνια νωρίτερα, δηλαδή ενισχύονται κατά περίπου 600.000 ψήφους.

Μαέστρος στις συμμαχίες, η Γερμανίδα καγκελάριος Άνγκελα Μέρκελ είχε διαβεβαιώσει τον Κάμερον όταν ορκίστηκε πρωθυπουργός, έχοντας δίπλα του τον ηγέτη των Φιλελεύθερων Δημοκρατών, το 2010: «Το μικρότερο από τα δύο κόμματα πάντα καταστρέφεται!». Δεν είχε άδικο. Μέχρι να αναλάβει κυβερνητικές ευθύνες, το κόμμα του Κλεγκ διεμβόλιζε το συντηρητικό ακροατήριο, υιοθετώντας λιγότερο ακραία στάση από το επονομαζόμενο «the nasty party» (κατά κυριολεξία, «το κακό κόμμα»). Την ίδια στιγμή, οι Φιλελεύθεροι Δημοκράτες κατάφερναν να προσελκύσουν αριστερούς ψηφοφόρους που είχαν απογοητευτεί από τους Νέους Εργατικούς. Οι ψηφοφόροι αυτοί βίωσαν ως προδοσία τη συμμαχία του Κλεγκ με τον Κάμερον. Το 2010, οι Φιλελεύθεροι Δημοκράτες είχαν λάβει 23% και 57 έδρες. Με το 7,9% του Μαΐου, απειλούνται με εξαφάνιση: οι οκτώ βουλευτές τους μόλις που γεμίζουν ένα λονδρέζικο ταξί…

Ο Κάμερον, λοιπόν, επωφελήθηκε από τα στραβοπατήματα του κυβερνητικού εταίρου του. Ακόμη περισσότερο, όμως, από τα λάθη του κύριου αντιπάλου του, του Έντουαρντ Μίλιμπαντ. Γιατί περισσότερο έχασαν τις εκλογές οι Εργατικοί παρά τις κέρδισαν οι Συντηρητικοί…

Η σοσιαλδημοκρατία περνά κρίση στην Ευρώπη. Υποχωρεί μπροστά σε μια μορφή αριστερού λαϊκισμού, αλλά και απέναντι σε μια ξενοφοβική Δεξιά. Στο ζήτημα αυτό, το Ηνωμένο Βασίλειο δεν είναι νησί: οι Εργατικοί έχασαν ψηφοφόρους προς το προοδευτικό SNP και προς τους Πράσινους, από τη μία. Έχασαν ψηφοφόρους και προς το Κόμμα Ανεξαρτησίας του Ηνωμένου Βασιλείου (UKIP) του Νάιτζελ Φάρατζ, από την άλλη (1).

Το σκωτσέζικο έθνος προσέφερε στους Εργατικούς τους πρώτους ηγέτες του, καθώς και ένα ιστορικό εκλογικό προπύργιο. Το 2010, οι Εργατικοί έλαβαν 41 από τις 59 έδρες της Σκωτίας, έναντι 6 εδρών για το SNP. Το 2015, μια πολιτική επανάσταση σάρωσε τις περιοχές που εκτείνονται βόρεια του τείχους του Αδριανού: οι Εργατικοί δεν διατήρησαν παρά μόνο μία έδρα, με το SNP να παίρνει 56 από τις 59 με ποσοστό ακριβώς 50%. Μια πρωτοφανής εκλογική επίδοση για ένα κόμμα που τοποθετείται ξεκάθαρα στα αριστερά του Μίλιμπαντ, η οποία, όμως, εξηγείται σε μεγάλο βαθμό από τις επιπτώσεις του θατσερισμού στην περιοχή. Οι Σκωτσέζοι, που υπήρξαν ανάμεσα στα πρώτα θύματα του νεοφιλελευθερισμού, απορρίπτουν συστηματικά τους Συντηρητικούς ήδη από τη δεκαετία του 1980. Το αίσθημα προδοσίας που ακολούθησε την ανάληψη της εξουσίας από τους Νέους Εργατικούς του Τόνι Μπλερ, το 1997, άνοιξε στα αριστερά ένα πολιτικό κενό που το SNP κατάφερε να καλύψει -τουλάχιστον ρητορικά.

Οι εθνικιστές, όμως, επωφελήθηκαν εξίσου και από το δημοψήφισμα για την ανεξαρτησία της Σκωτίας, το οποίο πραγματοποιήθηκε στις 18 Σεπτεμβρίου 2014 (2). Μολονότι η πλειοψηφία ψήφισε εναντίον της ανεξαρτησίας, η παραμονή της Σκωτίας στο Ηνωμένο Βασίλειο κρίθηκε με διαφορά πολύ μικρότερη από την αναμενόμενη. Η εκστρατεία του «όχι» στην ανεξαρτησία χαρακτηρίστηκε από τους υστερικούς εκβιασμούς ότι θα επακολουθήσει χάος, γραμμή που στήριξαν τα μέσα ενημέρωσης και ο ιδιωτικός τομέας. Στο ζήτημα αυτό, η στρατηγική των Εργατικών, οι οποίοι επέλεξαν να ενώσουν τις δυνάμεις τους με τις δυνάμεις των Συντηρητικών παρά να οργανώσουν τη δική τους εκστρατεία, αποδείχτηκε καταστροφική. Τους κόστισε την απομόνωση από αρκετούς παραδοσιακούς ψηφοφόρους του στη Σκωτία, για τους οποίους έγιναν το κόμμα των «Κόκκινων Συντηρητικών». Στην πολιτική, όπως και στον έρωτα, οι άσχημοι χωρισμοί γεννούν μερικές φορές τις μεγαλύτερες έχθρες.

Χάνοντας το προπύργιό του στη Σκωτία, το κόμμα του Μίλιμπαντ προετοίμασε και την ήττα του στον Νότο. Η μοναδική ελπίδα των Εργατικών ήταν να επιτύχουν τη στήριξη του SNP για να σχηματίσουν κυβέρνηση. Και οι Συντηρητικοί δεν παρέλειψαν να μετατρέψουν το ζήτημα στον κύριο στόχο των επιθέσεών τους. Μία από τις αφίσες που σκαρφίστηκαν οι επικοινωνιολόγοι του Κάμερον έδειχνε τον ηγέτη των Εργατικών, σε μικροσκοπικό μέγεθος, μέσα στην τσέπη του Αλεξάντερ Σάλμον, του πρώην επικεφαλής του SNP: «Ψηφίζετε Μίλιμπαντ, παίρνετε τους Σκωτσέζους εθνικιστές!», διακήρυσσαν οι Συντηρητικοί, υπονοώντας ότι οι Εργατικοί θα έφερναν τους Άγγλους ψηφοφόρους στο έλεος των αποσχιστικών δυνάμεων του Βορρά. Η απειλή αυτή για την Αγγλία, την οποία έκαναν σημαία τα συντηρητικά μέσα ενημέρωσης του μεγιστάνα Ρούπερτ Μέρντοκ, αποδείχτηκε αναμφίβολα αποφασιστική την ημέρα των εκλογών.

Ο Μίλιμπαντ, όμως, έπρεπε να αντιμετωπίσει και άλλη μία, ανυπέρβλητη, δυσκολία. Η οικονομική κρίση του 2008 εκδηλώθηκε όταν οι Εργατικοί βρίσκονταν στην εξουσία. Η αδυναμία τους να ρυθμίσουν τον χρηματοπιστωτικό τομέα, μεθυσμένοι καθώς ήταν από τα νεοφιλελεύθερα ελιξίρια, έκανε την κατάρρευση ακόμη πιο επώδυνη. Την ίδια εποχή, στην αντιπολίτευση, οι Συντηρητικοί πρότειναν ακόμη μεγαλύτερη απορρύθμιση. Κατά περίεργη σύμπτωση, όμως, τα μέσα ενημέρωσης δεν φαίνεται να το θυμούνται. Όταν τα γεγονότα μετρούν τόσο λίγο, το πιο εύκολο πράγμα είναι να ξαναγραφτεί η ιστορία. Οι Συντηρητικοί επιδόθηκαν με χαρά στη συγκεκριμένη δραστηριότητα, ήδη από το 2010: όχι, την κρίση δεν την προκάλεσαν τα αίσχη των τραπεζών, αλλά οι αλόγιστες δαπάνες των Εργατικών, που ήταν δέσμιοι του κρατισμού! «Χρειάστηκε να βρούμε λύσεις μέσα στο χάος που παραλάβαμε από τους Εργατικούς», αναστέναζε, κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας, η κυβέρνηση των Συντηρητικών, πριν προσθέσει: «Γιατί να εμπιστευτούμε τα κλειδιά του αυτοκινήτου στον οδηγό που είναι υπεύθυνος για το ατύχημα;». Κατά παράδοξο τρόπο, η κατάσταση αυτή οδήγησε πολλούς που ασκούσαν κριτική από τα αριστερά στους Νέους Εργατικούς (μεταξύ τους και ο υπογράφων) να υπερασπίζονται τον απολογισμό του κόμματος στον τομέα των δημοσίων δαπανών, επιτείνοντας, χωρίς αμφιβολία, τη σύγχυση. Με την επιτυχία της εκστρατείας των Συντηρητικών, η αξιοπιστία των Εργατικών στα οικονομικά ζητήματα πλησιάζει πια επικίνδυνα το μηδέν, τη στιγμή που η οικονομία της χώρας υποφέρει κυρίως από το πρόγραμμα λιτότητας που επέβαλαν οι …Συντηρητικοί.

Απέναντι σε μια τέτοια επίθεση, η ρητορική των Εργατικών δεν εξέπεμπε σαφές πολιτικό μήνυμα. Ο Μίλιμπαντ κατέφευγε συχνά σε μια ακαδημαϊκή γλώσσα, υιοθετώντας και, στη συνέχεια, εγκαταλείποντας με μεγάλη ταχύτητα διάφορες έννοιες: «τον μεσαίο χώρο που ασφυκτιά» για να επικαλεστεί τα μεσαία στρώματα που όλοι θέλουν να προσεταιριστούν, «τη βρετανική υπόσχεση» για να εκφράσει τη σιγουριά του ότι οι επόμενες γενιές θα ζήσουν καλύτερα, ή ακόμη την έννοια του «One Nation Labour», μια αναφορά στην ιδέα της εθνικής ενότητας (One Nation), την οποία προωθούσε ο Συντηρητικός Μπέντζαμιν Ντισραέλι (1804-1881).

Αριστερή «παρέκκλιση» των Εργατικών;

Σαν μπαλόνια γεμάτα ήλιο, προτάσεις που εκτοξεύτηκαν στο πολιτικό στερέωμα χωρίς την παραμικρή συνοχή κατέληξαν να σκορπίσουν στους πέντε ανέμους: υπόσχεση επαναφοράς, μέχρι το 2020, του κατώτατου μισθού στο ύψος που θα επέβαλε ο πληθωρισμός, προσωρινό πάγωμα των τιμών της ενέργειας και δέσμευση τόνωσης του ανταγωνισμού στην αγορά ηλεκτρικού ρεύματος, επαναφορά της ανώτερης φορολογικής κλίμακας στο 50%, όπως στην Ιαπωνία, φορολόγηση της ακίνητης περιουσίας πάνω από τα 2 εκατομμύρια λίρες (περίπου 2,7 εκατομμύρια ευρώ), ο λεγόμενος «mansion tax», που προέρχεται από το πρόγραμμα των Φιλελεύθερων Δημοκρατών. Εάν ο Μίλιμπαντ είχε κερδίσει τις εκλογές, το Ηνωμένο Βασίλειο θα συνέχιζε να είναι η χώρα του G7 με τον χαμηλότερο συντελεστή φορολογίας των επιχειρήσεων, ενώ, για πρώτη φορά, οι Εργατικοί δεσμεύονταν να περιορίζουν κάθε χρόνο τις δημόσιες δαπάνες. Όσον αφορά τη μετανάστευση, το κόμμα τοποθετείται πια δεξιότερα από τον Μπλερ, στον οποίο καταλογίζει ότι επέτρεψε να εισέλθει στη χώρα υπερβολικά μεγάλος αριθμός Ανατολικοευρωπαίων.

Ενώ στη Σκωτία, η απογοήτευση του εκλογικού σώματος από τους Εργατικούς το έκανε να στραφεί προς τον αριστερό εθνικισμό του SNP, στις μεγάλες περιφέρειες της βόρειας Αγγλίας το φαινόμενο ευνόησε το UKIP. Πραγματικά, 4 εκατομμύρια ψηφοφόροι υποστήριξαν το κόμμα, ακόμη κι αν, λόγω του βρετανικού εκλογικού συστήματος, πλειοψηφικού σε έναν γύρο και με μονοεδρικές περιφέρειες, κερδίζει μόνο μία έδρα. Η άνοδος του UKIP επέτρεψε στους Συντηρητικούς να κερδίσουν έδρες στις οποίες υπολόγιζαν οι Εργατικοί.

Τι ελπίδες απομένουν για τους Εργατικούς; Στους κόλπους του κόμματος και στα μέσα ενημέρωσης, μια προσέγγιση έχει ήδη επικρατήσει: η ήττα οφείλεται στην αριστερή παρέκκλιση του κόμματος, η οποία αποτυπωνόταν σε ένα πρόγραμμα ελάχιστα ευνοϊκό για τις επιχειρήσεις. Οι υποψήφιοι για τη διαδοχή του Μίλιμπαντ, ο οποίος παραιτήθηκε την επομένη της ήττας, δηλώνουν ήδη δημόσια την πρόθεσή τους να διορθώσουν την πορεία του κόμματος. Όσο για την επεξεργασία μιας στρατηγικής που θα επιτρέπει την ανάκτηση της εμπιστοσύνης όσων απομακρύνθηκαν από το κόμμα για να ψηφίσουν το SNP, τους Πράσινους ή το UKIP τίποτε. Στο εσωτερικό του Unite, του βασικού συνδικαλιστικού στηρίγματος των Εργατικών, υψώνονται πολλές φωνές που ζητούν τη διάρρηξη των δεσμών μεταξύ των δύο οργανισμών. Θα μπορούσαν, άραγε, οι Εργατικοί να επιβιώσουν χωρίς αυτή την ιστορική σχέση; Ένας σχηματισμός της ριζοσπαστικής Αριστεράς, με την υποστήριξη των συνδικάτων, θα έβρισκε, άραγε, τον χώρο για να αναδυθεί, όπως έκανε ο Σύριζα στην Ελλάδα ή οι Ποδέμος στην Ισπανία; Πρώτα θα πρέπει η οργή να γεννήσει την ελπίδα.

  1. Βλ. «Colère sociale, vote à droite», Le Monde diplomatique, Οκτώβριος
  2. Βλ. Keith Dixon, «Les ambitions du nationalisme écossais», «Le Monde diplomatique», Σεπτέμβριος
Facebooktwittergoogle_pluspinterestlinkedintumblrmail Για το γαλλικό πρωτότυπο
Authors:

Δημοσιογράφος, συγγραφέας του βιβλίου «The Establishment. And How They Get Away With It», Allen Lane, Λονδίνο, 2014.