Η ευθυγράμμιση της Ρωσίας με την Ευρώπη

Οι δυτικοί ηγέτες μποϊκοτάρισαν τις τελετές της 70ής επετείου της Απελευθέρωσης στη Μόσχα, με πρόσχημα την ουκρανική κρίση. Ο Ζαν-Πιερ Σεβενμάν είχε συναντήσει τον Βλαντιμίρ Πούτιν στις 5 Μαΐου 2014, ύστερα από αίτημα του Γάλλου προέδρου. Περιγράφει εδώ τον δρόμο που οδήγησε στη δυσπιστία και σκιαγραφεί τα μέσα για την έξοδο από την κρίση.

Η διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης, την οποία αποφάσισαν το 1991 ο Μπόρις Γέλτσιν με τους ομολόγους του της Ουκρανίας και της Λευκορωσίας, έλαβε χώρα ειρηνικά, διότι ο πρόεδρός της, ο Μιχαήλ Γκορμπατσώφ, δεν θέλησε να αντιταχθεί. Όμως εμπεριείχε πλήθος δυνητικών συγκρούσεων: σε αυτόν τον πολυεθνικό χώρο, είκοσι πέντε εκατομμύρια Ρώσοι έμειναν έξω από τα σύνορα της Ρωσίας (που αριθμούσε 147 εκατομμύρια κατοίκους στην τελευταία απογραφή του 1989, έναντι 286 εκατομμυρίων της ΕΣΣΔ), η οποία συγκέντρωνε στο εσωτερικό της οντότητες εντελώς διαφορετικές μεταξύ τους. Άλλωστε, η παράδοξη χάραξη των συνόρων έμελλε να αυξήσει τις εντάσεις μεταξύ των κρατών που διαδέχτηκαν την ΕΣΣΔ και μειονοτήτων (Ναγκόρνο Καραμπάχ, Τρανσνιστρία, Νότια Οσετία, Αμπχαζία, Αντζαρία κ.ά.). Πολλά από αυτά τα πολυεθνικά κράτη ουδέποτε υφίστατο στο παρελθόν. Αυτή ήταν κυρίως η περίπτωση της Ουκρανίας που δεν είχε υπάρξει ανεξάρτητη παρά μονάχα τρία χρόνια στην ιστορία της, από το 1917 μέχρι το 1920, χάρη στην κατάρρευση του τσαρικού στρατού.

Η Ουκρανία, έτσι όπως γεννήθηκε το 1991, είναι ένα ετερόκλητο κράτος. Οι δυτικές περιοχές της ανήκαν στην Πολωνία στην περίοδο του Μεσοπολέμου. Οι ανατολικές επαρχίες της κατοικούνται από ρωσόφωνους ορθόδοξους. Οι ακτές της Μαύρης Θάλασσας ήταν στο παρελθόν κτήσεις της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η Κριμαία ουδέποτε είχε υπάρξει ουκρανική πριν από την απόφαση προσάρτησής της, την οποία πήρε το 1954 ο Νικίτα Κρουτσώβ, χωρίς να συμβουλευτεί κανέναν. Το κράτος έχει μικρή παράδοση: λιγότερο από ένα τέταρτο του αιώνα. Οι ιδιωτικοποιήσεις του 1990 γέννησαν μια τάξη ολιγαρχών οι οποίοι το ελέγχουν πολύ περισσότερο από όσο τους ελέγχει αυτό. Η οικονομική κατάσταση είναι πολύ άσχημη· το χρέος σημαντικό. Το μέλλον της Ουκρανίας –ένταξη στο ΝΑΤΟ ή ουδετερότητα– είναι έτσι συνδεδεμένο με την αναδιάταξη των συσχετισμών δυνάμεων σε ευρωπαϊκό και παγκόσμιο επίπεδο. Ήδη το 1997 ο Ζμπίγκνιου Μπρεζίνσκι έγραφε ότι ο μόνος τρόπος για να εμποδιστεί η Ρωσία να ξαναγίνει μεγάλη δύναμη είναι να αποσπαστεί από την επιρροή της η Ουκρανία (1).

Για μια μη ηθελημένη εκτροπή

Η υπενθύμιση των γεγονότων είναι σημαντική για όποιον θέλει να καταλάβει. Η ουκρανική κρίση ήταν προβλεπόμενη από την «πορτοκαλί επανάσταση» (2004) και την πρώτη προσπάθεια ένταξης της χώρας στο ΝΑΤΟ (2008). Η κρίση αυτή μπορούσε να είχε αποφευχθεί, εφ’ όσον η Ευρωπαϊκή Ένωση, όταν δημιουργούσε την Ανατολική Εταιρική Σχέση (2009) (2), είχε πλαισιώσει τη διαπραγμάτευση για μια συμφωνία σύνδεσης με την Ουκρανία, με τους στόχους της στρατηγικής συνεργασίας Ε.Ε. – Ρωσίας του 2003: να δημιουργήσει έναν χώρο ελεύθερης κυκλοφορίας «από τη Λισαβόνα μέχρι το Βλαδιβοστόκ».

Προφανώς θα έπρεπε να είχε ληφθεί υπ’ όψιν η αλληλεξάρτηση της ουκρανικής και της ρωσικής οικονομίας. Η Ε.Ε. θα έπρεπε να είχε αποφύγει τη χειραγώγησή της από τους υποστηρικτές μιας επέκτασης του ΝΑΤΟ όλο και πιο ανατολικά. Αντί για όλα αυτά, οι Βρυξέλλες έθεσαν την Ουκρανία ενώπιον του άλυτου διλήμματος να διαλέξει μεταξύ Ευρώπης και Ρωσίας. Ο Ουκρανός πρόεδρος Βίκτορ Γιανουκόβιτς δίστασε: η ρωσική πρόταση ήταν, από χρηματοπιστωτική άποψη, αισθητά ουσιαστικότερη της ευρωπαϊκής προσφοράς. Ζήτησε την αναβολή της υπογραφής της συμφωνίας σύνδεσης που έπρεπε να υπογραφεί στο Βίλνιους, στις 29 Νοεμβρίου 2013.

Αγνοώ αν ο αρμόδιος Ευρωπαίος επίτροπος Στέφαν Φούλε έλαβε οδηγίες από τον Ζοζέ Μανουέλ Μπαρόζο, τότε πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ή αν το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο συζήτησε ποτέ ένα ζήτημα που ενείχε εν σπέρματι τη σοβαρότερη γεωπολιτική κρίση στην Ευρώπη μετά από αυτή των ευρωπυραύλων (1982 – 1987). Ο πρόεδρος Πούτιν δήλωσε ότι οι ευρωπαϊκές αρχές (Μπαρόζο και Χέρμαν Βαν Ρομπάι) του αρνήθηκαν κάθε πιθανότητα να συζητηθεί το περιεχόμενο της συμφωνίας με το Κίεβο, με το πρόσχημα της κυριαρχίας της Ουκρανίας.

Η αναβολή της υπογραφής της συμφωνίας από τον Πρόεδρο Γιανουκόβιτς ήταν το έναυσμα για τις αποκαλούμενες «φιλοευρωπαϊκές» διαδηλώσεις του Μεϊντάν, που έμελλε να καταλήξουν, στις 22 Φεβρουαρίου 2014, στην ανατροπή του. Το ότι ένα σημαντικό τμήμα της ουκρανικής κοινής γνώμης ονειρεύεται την ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση είναι κατανοητό. Πρέπει εντούτοις να αναρωτηθούμε αν η Ευρωπαϊκή Επιτροπή είχε εντολή εξαγωγής των ευρωπαϊκών προδιαγραφών πέρα από την Ένωση. Οι διαδηλώσεις του Μεϊντάν ενθαρρύνθηκαν επί τόπου από πολλές επισκέψεις Ευρωπαίων αξιωματούχων, αλλά κυρίως Αμερικανών, συχνά ανώτατων (3), ενώ ταυτόχρονα οι μη κυβερνητικές οργανώσεις και τα ΜΜΕ επιδίδονταν σε έναν πόλεμο ενημέρωσης. Αυτή η σαφής υποστήριξη των διαδηλώσεων, των οποίων οι επιτροπές περιφρούρησης αποτελούνταν κυρίως από ακροδεξιούς –Πράβι Σέκτορ και Σβόμποντα– δεν δημιουργούσε, άραγε, σύγχυση ανάμεσα σε ό,τι ήταν αρμοδιότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στις πρωτοβουλίες του ΝΑΤΟ όταν δεν επρόκειτο για αυτές της Ουάσιγκτον και των υπηρεσιών της; Η «εξαγωγή της δημοκρατίας» μπορεί να πάρει διάφορες μορφές.

Η μη εφαρμογή της συμφωνίας της 21ης Φεβρουαρίου 2014, η οποία προέβλεπε την εκλογή προέδρου στο τέλος του χρόνου, και η αντισυνταγματική ανατροπή, από την επομένη, ενός προέδρου που είχε πολλά ελαττώματα, αλλά που σε κάθε περίπτωση είχε εκλεγεί, μπορεί να θεωρηθεί «επανάσταση» ή πραξικόπημα. Αυτή η τελευταία ερμηνεία κυριάρχησε στη Μόσχα. Και μολονότι η Κριμαία ήταν ρωσική πριν από το 1954, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η απόφαση της προσάρτησής της στη Ρωσία, ακόμα και με την κάλυψη ενός δημοψηφίσματος, ήταν μια υπερβολική αντίδραση. Αντίκειται στην αρχή την οποία συστηματικά διακηρύσσει η Ρωσία, του σεβασμού της εδαφικής ακεραιότητας των κρατών. Αυτή η αρχή παραβιάστηκε κατά την απόσχιση του Κοσσυφοπεδίου από τη Γιουγκοσλαβία. Ο Πούτιν στη Ρωσία έθεσε στρατηγικά συμφέροντα της Ρωσίας στη Μαύρη Θάλασσα πριν από κάθε άλλη προσέγγιση, φοβούμενος αναμφίβολα ότι η νέα ουκρανική κυβέρνηση δεν θα σεβόταν την απόφαση ενοικίασης της Σεβαστούπολης στη Ρωσία… μέχρι το 2042.

Με δυο λόγια, η κρίση αυτή ήταν μια μη ηθελημένη εκτροπή. Η προσάρτηση της Κριμαίας δεν ήταν προγραμματισμένη: Ο Πούτιν εκφωνούσε την ομιλία της τελετής λήξης, στα τέλη Φεβρουαρίου, των Ολυμπιακών Αγώνων του Σότσι, οι οποίοι προορίζονταν να αναδειχθούν σε βιτρίνα της ρωσικής επιτυχίας. Αντέδρασε υπερβολικά σε ένα γεγονός που η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν είχε προγραμματίσει, μολονότι το ενθάρρυνε κατά λάθος. Είναι σαφές ότι υπερκεράστηκε από πρωτοβουλίες που ήρθαν από αλλού, αν και είχαν σημαντική υποστήριξη στο εσωτερικό της. Το ερώτημα που τίθεται σήμερα είναι αν οι Ευρωπαίοι θα μπορέσουν να ανακτήσουν τον έλεγχο της κατάστασης.

Ο Πούτιν αναμφίβολα δεν είχε προβλέψει ότι οι ΗΠΑ θα δράττονταν της προσάρτησης της Κριμαίας για να επιβάλουν κυρώσεις, περιορισμένες στην αρχή (Ιούλιος 2014), πολύ πιο αυστηρές αργότερα (Σεπτέμβριος). Στις αρχές Μαΐου του 2014 δήλωνε πρόθυμος να ελεγχθεί η κρίση. Ενθάρρυνε τις ρωσόφωνες περιοχές να βρουν μια λύση στα προβλήματά τους στο πλαίσιο, της Ουκρανίας. Στις 10 Μαΐου ο Φρανσουά Ολάντ και η Άνγκελα Μέρκελ έκαναν λόγο, στο Βερολίνο, για μια αποκέντρωση της Ουκρανίας που έπρεπε να εγγραφεί στο σύνταγμα. Στις 25 Μαΐου εξελέγη πρόεδρος ο Πέτρο Ποροσένκο και αναγνωρίστηκε αμέσως από τη Μόσχα. Οι «προδιαγραφές της Νορμανδίας» (Γαλλία, Γερμανία, Ουκρανία, Ρωσία) σκιαγραφήθηκαν στις 6 Ιουνίου. Η κρίση έδειχνε ότι θα επιλύονταν ειρηνικά.

Όλα όμως ξέφυγαν από τον έλεγχο το καλοκαίρι: οι αρχές του Κιέβου ξεκινούν εναντίον των «αυτοανακηρυχθεισών δημοκρατιών» μια «αντιτρομοκρατική επιχείρηση», που συσπειρώνει εναντίον της τον πληθυσμό του Ντονμπάς. Η επιχείρηση διακόπτεται άδοξα, εξαιτίας της διάλυσης του ουκρανικού στρατού, παρά την υποστήριξη των «ταγμάτων εθελοντών» υποστηρικτών της Μεϊντάν. Οι συμφωνίες Μινσκ 1, που υπογράφηκαν στις 5 Σεπτεμβρίου, κήρυσσαν κατάπαυση του πυρός. Έξι μέρες αργότερα, στις 11 Σεπτεμβρίου, τίθενται σε εφαρμογή βαριές κυρώσεις από τις ΗΠΑ και την Ευρωπαϊκή Ένωση, για τη διασφάλιση της εφαρμογής της κατάπαυσης του πυρός επισήμως. Μέσω των τραπεζών, που παγώνουν από τις αμερικανικές κυρώσεις, το ευρωρωσικό εμπόριο περιστέλλεται προοδευτικά ή, για την ακρίβεια, παραλύει. Η Ρωσία κηρύσσει τις δικές της κυρώσεις στον τομέα των τροφίμων και στρέφεται προς τις «αναδυόμενες» οικονομίες, ιδίως στην Κίνα, προκειμένου να διαφοροποιήσει το εξωτερικό της εμπόριο και τις βιομηχανικές της συνεργασίες.

Ταυτόχρονα οι τιμές του αργού πετρελαίου καταβαραθρώνονται. Η ισοτιμία του δολαρίου ανεβαίνει από τα 35 ρούβλια στα 70 το 2014. Ελλείψει συνέχειας, οι συμφωνίες κατάπαυσης του πυρός παραπαίουν. Το Κίεβο ξεκινά νέα στρατιωτική επιχείρηση, που αποτυγχάνει όπως και η πρώτη. Χάρη στην πρωτοβουλία των ηγετών των κρατών τους οποίους προσκάλεσε σε συνάντηση ο Ολάντ, νέες συμφωνίες, οι επονομαζόμενες Μινσκ 2, υπογράφηκαν στις 12 Φεβρουαρίου 2015.

Η παγίδα κλείνει: οι ευρωπαϊκές κυρώσεις επιβλήθηκαν κατ’ αρχήν για να αρθούν. Όμως, αν το στρατιωτικό σκέλος των συμφωνιών Μινσκ 2 λίγο-πολύ τηρείται, το πολιτικό σκέλος παραμένει μπλοκαρισμένο. Το τελευταίο οφείλει να ακολουθήσει μια σαφώς καθορισμένη αλληλουχία ενεργειών: ψήφιση εκλογικού νόμου από τη Ράντα (το ουκρανικό Κοινοβούλιο), τοπικές εκλογές στο Ντονμπάς, συνταγματική μεταρρύθμιση, νόμος για την αποκέντρωση των εξουσιών, νέες εκλογές και, τέλος, ανάκτηση από το Κίεβο του ελέγχου των συνόρων με τη Ρωσία. Όμως στις 17 του περασμένου Μάρτη η Ράντα ψηφίζει ένα κείμενο που ανατρέπει αυτή τη διαδοχή, καθιστώντας «την απόσυρση των ενόπλων ομάδων» προαπαιτούμενο. Το μπλοκάρισμα του πολιτικού σκέλους των συμφωνιών του Μινσκ από την κυβέρνηση του Κιέβου καθιστά στην πραγματικότητα την αντιπαράθεση μια «παγωμένη σύγκρουση». Έτσι η άρση των κυρώσεων γίνεται όμηρος ενός φαύλου κύκλου. Θεωρητικά, μπορούν να ανανεωθούν μόνο με ομόφωνη απόφαση. Στην πραγματικότητα υπάρχει κίνδυνος να εφαρμοστεί ο νόμος της συναίνεσης· ήδη η Μέρκελ ανακοίνωσε, στις 28 Απριλίου 2015, ότι οι κυρώσεις πιθανότατα θα ανανεωθούν στα τέλη του Ιουνίου.

Είμαστε μάρτυρες ενός πολέμου τον οποίο δεν τολμούμε να ονοματίσουμε. Η υπόγεια αντιπαράθεση μεταξύ αυτών που επιθυμούν –γενικά σε χαμηλούς τόνους– τη διατήρηση της ευρωρωσικής συνεργασίας, έτσι όπως γινόταν αντιληπτή στις αρχές της δεκαετίας του 2000 και σε αυτούς που επιθυμούν να δημιουργήσουν αναχώματα στη Ρωσία, δηλαδή να την αποκρούσουν -με δυο λόγια επιθυμούν έναν νέο ψυχρό πόλεμο- αντανακλά μια σύγκρουση επιθυμιών μεταξύ Ουάσιγκτον και Μόσχας. Στο πεδίο διεξάγεται ένας πόλεμος δι’ αντιπροσώπων. Αντιπαρατίθενται ο ουκρανικός στρατός και τα «τάγματα εθελοντών» με την υποστήριξη της Ουάσιγκτον και των συμμάχων της από τη μια και των αποκαλούμενων «αποσχιστικών» πολιτοφυλακών από την άλλη, που βρίσκουν υποστήριξη στο ρωσόφωνο πληθυσμό και, φυσικά, στη ρωσική ενίσχυση, με την κάλυψη της ανθρωπιστικής βοήθειας. Η συνέχιση αυτής της σύγκρουσης μπορεί να μετατρέψει την Ουκρανία σε ένα διαρκές μήλο της Έριδος μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ρωσίας. Μέσω μιας ιδεολογικής σταυροφορίας που διαδίδεται ευρέως, η Ουάσιγκτον επιδιώκει ταυτόχρονα να απομονώσει τη Ρωσία και να ενισχύσει τον έλεγχό της στην υπόλοιπη Ευρώπη.

Οι υποστηρικτές ενός νέου ψυχρού πολέμου περιγράφουν τη Ρωσία ως μια δικτατορία εχθρική στις οικουμενικές αξίες, που έχει ως όραμα την επανίδρυση της ΕΣΣΔ. Για όσους γνωρίζουν τη σημερινή Ρωσία η περιγραφή αυτή είναι υπερβολική, ή μάλλον απλουστευτική. Η δημοτικότητα του Πούτιν οφείλεται στο ότι κατόρθωσε να ανασυγκροτήσει την οικονομία σε μια χώρα που είχε χάσει το μισό ΑΕΠ της στη δεκαετία του 1990 και ταυτόχρονα κατόρθωσε να βάλει τέλος στη διάλυση του κράτους. Το πρόγραμμά του δεν είναι αυτοκρατορικό αλλά εθνικό. Είναι ένα πρόγραμμα εκσυγχρονισμού της Ρωσίας, λαμβάνοντας υπ’ όψιν ότι, όπως κάθε κράτος, έχει συμφέροντα ασφάλειας.

Φυσικά μπορεί πάντα κάποιος να προσπαθήσει να ξαναδώσει ζωή σε παλιούς φόβους. Υπάρχουν άνθρωποι που πιστεύουν ότι ο Πειραιάς είναι ένας άνδρας και ο Πούτιν μια χώρα (4). Η Ρωσία είναι μια χώρα που αλλάζει. Η κοινωνία της χαρακτηρίζεται από την άνοδο πολυπληθών μεσαίων στρωμάτων, που αμφισβητούσαν συχνά την επιστροφή του Πούτιν στην εξουσία το 2012, αλλά που τώρα έχουν συνταχθεί μαζί του. Ακόμα και ο Μιχαήλ Γκορμπατσώφ θεωρεί ότι από το 1991 η Δύση συμπεριφέρθηκε άδικα στη Ρωσία, ως ηττημένη χώρα, ενώ ο ρωσικός λαός είναι ένας μεγάλος λαός, ευρωπαϊκός (5). Και διέγραψε το γεγονός ότι ο ρωσικός λαός πλήρωσε το βαρύτερο τίμημα στον πόλεμο κατά της ναζιστικής Γερμανίας. Γινόμαστε μάρτυρες ενός ξαναγραψίματος της ιστορίας, θαρρείς και ο αντικομμουνισμός πρέπει να επιζεί στο διηνεκές επί του κομμουνισμού.

Ρωσοφοβία των ΜΜΕ

Η βάση του ψυχρού πολέμου –η αντιπαράθεση δυο ανταγωνιστικών ιδεολογικών και οικονομικών συστημάτων– δεν υφίσταται πλέον. Ο ρωσικός καπιταλισμός έχει αναμφίβολα τις ιδιαιτερότητές του, είναι όμως ένας καπιταλισμός όπως και όλοι οι άλλοι. Οι συντηρητικές αξίες που διακηρύσσει ο Πούτιν αποσκοπούν κυρίως, στο να θεραπεύσουν τις πληγές που άνοιξαν κατά την παρένθεση των εβδομήντα χρόνων του μπολσεβικισμού στη ρωσική ιστορία.

Το πραγματικό διακύβευμα της τωρινής ουκρανικής κρίσης είναι η ικανότητα της Ευρώπης να επιβληθεί ως ανεξάρτητος παράγων σε έναν πολυπολικό κόσμο ή, αντιθέτως, ο συμβιβασμός της με μια σχέση υποτέλειας μακράς διαρκείας έναντι των Ηνωμένων Πολιτειών. Η ρωσοφοβία των μέσων ενημέρωσης αναδεικνύει μια προσπάθεια διαμόρφωσης της κοινής γνώμης ανάλογη με εκείνη που είχε συνοδέψει τον Πόλεμο του Κόλπου το 1990-91. Η πλύση εγκεφάλου της κοινής γνώμης βασίζεται στην άγνοια και στην έλλειψη παιδείας σχετικά με τη σύγχρονη ρωσική πραγματικότητα, όταν φυσικά δεν πρόκειται για ένα μανιχαϊκό και χειραγωγικό ιδεολογικό οικοδόμημα.

Η Ρωσία εκδηλώνει μια αδιαμφισβήτητη ικανότητα αντοχής. Εναπόκειται στη Γαλλία να ενσαρκώσει, στο πλαίσιο των προδιαγραφών της Νορμανδίας, των οποίων είχε την πρωτοβουλία, το μείζον συμφέρον της Ευρώπης. Είναι δύσκολο να δεχτούμε ότι η εξωτερική μας πολιτική θα παρεμποδίζεται από εξτρεμιστικά ή ρεβιζιονιστικά ρεύματα. Σε ό,τι με αφορά, δεν βάζω σε ίση μοίρα τον κομμουνισμό και το ναζισμό, όπως κάνουν οι «νόμοι μνήμης» που ψήφισε η Ράντα του Κιέβου στις 9 του περασμένου Απρίλη. Στην ουκρανική κρίση, η συντηρητική Γερμανία της Μέρκελ μου φαίνεται υπερβολικά ευθυγραμμισμένη με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Μπορεί να αντιμετωπίζει τον πειρασμό να εγκαταλείψει προσωρινά την παραδοσιακή Οστπολιτίκ (6) προς τη Ρωσία προς όφελος μιας διείσδυσης στην Ουκρανία. Το 2010 υπήρχαν χίλιες οκτακόσιες γερμανικές βιομηχανικές μονάδες εγκατεστημένες στην Ουκρανία, έναντι μόλις πενήντα γαλλικών. Η Ουκρανία είναι μια φυσική προέκταση της δεξαμενής φθηνού εργατικού δυναμικού της Mitteleuropa (7), του συγκριτικού πλεονεκτήματος της γερμανικής βιομηχανίας, το οποίο η αύξηση μισθών στις χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης έχει αρχίσει να φθείρει. Η Γερμανία πρέπει να πείσει τους Ευρωπαίους ότι η πολιτική της δεν αποτελεί συνέχεια της αμερικανικής πολιτικής, όπως δείχνει, για παράδειγμα, η χειραγώγηση της BND (8) από την Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών (NSA) των ΗΠΑ. Οι προδιαγραφές της Νορμανδίας πρέπει να γίνουν το μέσο εφαρμογής της Μινσκ 2, δηλαδή να άρουν την αντίθεση της Ουκρανίας στην εφαρμογή του πολιτικού σκέλους της συμφωνίας. Και η Ευρώπη έχει στα χέρια της τον χρηματοοικονομικό μοχλό πίεσης.

Είναι καιρός να εκδηλωθεί μια «Ευρωπαϊκή Ευρώπη». Θα μπορούσε κατ’ αρχήν να προσπαθήσει να πείσει τις Ηνωμένες Πολιτείες ότι το πραγματικό τους συμφέρον δεν είναι ο εξοβελισμός της Ρωσίας εκτός «Δύσης», αλλά ο επαναπροσδιορισμός, μαζί της, των κανόνων του παιγνιδιού, αμοιβαία αποδεκτών και ικανών να αποκαταστήσουν μια εύλογη εμπιστοσύνη.

1) Zbigniew Brezinski, «Le Grand Echiquier. L’Amérique et le reste du monde», Fayard/Pluriel, Παρίσι, 2011 (1η έκδοση 1997).
2) (Σ.τ.Μ.) Ανατολική Εταιρική Σχέση: Συμφωνία συνεργασίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης με το Αζερμπαϊτζάν, την Αρμενία, τη Γεωργία, τη Λευκορωσία και την Ουκρανία, με σκοπό την ενίσχυση των οικονομικών, πολιτικών και πολιτιστικών δεσμών των εν λόγω χωρών με την Ε.Ε..
3) Κυρίως η Βικτώρια Νάλαντ, υφυπουργός των ΗΠΑ για την Ευρώπη και την Ευρασία, ο Αμερικανός γερουσιαστής Τζον Μακ Καίην και ο Γερμανός υπουργός Εξωτερικών Γκουίντο Φεστερβέλλε.
4) Ας μας συγχωρήσει ο αναγνώστης την αναφορά στον Λα Φονταίν (ΣτΜ: Ο πρωτότυπος μύθος είναι του Αισώπου, «Η μαϊμού και το δελφίνι», όπου η μαϊμού νομίζει ότι ο Πειραιάς είναι άνθρωπος και λέει στο δελφίνι ότι τρώει στο σπίτι της). Οι μύθοι του περιγράφουν ακόμα τον κόσμο μας.
5) Ομιλία στο Βερολίνο, 9 Νοεμβρίου 2014.
6) (Σ.τ.Μ.) Οστπολιτίκ στα γερμανικά σημαίνει ανατολική πολιτική. Η ονομασία αυτή δόθηκε στο άνοιγμα προς την ΕΣΣΔ που επιχείρησε, το 1969, η πρώτη κυβέρνηση συνεργασίας Σοσιαλδημοκρατών και Ελεύθερων Δημοκρατών της Δυτικής Γερμανίας με καγκελάριο τον Βίλυ Μπραντ και υπουργό Εξωτερικών τον Βάλτερ Σέελ. Την πολιτική αυτή συνέχισε και η επόμενη κυβέρνηση Σοσιαλδημοκρατών και Ελευθέρων Δημοκρατών, με καγκελάριο τον Χέλμουντ Σμιτ και υπουργό Εξωτερικών τον Χανς Ντήτριχ Γκένσερ.
7) (Σ.τ.Μ.) Mitteleuropa στα γερμανικά σημαίνει Κεντρική Ευρώπη. Ο όρος προσδιορίζει το πρωσικό σχέδιο για οικονομική και πολιτισμική ηγεμονία της Γερμανίας στην Κεντρική Ευρώπη και την επακόλουθη οικονομική εκμετάλλευση της περιοχής, με προσάρτηση εδαφών, γερμανικό εποικισμό των προσαρτημένων εδαφών και εκδίωξη από αυτά των μη γερμανικών πληθυσμών.
8) Bundesnachrichtendienst: Γερμανική Υπηρεσία Πληροφοριών.

Facebooktwittergoogle_pluspinterestlinkedintumblrmail Για το γαλλικό πρωτότυπο
Authors:

Ο Jean-Pierre Chevènement είναι Γάλλος πρώην υπουργός.