Μύθοι και αλήθειες της Ιρλανδίας

Ο Χιούγκο Χάμιλτον γεννήθηκε το 1953 από πατέρα ιρλανδό εθνικιστή και μητέρα βερολινέζα αντιναζί και μεγάλωσε στις φτωχογειτονιές του Δουβλίνου. Με «μπάσταρδο αίμα», όπως είναι και ο τίτλος της αυτοβιογραφίας του, νιώθει βαθιά αλληλέγγυος με όσους δεν υποκύπτουν στις μόδες, με τους εξόριστους στην ίδια τους την πατρίδα, συνεχίζοντας έτσι μια μακρά παράδοση της ιρλανδικής λογοτεχνίας. Στα ελληνικά κυκλοφορεί το βιβλίο του με τίτλο «Οι στιγματισμένοι» (μτφρ. Μαρία Γεωργουσοπούλου, «Νεφέλη», Αθήνα 2004). Το απόσπασμα που δημοσιεύουμε σήμερα είναι από το βιβλίο του με τίτλο «Όπως κανείς».

Ο Ιρλανδός είναι τεχνίτης στο χειρισμό του φαντασιακού. Όλος ο κόσμος γνωρίζει αυτό το μοναδικό ταλέντο μας στη θεατρικότητα. Για μας, στην Ιρλανδία, η ιστορία που φτιάχνουμε για κάτι έχει συχνά μεγαλύτερη σημασία και από το ίδιο το γεγονός. Να συζητάμε, να υπερβάλλουμε, να σχολιάζουμε με λεπτομέρειες τη ζωή μας και τη χώρα μας, αξίζουν όσο και η αντικειμενική αλήθεια. Να ‘μαι, λοιπόν, κι εγώ να έχω κολλήσει αυτή την… εθνική συνήθεια που τόσο έχω προσπαθήσει να αποφύγω!

Από την άλλη, όμως, ο μείζων ρόλος που έχει παίξει το φαντασιακό στην ανάπτυξη της ιρλανδικής κοινωνίας είναι ίσως αποκαλυπτικός των δυνατοτήτων και των αδυναμιών μας, ακόμα και σήμερα. Αυτή τη στιγμή, οι Ιρλανδοί περνούν μια έντονη φάση ενδοσκόπησης. Το σύνθημα τώρα είναι: «Ανανέωση της Δημοκρατίας». Ύστερα από δύο δεκαετίες αγοραστικής τρέλας, κατά τις οποίες το φαντασιακό μας μεταμορφώθηκε σε καταναλωτική φαντασίωση, οι βασικές αρχές των προγόνων μας έγιναν ξανά αντικείμενο συζήτησης στα μέσα ενημέρωσης. Τι δεν πήγε καλά; Ποιες είναι οι αξίες που έχουν πράγματι σημασία; Και τι περιμένουμε, στ’ αλήθεια, από το μέλλον;

Ο εθνικός ιρλανδικός χαρακτήρας βασίζεται στις προσδοκίες. Η ιστορία μας είναι ποτισμένη με εθνικιστικά όνειρα για ελευθερία. Με τα όνειρα των αμέτρητων μεταναστών που είναι αναγκασμένοι να παραμένουν στο εξωτερικό, που ζουν με την επιθυμία να ξαναγυρίσουν στην πατρίδα τους. Με τα όνειρα για ευημερία έπειτα από τόσα χρόνια φτώχειας, πείνας και έλλειψης προοπτικής, από τα οποία η χώρα βγήκε τελικά χάρη στην αλματώδη ανάπτυξη της δεκαετίας του 1990.

Με μαζική επένδυση στην εκπαίδευση και στην ένταξη στη λέσχη των Ευρωπαίων, αυτή η ευημερία έφτασε στις όχθες της Ιρλανδίας και έκανε όλα μας τα όνειρα πραγματικότητα. Οι μετανάστες άρχισαν να επιστρέφουν. Το θρυλικό αίσθημα φιλοξενίας των Ιρλανδών άνοιξε τις πόρτες διάπλατα για να μπει ένα πρωτόγνωρο κύμα μεταναστών, ιδίως από τις πρώην σοσιαλιστικές χώρες της Ανατολικής Ευρώπης. Μέσα στην αρχική μέθη αυτής της οικονομικής ανάπτυξης, η χώρα ξεπέρασε ακόμα και τις θρησκευτικές διαμάχες της, για να προωθήσει, στη Βόρεια Ιρλανδία, μια διαδικασία ειρήνευσης, που ακόμα ισχύει, έστω και αν όλα τα άλλα μοιάζουν να έχουν γίνει ξανά σκόνη. Θα ‘λεγε, όμως, κανείς ότι τα όνειρά μας υφίστανται μια απότομη έκπτωση.

Οι αιτίες της ζημιάς που έγινε στην Ιρλανδία από τη σημερινή κρίση σίγουρα θα γίνουν αντικείμενο αναλύσεων από τους οικονομολόγους για τις επόμενες δεκαετίες. Ίσως φταίει η έκπληξη να βλέπουμε τα όνειρά μας να πραγματοποιούνται που μας παραπλάνησε και δεν μας άφησε να φανταστούμε ότι υπήρχε πιθανότητα αποτυχίας. Είχαμε “λεφτά και στις δύο τσέπες”, όπως λέμε. Είχαμε ανάγκη να σβήσουμε το παρελθόν ξοδεύοντας μανιωδώς. Είναι ενδεικτικό εξάλλου ότι σ’ αυτή τη χρυσή εποχή η Ιρλανδία παρήγαγε δύο παγκόσμια μπεστ σέλερ με θέμα τη φτώχεια: «Οι στάχτες της Άντζελα», του Φρανκ Μακ Κορτ (1), και «It’s a Long Way From Penny Apples», του Μπιλ Κάλεν, δύο κείμενα που μιλούν για την εποχή όπου τα παιδιά περπατούσαν ξυπόλυτα. Όταν η οικονομία είναι ανθηρή, μια κοινωνία επιτρέπει στον εαυτό της ν’ αντιμετωπίσει και τις πιο μαύρες σελίδες της ιστορίας της, όπως έγινε με όλα αυτά τα σκάνδαλα σεξουαλικής κακοποίησης στην Εκκλησία ή με το εκπαιδευτικό σύστημα.

Τώρα που έχουμε πια άδειες και τις δύο τσέπες, αποκοιμιόμαστε με ιστορίες τρελών και αλόγιστων δαπανών. Θυμόμαστε την εποχή που δεν μπαίναμε καν στον κόπο να συγκρίνουμε τις τιμές στο σουπερμάρκετ. Την ώρα που κάποιοι λένε ότι μπορεί να ξαναγυρίσουμε στα συσσίτια, εμείς ψάχνουμε πού πήγαν τα λεφτά. Και αν μας αρέσει πλέον να διαβάζουμε ιστορίες για ανείπωτο πλούτο παρά για ανείπωτη φτώχεια, μάλλον είναι από απλή νοσταλγία.

Κάθε Κυριακή, μπορούμε να διαβάσουμε και να ξαναδιαβάσουμε τον απολογισμό από τα μεγάλα φαγοπότια: Κάποιο βράδυ, ένας από τους πλουσιότερους επιχειρηματίες του ιρλανδικού κατασκευαστικού κλάδου βγήκε να φάει με φίλους σε μεγάλο γαλλικό εστιατόριο. Η σύζυγός του βλέπει ξαφνικά την τσάντα μεγάλου οίκου μόδας που κρατούσε μια γυναίκα από την παρέα, εγκαταλείπει το τραπέζι, σπεύδει στη γειτονική μπουτίκ, δίνει 2.000 ευρώ και αγοράζει την ίδια τσάντα Valentino, επιστρέφοντας μάλιστα εγκαίρως για το επιδόρπιο.

Γιατί, άραγε, μας εκπλήσσουν αυτού του είδους οι ιστορίες για την Ιρλανδία; Μήπως δεν αντιστοιχούν σ’ αυτά που βλέπουμε τόσα χρόνια στις αμερικανικές ταινίες ότι κάνουν οι πλούσιοι; Τι μας έκανε να πιστεύουμε ότι οι Ιρλανδοί θα συμπεριφέρονταν διαφορετικά από τους άλλους κροίσους του πλανήτη;

Είναι η ταχύτητα με την οποία αυτοί οι ζάπλουτοι αντέγραψαν τους κώδικες της επιτυχίας, ο ζήλος τους να θάψουν το αίσθημα κατωτερότητας που γεννήθηκε την εποχή που πεινούσαν και να μετατρέψουν σε υλικά αγαθά το φαντασιακό μας. Είναι επίσης η ταχύτητα με την οποία προσγειωθήκαμε έπειτα απ’ αυτή τη σύντομη… πτήση. Είναι η εικόνα αυτών των οικοδομικών συγκροτημάτων που είναι άδεια και μισοτελειωμένα. Είναι η σκέψη όλου αυτού του χρήματος που σκορπίστηκε σε είδη μακιγιάζ και αξεσουάρ. Η σκέψη των χαμένων ευκαιριών. Η εγκατάλειψη στο αλκοόλ και τα ναρκωτικά.

Η προοπτική να δούμε ξανά μετανάστες να φεύγουν από την Ιρλανδία μήπως και βρουν δουλειά στον Καναδά και την Αυστραλία. Πάνω απ’ όλα αυτά, όμως, είναι το γεγονός ότι αυτές οι ιστορίες για πολυτελή καπρίτσια δεν ταιριάζουν με την εικόνα που είχαμε έως τώρα για την ταυτότητά μας. Είναι ασύμβατα με το μύθο της «ιρλανδικότητας» που αναπτύχθηκε ανά τους αιώνες και στον οποίο γαντζωνόμαστε ακόμα σήμερα.

Αυτό που ακούμε να λέγεται συχνά σήμερα είναι ότι η νέα γενιά, που μεγάλωσε με σχετική αφθονία και σταθερότητα, χωρίς να έχει γνωρίσει εποχές ισχνών αγελάδων, είναι ανίκανη να φανταστεί μια διέξοδο. Έχει τόσο συνηθίσει να μη νοιάζεται για τίποτα και να ξοδεύει, που είναι ανίκανη να αφομοιώσει το σοκ της λιτότητας.

Στη Νήσο του Αχιλλέα, στις δυτικές ακτές της χώρας, μας δόθηκε η ευκαιρία να θυμηθούμε την ταπεινότητα, που πάντοτε ήταν πολύτιμο χαρακτηριστικό του ιρλανδικού τρόπου ζωής. Κάθε χρόνο γίνεται εκεί ένα σεμνό λογοτεχνικό φεστιβάλ στη μνήμη του γερμανού συγγραφέα Χάινριχ Μπελ -Νόμπελ Λογοτεχνίας- που επισκεπτόταν συχνά το νησί τη δεκαετία του 1950 και είχε μάλιστα ένα σπιτάκι εκεί.

Ο λογοτέχνης αυτός προειδοποιούσε από παλιά όσον αφορά τη διαβρωτική δύναμη που ασκούσε ο υλισμός τη μεταπολεμική εποχή. Φέτος, περπατήσαμε πάνω-κάτω στην εντυπωσιακή ακτή το Σαββατοκύριακο του φεστιβάλ. Αισθανόμασταν τον παλμό του βράχου κάτω από τα πόδια μας, την αύρα του Ατλαντικού.

Μας πήγαν στο λιμανάκι του Πάρτιν, όπου παλιά ψάρευαν καρχαρία-«προσκυνητή»(2) και στέγνωναν τα πτερύγιά του πάνω σε πέτρινους τοίχους για να τα εξαγάγουν μέχρι τη μακρινή Κίνα. Οι άνθρωποι ήταν πραγματικά δουλευταράδες και τολμηροί εκείνο τον παλιό καιρό. Ήταν γεμάτοι ελπίδα, μουσική και μύθους. Ήταν μια εποχή όπου οι Ιρλανδοί τρέφονταν από το φαντασιακό τους. Υπήρχε επίσης ένας φυσικός κώδικας αλληλοβοήθειας και αλληλεγγύης, ένα είδος ελάσσονος σοσιαλισμού: Οι ψαράδες, μόλις επέστρεφαν στο λιμάνι, έριχναν την ψαριά τους στην αποβάθρα, γύριζαν απ’ την άλλη μεριά και τραβούσαν κλήρο ώστε τα ψάρια να μοιραστούν δίκαια σε όλους.

Αυτή η επίσκεψη μας θύμισε τις ρίζες μας ως έθνους. Και ίσως είναι μια καλή στιγμή για να επαναξιολογήσουμε αυτά τα ένστικτα που κληρονομήσαμε από την ιστορία.

Στην Ιρλανδία, έχουμε μια έκφραση που λέει “ρίξε μια βουρδουλιά”, κάτι που σημαίνει περίπου “άδραξε την ευκαιρία”. Τη χρησιμοποιούμε, για παράδειγμα, για να εμψυχώσουμε μια αθλητική ομάδα -όταν δεν έχουμε τίποτα να χάσουμε, πρέπει να προσπαθήσουμε να δώσουμε τον καλύτερό μας εαυτό, και ας φαίνεται απίθανο να μπορέσουμε να ανατρέψουμε την κατάσταση. Το να δοκιμάζουμε την τύχη μας είναι ένα στοιχείο της ιρλανδικής αισιοδοξίας.

Το σημαντικό είναι να ξέρουμε σε τι θα επενδύσουμε την ενεργητικότητά μας για να προγραμματίσουμε το μέλλον. Πρόσφατα έγινε στο Δουβλίνο ένα συνέδριο στο οποίο είχε προσκληθεί η πλειονότητα των ιρλανδών επιχειρηματιών που είναι επιτυχημένοι στο εξωτερικό, για να καταθέσουν τις ιδέες τους για το πώς θα ανακάμψει η χώρα. Ένα από τα κυριότερα συμπεράσματα του Σαββατοκύριακου ήταν ότι διαθέτουμε τεράστιο δημιουργικό δυναμικό στην Ιρλανδία. «Παίζουμε στο γήπεδο των μεγάλων», όπως λέμε, στην τέχνη, τη λογοτεχνία, την εξαγωγή ιδεών.

Ο Νιλ Τζόρνταν, ο βραβευμένος με Όσκαρ σκηνοθέτης, επισήμανε εύστοχα ότι προδοθήκαμε μεν από τους πολιτικούς, τους τραπεζίτες και την Εκκλησία μας, όχι όμως και από τους καλλιτέχνες μας. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την αναζωογόνηση του ενδιαφέροντος για την ιρλανδική δημιουργικότητα, που θεωρείται τώρα η βασική λύση για τις παρούσες δυσκολίες. Έτσι, η κυβέρνηση ονόμασε τον Γκάμπριελ Μπερν, τον γνωστό ηθοποιό, επίσημο πρέσβη Πολιτισμού της Ιρλανδίας, κάτι που γίνεται πρώτη φορά στη χώρα.

Επομένως, ίσως τελικά σωθούμε από το ταλέντο μας στους μύθους.

Σήμερα, νέες ιστορίες έρχονται να τροφοδοτήσουν τις δικές μας: είναι οι ιστορίες των μεταναστών που μας φέρνουν τις δικές τους πολιτισμικές επιρροές, όπως άλλοτε οι Ιρλανδοί έφεραν τη μουσική τους στον κόσμο. Η Ιρλανδία βιώνει βαθιές αλλαγές. Μπορεί, βέβαια, να δυσφορούμε προσαρμοζόμενοι στο σοκ της πτώσης, αλλά ίσως τώρα να ανοίγεται μια εποχή γεμάτη προκλήσεις, πλούσια σε νέες προοπτικές, μια στιγμή ανανέωσης του ιρλανδικού φαντασιακού».

 

  1. (Σ.τ.Μ.) Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Λιβάνη (μτφρ. Α. Καλοφωλιάς, Αθήνα 1998).
    (Σ.τ.Μ.) Στην Ελλάδα, αυτό το είδος καρχαρία ονομάζεται και «παπάς» και «σαπουνάς».

 

Facebooktwittergoogle_pluspinterestlinkedintumblrmail Για το γαλλικό πρωτότυπο
Authors: