Ένας Διάβολος στην Αθήνα της κρίσης

Please allow me to introduce myself
I’m a man of wealth and taste
I’ve been around for a long, long year
Stole many a man’s soul and faith

Rolling Stones, Sympathy for the Devil

Άγης Πετάλας, Η δύναμη του κυρίου Δ*, Αθήνα, Αντίποδες

Μια συλλογή διηγημάτων, που τιτλοφορείται Ιστορίες του κυρίου Δ*, όπως θα λέγαμε Ιστορίες του κυρίου Κόινερ, αλλά από την ανάποδη. Ένας πρωταγωνιστής που ονομάζεται Δ* με τρόπο καφκικό και πάλι ανεστραμμένο, αλλά και Δ* όπως Διάβολος, και Δύναμη. Ένας σύγχρονος δαίμονας, κυνικός αστός καπιταλιστής, μορφωμένος και εκλεπτυσμένος, που διαβάζει Μαρξ (ή μήπως τα διηγήματα στα οποία ο ίδιος πρωταγωνιστεί;) και παθαίνει κατάθλιψη, ειδικά με το απόσπασμα που ανοίγει, ως μότο, τη συλλογή: “Η κακή πλευρά είναι αυτή που παράγει την κίνηση η οποία φτιάχνει την ιστορία, καθώς συγκροτεί το στοιχείο της πάλης” (από την Αθλιότητα της φιλοσοφίας, απάντηση στη Φιλοσοφία της Αθλιότητας του Προυντόν). Αυτό ακριβώς το απόσπασμα, που τον περιγράφει, αποτελεί τον χειρότερο εφιάλτη του εωσφορικού κυρίου Δ* στο τελευταίο διήγημα, όταν το αινιγματικό Δ*, οριζόμενο και ως Δύναμη, ανανεώνει -;- εντέλει, σε ένα κρεσέντο ειρωνείας, τη διαχρονική νίκη του, μέσα από την υποταγή του εργαζόμενου που νταντεύει το αφεντικό του.

pollocklucifer

 

 

Jackson Pollock, Lucifer, 1947

Είκοσι τέσσερα διηγήματα, σύντομες ιστορίες για τις συναντήσεις και τις επιλογές ενός πανέξυπνου, ανελέητου, εστέτ μεγαλοαστού επιχειρηματία, που αναλαμβάνει να δικαιώσει την τάξη του, λόγω και έργω, σε μια πόλη-κόλαση και σε μια εποχή όπου η κοινοτοπία του Κακού βρίσκεται ξανά στο προσκήνιο. Η πρώτη εικόνα του σχεδιάζεται προσφυώς από τον λόγο, καθώς στο πρώτο διήγημα γνωρίζουμε τον ρήτορα, τον δεξιοτέχνη του άδικου λόγου, που υπερασπίζεται το δικαίωμα στην πολυτέλεια, στον ορισμό του είναι από το έχειν μέσα από τον μαγικό καθρέφτη του καταναλωτισμού και της εμπορευματοποίησης, το δικαίωμα στον πλούτο χωρίς έγνοιες για τους παραγωγούς του και τα – αντιαισθητικά σε κάθε περίπτωση – βάσανά τους.

diablebleus

Λόγος δικανικός, βασίζεται σε μια ακολουθία λογικών πλανών, που αποτελούν, άλλωστε, τη βάση όλης της συνεκτικής επιχειρηματολογίας του κυρίου Δ* και των φίλων του. Του ενεχυροδανειστή Σταβίσκυ, με το σημαδιακό όνομα που μας μεταφέρει στο πολύκροτο ομώνυμο σκάνδαλο απάτης και διαπλοκής στις αρχές της δεκαετίας του ΄30 στο Παρίσι.

 

stavisky

 

 

Stavisky, Alain Resnais, 1974

 

 

 

Της αριστοκράτισσας κυρίας Κρα* που θυμίζει προφανώς κοράκι, αναπολεί την καθαρεύουσα και θα επιθυμούσε να την ακούει από το στόμα των ζητιάνων, να της λένε “ό,τι προαιρείσθε” για να τους ελεεί, θαυμάζοντας την ελληνική παιδεία – αλλά όχι και την ανίκανη ελληνική πολιτεία, η οποία ανέκαθεν και εις τους αιώνας των αιώνων καλό είναι να παραμένει, για το καλό της, υπό ξένη εποπτεία.

Αρχής γενομένης από τα ονόματα, η κατασκευή των ιστοριών του Πετάλα δεν είναι καθόλου μα καθόλου απλή: οι συναντήσεις κειμένων, λόγων, περιστάσεων, ρητορικών τρόπων γίνονται πρώτη ύλη για μια ειρωνική αναπαράσταση της πραγματικότητας, της απολύτως σύγχρονης πραγματικότητάς μας, η οποία φιλοδοξεί να απαντήσει θριαμβευτικά στην προκλητική τοποθέτηση του Σταβίσκυ: “Σε καιρούς κρίσης η τέχνη θριαμβεύει. Μα τώρα, εδώ, ποια μορφή τέχνης βλέπεις στ’ αλήθεια να φωτοβολεί, να πρωτοπορεί; […] Συνεπώς, φίλε μου, η κρίση απλούστατα δεν υπάρχει. Αν υπήρχε, θα τη βλέπαμε αποτυπωμένη σε κάποιο σπουδαίο έργο τέχνης της εποχής μας.”

Ποια πραγματικότητα; Των κοιλιόδουλων φτωχών που δεν αντιμετωπίζουν την πραγματικότητα αισθητικά, όπως σχολιάζει ο κύριος Δ* βλέποντας τις ουρές στα γνωστά συσσίτια στο Σύνταγμα· των μαχαιριών, πραγματικών και συμβολικών, που κατασκευάζονται από κυρίους Δ* για την ώρα που θα χρειαστούν, μαζί με τις σφαίρες που σήμερα συστηματικά εξοστρακίζονται· του χρυσαφιού και της γενικευμένης τοκογλυφίας – σε όλες τις κλίμακες, ατομική, συλλογική, εθνική, παγκόσμια –, την οποία ακόμη κι ο Λούθηρος θεωρούσε το μεγαλύτερο κακό επί της γης μετά τον διάβολο· των εξ ορισμού κακών μεταναστών, αντρών, παιδιών και γυναικών – εξαιρούνται οι ιερόδουλες, ειδικά οι μαύρες, που ανεβάζουν το ηθικό· των παιχνιδιών εξουσίας που δυναμιτίζουν τις καθημερινές σχέσεις· της διαπλοκής, της ατιμωρησίας, της δήωσης του φυσικού πλούτου και των ψυχών. “Σωφρονιστήρες, φρονιμίτες, κοπτήρες, τραπεζίτες” στις δόξες τους. Μαζί κι η τέχνη, κομμάτι της ίδιας αυτής πραγματικότητας, να αναρωτιέται πώς σήμερα η φόρμα μπορεί να είναι περιεχόμενο, χωρίς υποχωρήσεις στο “αισθητικό ψεύδος”, ούτε και στην “ψευδή συνείδηση”, ή τα ίδια αυτά να υπερασπίζεται.

 

Μικρές ιστορίες χτισμένες με δεξιοτεχνία πάνω σε διαρκείς ανατροπές, εμφανείς και αθέατες, με έντονη θεατρικότητα, με πρόσωπα-τύπους, που με τον συμβολισμό και την υπερβολή τους φέρνουν το χαμόγελο, παρά την αγριότητα των περιστάσεων. Παράδειγμα: ο γέροντας εκπαιδευτικός που τρέφεται στο συσσίτιο και πηγαίνει πάνω-κάτω με το μετρό για να ζεσταίνεται, να διαβάζει εφημερίδες και βιβλία που ξεχνούν οι επιβάτες, να ακούει μουσική, να βλέπει τα αρχαία, και στο τέλος αναγκάζεται να προσφέρει υπηρεσίες ξεναγού για να διατηρήσει αυτό το τεράστιο προνόμιο – φυσικά μετά από καταγγελία του κυρίου Δ* (“Ο μετροδύτης”).

Φρίκη θα πει κανείς. Ναι, αλλά εντελώς αποδραματοποιημένη, έως και αστεία παρουσιασμένη, καθώς στο συγγραφικό σχέδιο του Πετάλα το θυμικό δεν έχει θέση, η ταύτιση με τον αδύναμο, ο οίκτος είναι στοιχεία προγραμμένα. Ο καταγγελτικός λόγος ανήκει μόνο στους έχοντες και κατέχοντες, που αιτιολογούν αναλυτικά τις επιλογές του. Ο διάβολος που τους δίνει φωνή, ενσάρκωση του αποχαλινωμένου καπιταλισμού της κρίσης, όψη ενός μετανεωτερικού υπερανθρώπου, δεν αγοράζει ψυχές, δεν γελοιοποιεί, καταστρέφει και επιβεβαιώνει τη δύναμη και το δίκιο του. Η μπρεχτική, με ένα τρόπο, αποστασιοποίηση αναδεικνύει τη μαγική δύναμη του λόγου, που παραμορφώνει, σαν καθρέφτης, την πραγματικότητα την ίδια στιγμή που την αναδεικνύει σε όλη την πολυπλοκότητά της. Μετατρέποντας ανεπαισθήτως το Δ της δύναμης σε V for Vendetta;

Το βέβαιο είναι ότι η πρώτη συγγραφική δοκιμή του Πετάλα, την οποία διατρέχει εμφανέστατα η αγωνία για το πώς μιλά κανείς για τον κόσμο και τον άνθρωπο στις μέρες μας, όπου όλα τα τεχνάσματα έχουν χρησιμοποιηθεί και όλες οι φόρμες έχουν φθαρεί, είναι όχι απλώς εξαιρετικά ενδιαφέρουσα, αλλά και ιδιαιτέρως απολαυστική. Επιβεβαιώνει δε για άλλη μια φορά την ανήσυχη ματιά των νέων πεζογράφων και ποιητών μας, πολλών εξ αυτών εν πάση περιπτώσει, που δεν έχουν τίποτα να ζηλέψουν από τους ομοτέχνους τους στην Ευρώπη και την Αμερική.

 

 

Facebooktwittergoogle_pluspinterestlinkedintumblrmail Για το γαλλικό πρωτότυπο