Share on facebook
Share on twitter
Share on skype
Share on whatsapp
Share on print
Share on email

Ένα έργο για τέσσερα χέρια και τέσσερις φωνές ή ασκήσεις ύφους στην αστυνομική λογοτεχνία

Άγης Πετάλας και Κώστας Θ. Καλφόπουλος, Όταν έρθει η μέρα που ξέρεις. Αθήνα, Εστία, 2020.

Μια κοινοπρακτική νουβέλα

Μια κοινοπρακτική νουβέλα και δη αστυνομική γραμμένη συνεργατικά από δύο συγγραφείς: παλιά και δοκιμασμένη συνταγή θα πει κανείς και θα έχει δίκιο. Από τους αδελφούς Γκριμ ως τους αδελφούς Γκονκούρ στον δέκατο ένατο αιώνα και από τους ντανταϊστές, τους υπερρεαλιστές και τα κινήματα της πρωτοπορίας εν γένει στις αρχές του εικοστού ως τα αστυνομικά μυθιστορήματα των Μπουαλώ-Ναρσεζάκ παλαιότερα και των Πάκο Τάιμπο ΙΙ-Υποδιοικητή Μάρκος και Ντομινίκ Μανοτί-Ντοά (Εντιμότατη εταιρεία, εκδ. Πόλις) πολύ πιο πρόσφατα, η συνεργατική γραφή διατρέχει, ως πρακτική, τους αιώνες και τα είδη.

Το σενάριο της ταινίας του Χίτσκοκ Δεσμώτης του ιλίγγου βασίστηκε στο μυθιστόρημα των Μπουαλώ-Ναρσεζάκ D’entre les morts (1954), που επανεκδόθηκε επανειλημμένα μετά την ταινία με τον γαλλικό τίτλο, Sueurs froides (Μεταίχμιο, 2011).

Η «γραφή με τέσσερα χέρια», όπως προσφυώς την ονομάζουν οι Γάλλοι, είναι προφανώς μία μόνο από τις πολλές και διαφορετικές μορφές των «πολλαπλών γραφών», που απαντούν, με διαφορετικές, ιστορικο-κοινωνικά και πολιτισμικά επικαθορισμένες μορφές από τον Μεσαίωνα ήδη και δεν αφορούν αναγκαστικά τη λογοτεχνία, του στενού και του ευρέος κύκλου, ούτε μόνο τις τέχνες. Περιλαμβάνουν κάθε λογής εγγραφές-μεταγραφές, πραγματωμένες με πολλούς και διαφορετικούς τρόπους, και τα τελευταία χρόνια πληθαίνουν στο πλαίσιο της ψηφιακής συνθήκης.

Ο Πάκο Τάιμπο ΙΙ και ο Υποδιοικητής Μάρκος γράφουν ένα κοινό βιβλίο που εκδίδεται με συνεργασία των δύο εκδοτικών τους οίκων στην Ελλάδα.

Παρότι στην προκειμένη περίπτωση μας ενδιαφέρει η διπλή, συνεργατική γραφή, που είναι κι αυτή πολύμορφη, προσχεδιασμένη ή μη, ενιαία ή με διακριτή τη συμβολή του κάθε συγγραφέα, ταυτόχρονη ή διαδοχική, θυμίζουμε τα δύο ελληνικά μυθιστορήματα των τεσσάρων: το ομώνυμο του 1958, των Η. Βενέζη, Μ. Καραγάτση, Σ. Μυριβήλη και Α. Τερζάκη, δημοσιευμένο αρχικά σε συνέχειες στην εφημερίδα Ακρόπολη· και το Παιχνίδι των τεσσάρων που ακολούθησε σαράντα χρόνια αργότερα, το 2000, από τους Κ. Μουρσελά, Γ. Σκούρτη, Α. Σουρούνη και Π. Τατσόπουλο και δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Τα Νέα – καιμάλιστα για έναν επιπρόσθετο λόγο, την άμεση ή έμμεση σχέση τους με τη αστυνομική λογοτεχνία. Το πρώτο εγχείρημα αποτέλεσε έμπνευση του «πατέρα» της ελληνικής αστυνομικής λογοτεχνίας Γιάννη Μαρή και περιελάμβανε, όπως και το δεύτερο, μυστήριο και σασπένς.

Τα παραδείγματα αυτά αποτελούν ελάχιστο δείγμα μιας πολύ πλούσιας παράδοσης σε παγκόσμιο επίπεδο1 και μιας σύγχρονης τάσης ειδικότερα στην αστυνομική λογοτεχνία, στην οποία εντάσσεται η νουβέλα των Άγη Πετάλα – Κώστα Καλφόπουλου, η οποία αποτελεί με τη σειρά της παράδειγμα δραστικής και απολαυστικής γραφής.

Μυθοπλασίες του βλέμματος

Ένα αγόρι στις πρώτες τάξεις του γυμνασίου παραθερίζει το καλοκαίρι του 1968 στη Βούλα και μετράει στον νυχτερινό ουρανό, με τα γερμανικά, στρατιωτικά κιάλια που του χάρισε ο πατέρας του, όχι τ’ άστρα, όπως ο συνομήλικός του πολλά χρόνια νωρίτερα, αλλά τα κάθε λογής αεροπλάνα. Στρέφοντας κατά τύχη τα μάτια του στο κατάφωτο, αντικρινό σπίτι βλέπει να πηγαινοέρχεται στα δωμάτια μια πανέμορφη, ξανθιά γυναίκα με πλούσιες καμπύλες, τυλιγμένη σε μια διάφανη κίτρινη εσάρπα. Την ακούει να τραγουδάει, μια βαριά φωνή της αποκρίνεται και το επεισόδιο κλείνει με βογκητά, θορύβους πάλης και αντικειμένων που σπάνε, αφήνοντάς το αγόρι με την ιδέα ότι έγινε αυτόπτης μάρτυρας ενός φόνου αλά Σιωπηλός μάρτυρας του Χίτσκοκ και με το απωθημένο ενός άλυτου μυστηρίου. Κάπου εκεί κοντά, ο διάσημος εκείνη την εποχή Τόνι Πινέλι συνεχίζει να τραγουδάει τη μεγάλη του επιτυχία, «Quando arriverà»: οι δυο πρώτοι στίχοι του τραγουδιού στα ελληνικά, «όταν έρθει/η μέρα που ξέρεις», θα γίνουν ο τίτλος της «κοινοπρακτικής, αρθρωτής» νουβέλας των Καλφόπουλου και Πετάλα, λειτουργώντας ως συνδετική, πολύσημη επωδός στις ιστορίες τους, που αφηγούνται το ίδιο επεισόδιο από διαφορετικές, παραπληρωματικές σκοπιές.

Ζωγραφιστή αφίσα για την πρώτη προβολή της ταινίας Rear window (Σιωπηλός μάρτυρας, 1954).

Μια νουβέλα λοιπόν, τρεις ιστορίες, ή μάλλον τέσσερις καθώς η τελευταία είναι δίπτυχη, δύο για τον κάθε συγγραφέα· και τέσσερις φωνές: του νεαρού αγοριού που έχει δει τη σκηνή και του ώριμου εαυτού του, ενός άλλου αγοριού είκοσι χρόνια αργότερα και μιας γυναίκας που την αποκωδικοποιούν. Η πρώτη ιστορία είναι ένα κατά παραγγελία αστυνομικό διήγημα 800 λέξεων που ο Κώστας Καλφόπουλος έγραψε για την Εφημερίδα των Συντακτών το καλοκαίρι του 2019. Η δημοσίευση αυτή ήταν ο μοχλός που έθεσε σε κίνηση την εξαιρετική, ως εκ του αποτελέσματός της, συνεργασία του με τον Άγη Πετάλα, ο οποίος, ως ανταπόκριση στο διήγημά του, του έστειλε μια ιδιαιτέρως ευφάνταστη –και οπωσδήποτε σύμφωνη με το συγγραφικό του προφίλ– εκδοχή επίλυσης του μυστηρίου. Ο Καλφόπουλος θα ξαναγράψει την ιστορία του, προσθέτοντας νέα στοιχεία στην πλοκή της, με βάση το κείμενο του Πετάλα. Ο Πετάλας θα ξαναγράψει κι αυτός τη δική του εκδοχή, λαμβάνοντας υπόψη την αναθεωρημένη ιστορία του Καλφόπουλου. Ιδού λοιπόν οι τρεις ιστορίες που είναι τέσσερις: το κατά παραγγελία, σύντομο διήγημα, «Η κίτρινη εσάρπα»· η αναθεωρημένη, εμπλουτισμένη και πολύ πιο σύνθετη εκδοχή του, στην οποία ο ώριμος αφηγητής σχολιάζει συστηματικά τις πράξεις και τα αισθήματα του νεαρού που υπήρξε, «Η κίτρινη εσάρπα (revised and revisited)»· και η δίπτυχη ιστορία του Πετάλα. Στην πρώτη ενότητά της, «Summertime», ξαναβρίσκουμε τον ώριμο αφηγητή της ιστορίας του Καλφόπουλου να στοχάζεται πάνω στα παιδικά καλοκαίρια, στη σχέση γονιών και παιδιών, στη ζωή των γονιών στη νεότητά τους που τα παιδιά (επιμένουν να) αγνοούν, στις αλλαγές στον ατομικό και τον συλλογικό βίο που φέρνει ο χρόνος. Στη δεύτερη, «Όταν ήρθε εκείνη η μέρα», ο δεύτερος νεαρός αφηγητής ανακαλύπτει τη λύση του μυστηρίου, στην οποία αποκτά όμως πλήρη πρόσβαση μόνο όταν έρχεται η μέρα που ξέρει ο ίδιος και όχι αυτή που εννοεί ο ώριμος πια αυτόπτης μάρτυς του επεισοδίου και οικογενειακός φίλος «θείος Ντίνος», με τον οποίο περνά το καλοκαίρι του. Όταν δηλαδή διαβάζει κρυφά τις γραμμένες στα γερμανικά επιστολές που ανακάλυψε στο παλιό σπίτι, μεταφρασμένες και σχολιασμένες από τον θείο Ντίνο. Επιστολές που έριξαν φως στο παλιό πια επεισόδιο της γυναίκας με την κίτρινη εσάρπα, αλλά θεωρήθηκαν ακατάλληλες δι’ ανηλίκους και ως εκ τούτου το περιεχόμενό τους θα του ανακοινωνόταν εν ευθέτω χρόνω, όταν θα ερχόταν η μέρα που ήξερε, όπως την όριζε ο θείος Ντίνος με αναφορά στον άγγελο της Ιστορίας. Στο επίκεντρο της μυθοπλασίας το ίδιο το βλέμμα ως μυθοπλασία, την οποία έρχεται να αναιρέσει ως φορέας –πολλαπλής και ανοιχτής – αληθείας ο λόγος.

Αλήθειες του λόγου

Είκοσι χρόνια χωρίζουν τους δύο συγγραφείς, το μυστήριο από την εξιχνίασή του, τον νεαρό μάρτυρα του εγκλήματος από τον νεαρό «ντετέκτιβ», την Βούλα της χούντας από τη Βούλα του ΠΑΣΟΚ. Εντελώς διακριτό και το στήσιμο και το ύφος των δύο –επί δύο– ιστοριών, που καθρεφτίζονται συμμετρικά η μία στην άλλη. Αφαιρετική και υπαινικτική, στιλιζαρισμένη, διακριτικά αυτοαναφορική, υπόρρητα πολιτική, με μια νοσταλγία χωρίς αυταπάτες και με ασπρόμαυρη αισθητική, η ιστορία του Καλφόπουλου βάζει στο επίκεντρό της το αίνιγμα της γυναίκας με το διάφανο, κίτρινο πέπλο, η οποία παραπέμπει στη γυναίκα με τα πέπλα στο παλαιότερο νουάρ του Καφέ Λούκατς. Αφηγηματικά σύνθετη, ειρωνική, ανοιχτά όσο και βαθιά πολιτική, η ιστορία του Πετάλα εστιάζει στη λύση του αινίγματος, φέρνοντας μέσα στην πλοκή τον πρωταγωνιστή στην πρώτη του συλλογή διηγημάτων, τις Ιστορίες του κ. Δ., σε μια θηλυκή αλλά εξίσου τρομερή εκδοχή του και σε ένα είδος prequel σε σχέση με τον αφηγηματικό χρόνο των δύο έργων, αλλά και sequel σε σχέση με το έργο του καθαυτό. Ο Καλφόπουλος παίζει, όπως πάντα, με την έννοια της αυτοβιογραφίας, που μάλλον σημαίνεται διακειμενικά, ορίζοντας τον ώριμο πια αφηγητή στο τέλος της ιστορίας του ως γραφιά με το κομμάτι. Ο Πετάλας, αυτοβιογραφούμενος πολύ πιο υπόρρητα αλλά εξίσου διακειμενικά, με την αναφορά στη ζωή και την εποχή των γονιών του πρώτου αφηγητή, επεξεργάζεται περαιτέρω τη μορφή του στην κατεύθυνση του Καλφόπουλου, αποδίδοντάς του τη γερμανική παιδεία που γίνεται το κλειδί για τη λύση του μυστηρίου και μαζί η πύλη για την ορμητική είσοδο της Ιστορίας στην αφήγηση και ενός απρόσμενα ζωντανού δοκιμιακού λόγου στη μυθοπλασία.

Στον Καλφόπουλο κυριαρχεί η ατομική μνήμη στον συλλογικό της επικαθορισμό· η αφηγηματική, μυθοπλασιακή ανάδυση της ανάμνησης καθώς ανασυστήνεται στο παρόν του αφηγητή αλλά και της γραφής, της λογοτεχνίας ως μέσου, στο οποίο εσωτερικεύεται για να εξωτερικευτεί στη συνέχεια ως πολιτισμική μνήμη. Το ιστορικό, ως προς τον αφηγηματικό χρόνο, παρελθόν εμφανίζεται υπαινικτικά και διαμεσολαβημένα, μέσα από τα κιάλια του μικρού αφηγητή λόγου χάρη, «με τα οποία στα Δεκεμβριανά έβλεπαν από τα Κουπόνια τις μάχες στον Υμηττό» -με το παλαιότερο τοπωνύμιο των Άνω Ιλισίων να ενσωματώνει καθαυτό τον χρόνο και την ιστορία, τη μάχη της Αθήνας το 1944 και τα τραγούδια της: «Μας πήραν την Αθήνα / μόνο για ένα μήνα. // Του Σκόμπι τα κανόνια / γκρεμίσαν τα Κουπόνια». Το παρόν της αφήγησης, που αποτελεί απώτερη Ιστορία για τον αναγνώστη, υφαίνεται στο κείμενο με τρία γνωστά γεγονότα, τη δολοφονία Κένεντι, την απόπειρα Παναγούλη κατά του Παπαδόπουλου, την εισβολή των Σοβιετικών στην Πράγα και μια περιγραφή, του νεοαποκτηθέντος διαμερίσματος σε νεόδμητη πολυκατοικία, «με γκαζόν στον κήπο, πλάκες και φωτιστικά μανιτάρια, ακριβώς απέναντι από τα ‘Αστέρια’ […] ισόγειο, αλλά η Γλυφάδα όσο να ’ναι» (σ. 20). Αυτά τα ευάριθμα στοιχεία δίνουν το κλίμα της εποχής χωρίς να χρειάζονται περαιτέρω σχολιασμό και ορίζουν την πρόσληψή της. Η πολιτική κριτική περνάει μέσα από το σινεμά και τη σύγκριση της κυρίας με την εσάρπα με την Αντρέα Φερεόλ στο Μεγάλο φαγοπότι της κατάρρευσης του πολιτισμού -μια αναφορά που λειτουργεί επίσης ως προσήμανση για τη λύση του μυστηρίου. Καθώς η οπτική γωνία του νεαρού και του ώριμου αφηγητή εναλλάσσονται, οι κινηματογραφικές και οι εικαστικές αναφορές, όπως οι γυναίκες του Ρούμπενς και η Γκρέις Κέλλυ του Σιωπηλού μάρτυρα, αφενός φωτίζουν λοξά το επεισόδιο και αφετέρου εγκαθιδρύουν την ενότητα και την πολυπλοκότητα του μελαγχολικού ήρωα, σημαίνοντας το παρόν της ανάσυρσης και ανακατασκευής της μνήμης.  

Στο ίδιο μοτίβο, αλλά σε διαφορετικό τόνο και ρυθμό, ο Πετάλας φιλοτεχνεί ένα άλλο πορτρέτο του ώριμου αφηγητή, περνώντας από τη μόδα του Πινέλι στην παιδική του ηλικία στη μόδα του Βοσκόπουλου και του Δάκη, αλλά και στη Νάνσι Σινάτρα και τους Dire Straits που ακούει ως ενήλικος, διαβάζοντας μανιωδώς κόμικς και αστυνομικά, μαζί με τον Μπένγιαμιν και τον Γκόγκολ. Η χαμένη καλοκαιρινή αθωότητα μιας εποχής του βίου του και της χώρας, σε συνάρτηση με την μεταπολιτευτική, πολιτική-πολιτισμική αλλαγή με την οποία συνέπεσε, υπονοείται ως η αιτία της μελαγχολίας του και της αγάπης του πια για το φθινόπωρο και τα τραγούδια και τα ποιήματά του. Στο πρώτο μέρος της δίπτυχης ιστορίας του Πετάλα, το παρελθόν ενσωματώνεται στην ιστορία μέσα από την ανασύσταση της ζωής των γονιών, όπως τη φαντάζεται ο ώριμος αφηγητής, και πάλι μέσα από τη μουσική και τα τραγούδια με τα οποία διασκέδαζαν. Έτσι, τα τραγούδια αποτυπώνουν συστηματικά στη νουβέλα ένα παλίμψηστο Zeitgeist, με την πολιτισμική αυτή διαδρομή να καταλήγει στους Joy Division που λατρεύει ο δεύτερος μικρός αφηγητής στα τέλη της δεκαετίας του ’80. Στο δεύτερο μέρος της, μέσα από την βίαιη εισβολή της Ιστορίας, του ναζισμού, με έμφαση στη θέση και τον ρόλο των γυναικών στην κοσμοθεωρία και τον μηχανισμό του, την οποία ο Πετάλας πραγματεύεται ενθέτοντας δεξιοτεχνικά δοκιμιακά θραύσματα μέσα σε έναν παθιασμένο λόγο της απουσίας. Η ανάλυσή του, παρότι συμπυκνωμένη και συνοπτική, προκειμένου να αποφευχθούν οι «σελίδες βαρετής ύφεσης της πλοκής, που κάνουν ένα κακό αστυνομικό μυθιστόρημα να ξεπερνά τις εκατό σελίδες, άρα να μπορεί να πουληθεί ως τέτοιο» (σ. 63), δεν έχει τίποτα να ζηλέψει ως προς την τεκμηρίωση και την ενάργεια από τις σχετικές ιστορικές μελέτες2.

Η Σίτσα Καραϊσκάκη ανάμεσα στις αδελφές Λανίτου στους Ολυμπιακούς του Βερολίνου (Ιούλιος 1936). Από την Εφημερίδα των Συντακτών, 30.12.2015.

Το γυναικείο πρόσωπο που χτίζει με μεγάλη επιμέλεια και παρακολουθεί τη δράση του στη Γερμανία και την Ελλάδα της Κατοχής και της χούντας είναι εντέλει πολύ λιγότερο φανταστικό απ’ ό,τι μπορεί κανείς να αρχικά να υποθέσει. Αρκεί να θυμηθεί τη γνωστή εθνικοσοσιαλίστρια, δωσίλογο Σίτσα Καραϊσκάκη, την προπαγανδιστική της δράση στη Γερμανία του Χίτλερ, πλάι στον Γκαίμπελς, και στην Ελλάδα, πλάι στον Μεταξά και τη γερμανική πρεσβεία, αλλά και τις θεωρητικές, πολιτικές της συμβολές, άρθρα και βιβλία, στις οποίες άθρωνε επίσης λόγο περί της θέσης της γυναίκας στον εθνικοσοσιαλισμό. Αλλά και να προβάλει τον ναζιστικό αυτόν λόγο στον λόγο των γυναικών της απανταχού σύγχρονης ακροδεξιάς, της ελληνικής συμπεριλαμβομένης. Οι γυναίκες της Χρυσής Αυγής στην ιστοσελίδα του «Μέτωπου γυναικών», ένα μέτωπο του οποίου την ύπαρξη οι πρωτεργάτριες της οργάνωσης αγνοούσαν όπως δήλωσαν στη δίκη της Χρυσής Αυγής της οργάνωσης, εκθείαζαν την Καραϊσκάκη…

Ενσωματώνοντας ποικίλους λόγους και διαφορετικές οπτικές, προσεγγίζοντας καίρια κι ανάλαφρα την πολυπλοκότητα της πραγματικότητας, της αντίληψης και της αναπαράστασής της, της ατομικής και της συλλογικής μνήμης και της Ιστορίας, το κείμενο, γεμάτο ανατροπές σε επίπεδο πλοκής, ανασημασιοδοτεί διαρκώς τον τίτλο του. Η κάθε νέα σημασιοδότησή του λειτουργεί ως (άλλος) ένας καθρέφτης της (εντύπωσης της) πραγματικότητας αλλά και της γραφής, με την τελευταία, αυτή της προσδοκίας της ναζιστικής επανόδου, να είναι η πλέον εφιαλτική – καθώς, ως γνωστόν, οι δίκες, παρά τη μείζονα πολιτική σημασία τους, δεν σβήνουν τις ιδέες… Επιμένει να μας το θυμίζει η ζοφερή εγχώρια και διεθνής πολιτικοκοινωνική πραγματικότητα, όπως διαμορφώνεται ερήμην της συλλογικής μνήμης, που εύκολα όπως φαίνεται ξεθωριάζει. Γι’ αυτό και η ανάδειξή της είναι σήμερα περισσότερο από πολύτιμη.

Στις λιγοστές σελίδες της, η κοινοπρακτική αυτή νουβέλα καταφέρνει λοιπόν να ανασυστήσει, εντελώς υπαινικτικά αλλά με μεγάλη ένταση, μια μεγάλη χρονική περίοδο, από τον ευρωπαϊκό και ελληνικό μεσοπόλεμο ως την πρώτη περίοδο της ελληνικής μεταπολίτευσης, με προβολές έως και στη σημερινή συνθήκη. Το καταφέρνει με ένα πολυσύνθετο παιχνίδι ανάμεσα σε πολύσημα πολιτισμικά σημεία και σε έναν θραυσματικό ιστορικοπολιτικό λόγο, στο πλαίσιο μιας ιστορίας που μιλάει στον καθένα μας με τη δική του γλώσσα. Με ένα περίτεχνο παιχνίδι αντανακλάσεων σε όλα τα επίπεδα, της δομής, της πλοκής, του ύφους, της δήλωσης και της συνδήλωσης, των διακειμένων και της αυτοαναφορικότητας, που διαμορφώνουν τελικά τον ρεαλισμό της ψευδαίσθησης, τον μόνο άξιο λόγου κατά τον Μωπασάν και που τον συναντούμε μόνο στα έργα των ταλαντούχων ρεαλιστών. Αναδεικνύεται έτσι σε κατεξοχήν δείγμα μιας παιγνιώδους και μαζί πολύ σοβαρής λογοτεχνίας του καιρού μας, ρεαλιστικής, κοινωνικής και πολιτικής, η οποία εκκινώντας από την αναγνωστική απόλαυση οδηγεί στον στοχασμό και στον αναστοχασμό, θέτοντας υπό αίρεση τις κάθε λογής απλουστευτικές ειδολογικές διακρίσεις.


  1. Η οποία εμφανίζεται ακόμη και στον αυτοβιογραφικό λόγο και στα ημερολόγια, με δύο διαφορετικές μορφές: το κοινό ημερολόγιο, «ημερολόγιο σύγκρασης», όπως το ονομάζουν οι θεωρητικοί Philippe Lejeune και Catherine Bogaert στο έργο τους Un journal à soi, histoire d’une pratique, Παρίσι, εκδ. Textuel, 2003· και το «διαλογικό ημερολόγιο», με τους διακριτούς συγγραφείς.
  2. Βλ. Rita Thalmann, « La condition féminine sous le nazisme : entre tradition, modernité et hiérarchisation raciale », στο Christine Fauré (dir.), Encyclopedie politique et historique des femmes, Paris, PUF, 1997, 623-642.

  • Καθηγήτρια στο Τμήμα Γαλλικής Γλώσσας και Φιλολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

Μπορεί να σας ενδιαφέρουν επίσης:

Πρόσφατα άρθρα

Μια Κινέζα κωμικός θίγει τον ανδρικό εγωισμό

Η Κίνα, η χώρα με τους περισσότερους άντρες στον κόσμο (114 γεννήσεις αγοριών για κάθε 100 κορίτσια), δεν δίνει καμία σημασία στις φεμινιστικές διεκδικήσεις. Στα διακόσια μέλη της Κεντρικής Επιτροπής του Κομμουνιστικού Κόμματος Κίνας, το ποσοστό των γυναικών είναι μικρότερο του 5%. Ο κοινωνικός εξοστρακισμός είναι ακόμη πιο έντονος στο σύμπαν της stand-up κωμωδίας, όπως μαρτυρά η περίπτωση της κωμικού Γιανγκ Λι.

100 χρόνια ΚΚ Κίνας: Τι έχει απομείνει από τον κομμουνισμό;

Κατάπτυστοι κάποτε, οι καπιταλιστές γίνονται δεκτοί με ανοικτές αγκάλες στους κόλπους του Κομμουνιστικού Κόμματος Κίνας. Υπό την προϋπόθεση ότι θα σέβονται συγκεκριμένους όρους και ότι θα δηλώσουν υποταγή σε μια οργάνωση η οποία, πλέον, αριθμεί περισσότερα στελέχη επιχειρήσεων παρά εργάτες.

Διπλή παγίδα για το Αφγανιστάν

Βρισκόμαστε στο 1999. Οι επιθέσεις στους δίδυμους πύργους και ο πόλεμος κατά της τρομοκρατίας είναι ακόμα μακριά. Όμως οι ΗΠΑ μετά τις επιθέσεις της Αλ Κάιντα σε δύο πρεσβείες τους στην Αφρική έχουν ήδη στρέψει τα μάτια -και τους πυραύλους τους- προς το Αφγανιστάν.

Αφγανιστάν: Κι όμως, η ήττα ήταν προδιαγεγραμμένη

Οι παράλληλες εικόνες πολιτών να αγκιστρώνονται στα αμερικανικά αεροπλάνα για να εγκαταλείψουν την Καμπούλ και των Ταλιμπάν να εγκαθίστανται στο προεδρικό γραφείο θα μείνουν ως σύμβολα ενός πολέμου που ήταν αδύνατον να κερδηθεί. Το ανθρωπιστικό, οικονομικό και δημοκρατικό αποτέλεσμα δεν χωρά συζήτηση.

Ο δρόμος για την Καμπούλ

Το φιάσκο των ΗΠΑ στο Αφγανιστάν θα πρέπει να οδηγήσει τη Δύση σε επανεκτίμηση των πρακτικών της. Κάτι τέτοιο όμως δεν μοιάζει ορατό στο άμεσο μέλλον.

Ημερολόγιο

Δε Τρ Τε Πε Πα Σα Κυ
 12345
6789101112
13141516171819
20212223242526
27282930  

Social