Share on facebook
Share on twitter
Share on skype
Share on whatsapp
Share on print
Share on email

Η εισβολή στην Ουκρανία και οι γαλλικές εκλογές

Ο πρώτος γύρος των προεδρικών εκλογών διεξάγεται υπό τη σκιά του πολέμου στην Ουκρανία. Είναι η αφορμή για τον Serge Halimi να κάνει μια ψύχραιμη ανάλυση των πραγματικών γεωπολιτικών διακυβευμάτων μετά τη ρωσική εισβολή. Διότι ο προεκλογικός διάλογος στράφηκε αποκλειστικά στην ανάλυση του πολέμου, με οποιαδήποτε αιχμή απέναντι στο ΝΑΤΟ να χαρακτηρίζεται προπαγάνδα του Κρεμλίνου –ευνοώντας τον υποψήφιο Μακρόν, καθώς πολύ λίγη συζήτηση έγινε για τον μάλλον αυταρχικό απολογισμό της πρώτης θητείας του.

Παρ’ όλο που εδώ και πέντε χρόνια σημειώθηκαν πολλές ανατροπές και παρ’ όλο που η πολιτική του προέδρου Εμμανουέλ Μακρόν δεν έχει να επιδείξει καμία ουσιαστική επιτυχία, το πιο πιθανό σενάριο είναι να τον δούμε ξανά στο Μέγαρο των Ηλυσίων. Κατ’ αρχάς, η ακροδεξιά είναι ισχυρή, αλλά διχασμένη ανάμεσα σε δύο υποψήφιους που δύσκολα μπορούν να κερδίσουν τον απερχόμενο πρόεδρο. Επίσης, ένα μεγάλο μέρος των αστών και συντηρητικών ψηφοφόρων της Δεξιάς έλκεται από τον Μακρόν, με τον οποίο συμπλέουν ήδη πολλά από τα στελέχη της. Τέλος, η Αριστερά είναι πολύ αδύναμη για να μπορέσει να νικήσει1, πόσο μάλλον αφού εδώ και πέντε χρόνια τα κόμματα που την αποτελούν προχώρησαν σε όλο και πιο διαφορετικές μεταξύ τους αναλύσεις για τόσο θεμελιώδη θέματα όπως η ηλικία συνταξιοδότησης, ο οικονομικός σχεδιασμός, η θέση των πυρηνικών στον ενεργειακό χάρτη, οι θεσμοί της 5ης Γαλλικής Δημοκρατίας, η ευρωπαϊκή ομοσπονδοποίηση, η συμμαχία με τις ΗΠΑ, ο πόλεμος στην Ουκρανία… Τέτοιες διαφορές δεν μπορούν να γεφυρωθούν, ακόμα κι αν σήμερα ο Ζαν-Λυκ Μελανσόν περάσει στον δεύτερο γύρο των προεδρικών εκλογών –μια επίδοση που κανένας άλλος υποψήφιος αυτής της (πρώην) πολιτικής οικογένειας δεν έχει πετύχει. Σε κάθε περίπτωση, η συνέχιση του πολέμου στην Ουκρανία ευνοεί τον Μακρόν, στρέφοντας την προσοχή των Γάλλων στις διπλωματικές προσπάθειες του προέδρου τους παρά στον ισχνό απολογισμό της πρώτης θητείας του.

Μια θητεία που ξεκίνησε με την κατάργηση του φόρου αλληλεγγύης (ISF), τη μείωση του φόρου στα κέρδη τον εταιρειών και μια «μεταρρύθμιση» της εργατικής νομοθεσίας ευνοϊκή προς τους εργοδότες, σημαδεύτηκε από την εξέγερση των «κίτρινων γιλέκων» και την καταστολή της με τη χρήση ακραίας βίας και κατέληξε στην παρουσίαση του προγράμματός του σε περίπτωση επανεκλογής του. Και οι δύο πιο εμβληματικές προτάσεις –η αύξηση της ηλικίας συνταξιοδότησης από τα 62 στα 65 χρόνια και η υποχρέωση όσων λαμβάνουν επίδομα αλληλεγγύης (RSA) να εργάζονται για περισσότερες από 15 ώρες την εβδομάδα– σηματοδοτούν μια νέα στροφή προς τα δεξιά. Η πρώτη πρόταση, που δεν απαντά σε καμία επείγουσα οικονομική ανάγκη, πηγαίνει πέρα και από εκείνο που ζητούσαν πέρσι οι εργοδότες (συνταξιοδότηση στα 64). Η δεύτερη, που παρουσιάζεται από την κυβέρνηση ως ένα «μέτρο δικαιοσύνης», θα τους προσφέρει φθηνό ή και δωρεάν εργατικό δυναμικό, κάτι που θα τους επιτρέψει να μην αυξήσουν τους μισθούς σε κλάδους που δεν προτιμούν οι εργαζόμενοι (όπως η εστίαση). Και επειδή η επιστροφή του πληθωρισμού δεν θα συνοδευτεί από πολιτική στήριξης των μισθών, το σύνολο του πληθυσμού θα υποστεί μείωση της αγοραστικής δύναμής του. Διότι, εάν συνεχιστεί η άνοδος του πληθωρισμού, η στρατηγική «ό,τι κι αν κοστίσει» θα φροντίσει κυρίως να διατηρήσει τα απειλούμενα από τη μείωση της ζήτησης κέρδη των επιχειρήσεων. Το 2021, οι εισηγμένες στο χρηματιστήριο επιχειρήσεις του δείκτη CAC 40 σημείωσαν ιστορικά κέρδη 160 δισ. ευρώ. Ο έλεγχος των τιμών, τον οποίο αρνείται ο Μακρόν, θα τις εμπόδιζε να μετακυλήσουν στους πελάτες τους την αύξηση των εξόδων μεταφοράς και των τιμών των πρώτων υλών. Τα μερίσματα των μετόχων τους θα μειώνονταν, όμως η αντιμετώπιση μιας τέτοιας τραγωδίας δεν θα έπρεπε να αποτελεί το πρώτο μέλημα του κράτους.

Μια πιθανή δεύτερη θητεία του Εμμανουέλ Μακρόν εμπεριέχει ακόμα περισσότερους κινδύνους για τα λαϊκά στρώματα, αφού θα είναι και η τελευταία. Χωρίς το καμπανάκι της επανεκλογής και με τη στήριξη μιας νέας κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας, το φιλελεύθερο σχέδιο του Μακρόν –το οποίο αναγκάστηκε να εν μέρει τροποποιήσει εξαιτίας του κινήματος των «κίτρινων γιλέκων» και της πανδημίας– δεν θα έχει πλέον άλλα εμπόδια παρά μόνο τα βίαια σοκ που το τελευταίο διάστημα αυξάνονται.

Με κυριότερο τον πόλεμο στην Ουκρανία. Κανείς δεν μπορεί ακόμα να υπολογίσει τις καταστροφές από τη ρωσική εισβολή. Πρώτα για τον ουκρανικό λαό, θύμα ενός στρατού που υποστηρίζει ότι θέλει να τον απελευθερώσει (3,5 εκατομμύρια πολίτες έχουν φύγει από τη χώρα και χιλιάδες έχουν μέχρι στιγμής σκοτωθεί). Κι ύστερα για τον λαό της Ρωσίας, ο οποίος ταυτόχρονα υφίσταται ένα καθεστώς όλο και πιο άγριο απέναντι στους επικριτές του, μετρά βαριές στρατιωτικές απώλειες στο ουκρανικό μέτωπο και υπομένει τις δυτικές κυρώσεις, επαυξημένες από μια χιονοστιβάδα απαγορεύσεων και μποϊκοτάζ που χτυπούν αδιακρίτως αθλητές, καλλιτέχνες, πελάτες της Mastercard, συνδρομητές του Netflix και… ρωσικά εστιατόρια στο εξωτερικό. Αν ο στόχος είναι να αποκοπεί ο «άρχων του Κρεμλίνου» από τον λαό του, η συλλογική τιμωρία δεν είναι ο σωστός τρόπος για την επίτευξή του.

Οι συνέπειες της ουκρανικής καταστροφής δεν σταματούν εκεί. Στις 14 Μαρτίου ο Γ.Γ. του ΟΗΕ Αντόνιο Γκουτέρες προειδοποίησε τη διεθνή κοινότητα για μια ενδεχόμενη «θύελλα πείνας και κατάρρευση του παγκόσμιου διατροφικού συστήματος». Κι αυτό γιατί και τα δύο εμπόλεμα μέρη είναι σημαντικοί παραγωγοί σιταριού, το οποίο με τη σειρά του είναι βασικό διατροφικό αγαθό για τον πληθυσμό του πλανήτη. Η κατάσταση είναι εξίσου δύσκολη στο μέτωπο της κλιματικής κρίσης, επειδή η πολιτική των γενικευμένων εξοπλισμών θα αυξήσει την κατανάλωση ενέργειας και των μη ανανεώσιμων υλικών (μόνος του ο αμερικανικός στρατός εκπέμπει τόσα αέρια θερμοκηπίου όσα μια χώρα όπως η Πορτογαλία ή η Σουηδία), αλλά και επειδή η διεθνής συνεργασία που απαιτείται για τη γενικευμένη μείωση της παραγωγής ορυκτών καυσίμων είναι λιγότερο πιθανή σε καιρό πολέμου. 

Πρόσφυγες, λιμός, κλιματική κρίση, χωρίς καν να συνυπολογίζουμε την κλιμάκωση προς μια πυρηνική σύγκρουση: έχουμε όλα τα συστατικά για να ενισχυθεί η μελαγχολία ενός κόσμου που δεν τελείωσε ακόμα με την πανδημία και που συνειδητοποιεί ότι η ανθρωπότητα μοιάζει να έχει λιγότερο από οποιαδήποτε άλλη στιγμή στην πρόσφατη ιστορία της «μια λευκή επιταγή για την ελπίδα»2.

Το ΝΑΤΟ προκάλεσε τη Ρωσία ή την άφησε να κάνει ό,τι θέλει;

Η επιστροφή στη γένεση της ουκρανικής κρίσης δεν είναι χρήσιμη μόνο για να καταλάβουμε πώς φτάσαμε σε αυτήν, αλλά επίσης –και κυρίως– για να στοχαστούμε τους τρόπους εξόδου. Όλοι έχουν πάντα τον πειρασμό να αναζητήσουν στη ροή των γεγονότων μια εκ των υστέρων δικαίωση των παλαιότερων προειδοποιήσεών τους. Ωστόσο, μία βεβαιότητα υπάρχει: πριν από έξι, πριν από τρεις μήνες κανείς δεν φανταζόταν ότι ο ρωσικός στρατός θα εισέβαλε στο σύνολο του ουκρανικού εδάφους. Ούτε καν ο πρόεδρος Βολόντιμιρ Ζελένσκι.

Σε κάθε σύγκρουση όπου υφέρπει η πιθανότητα μιας πυρηνικής κλιμάκωσης, η εξουσία βρίσκεται συγκεντρωμένη στα χέρια ενός άνδρα –καθώς σπάνια πρόκειται για γυναίκα. «Η αποτροπή είμαι εγώ», έλεγε ο Φρανσουά Μιτεράν, «ο αρχηγός του κράτους είναι που αποφασίζει». Αναφερόμενος στην κρίση των πυραύλων στην Κούβα, ο Ρόμπερτ Κένεντι, αδελφός του τότε προέδρου των ΗΠΑ, συνόψιζε τι θα μπορούσε να έχει συμβεί τον Οκτώβριο του 1962: «Ανάμεσα στα 14 άτομα που εμπλέκονταν [στην αμερικανική απόφαση], όλα πολύ άξια (…), υπήρχαν έξι που ο καθένας τους, αν ήταν πρόεδρος των ΗΠΑ, κατά τη γνώμη μου θα είχε ανατινάξει τον πλανήτη»3.

Είναι φυσικό να αναζητούμε τα κίνητρα του Βλαντιμίρ Πούτιν, που κυβερνά τη χώρα του επί 22 χρόνια (την περίοδο 2008-2012 ήταν πρωθυπουργός), για την εισβολή στην Ουκρανία. Δεν είναι όμως δύσκολο, αφού έχει συχνά διατυπώσει τις απόψεις του για το θέμα. Υπάρχουν όμως δύο αντιτιθέμενες αφηγήσεις. Σύμφωνα με την πρώτη, ο Ρώσος πρόεδρος αντέδρασε στην περιφρόνηση που του δείχνει η Δύση σχετικά με τις απαιτήσεις του για ασφάλεια, την ώρα που το ΝΑΤΟ, αντίθετα με τις δεσμεύσεις του, πλησιάζει τα σύνορά του. Σύμφωνα με τη δεύτερη, η επεκτατικότητα του Πούτιν ενθαρρύνεται από την έλλειψη αντίδρασης στις επαναλαμβανόμενες επιθέσεις του και από την προοπτική που του ανοίγει αυτή η αδράνεια ώστε να αποκαταστήσει τη πάλαι ποτέ ρωσική σφαίρα επιρροής. Αμυντική λογική στη μία περίπτωση, δίψα για εκδίκηση στην άλλη. Οι δύο προσεγγίσεις δεν είναι ολοκληρωτικά ασύμβατες, ενώ όμως η πρώτη μπορεί να στοιχειοθετηθεί από έναν σημαντικό αριθμό ιστορικών ντοκουμέντων, η δεύτερη, πιο δημοφιλής μεταξύ των νεοσυντηρητικών, καταφεύγει σε ψυχολογικές εικασίες σχετικές με τη συμπεριφορά των δικτατόρων. Όπως και στις συνήθεις αναλογίες –Χίτλερ, συμφωνία του Μονάχου, Τσώρτσιλ– προσφιλείς στους παλιάτσους της γεωπολιτικής όπως ο Μπερνάρ-Ανρί Λεβί. Τις έχουν ήδη χρησιμοποιήσει για να υπερασπιστούν τον πόλεμο του Κόλπου (1991), του Κοσόβου (1999), του Αφγανιστάν (2001), της Λιβύης (2011). Και για να υπερασπιστούν την έλλειψη μιας εξίσου αυστηρής στρατιωτικής αντίδρασης στη Γεωργία, τη Συρία, την Ουκρανία. Το αξίωμά τους είναι αρκετά απλό ώστε να μπορεί οποιοσδήποτε δημοσιογράφος να το αναπαράγει χωρίς να χρειάζεται να χρησιμοποιεί το ταλέντο του: μόλις ένας εχθρός της Δύσης παρεκκλίνει από τον σωστό δρόμο, το να μην τον «τιμωρήσεις» επιτόπου ισοδυναμεί με το να τον ενθαρρύνεις και να προκαλείς εκ μέρους του μια ακόμα πιο σοβαρή επίθεση. Είναι αυτονόητο ότι το απλοϊκό νομικό δόγμα «άμα κλέψει τ’ αυγό, κλέβει και την κότα» δεν εφαρμόζεται ποτέ ούτε για τις ΗΠΑ, ούτε για την Σαουδική Αραβία, ούτε για το Ισραήλ.

Στην Ουκρανία λοιπόν, δεν είναι η αυξανόμενη παρουσία των ΗΠΑ στα σύνορα της Ρωσίας που θα εξηγούσε, έστω εν μέρει, την επίθεσή της, αλλά μάλλον το γεγονός ότι το ΝΑΤΟ αρνήθηκε στο Κίεβο τα στρατιωτικά μέσα για την αποτροπή του ισχυρού γείτονά του. Σύμφωνα με τον νεοσυντηρητικό σχολιαστή Μπρυνό Τερτέ, η υποστήριξη του αντιθέτου θα μπορούσε να προέρχεται ακόμα και από ένα «[δυτικό] αφήγημα γεμάτο ενοχή, στα όρια της “απο-αποικιοκρατικής σκέψης”»4. Στην Ουάσιγκτον, οι Ρεπουμπλικανοί του Κογκρέσου, πολιτικά αναθρεμμένοι γύρω από το Πεντάγωνο, κατηγορούν τις κυβερνήσεις Μπάιντεν και Ομπάμα (στην οποία ο Τζο Μπάιντεν ήταν αντιπρόεδρος) ότι υπήρξαν «υπερβολικά διστακτικές, υπερβολικά αργές, υπερβολικά καθυστερημένες». Ο κατάλογος των υποτιθέμενων λαθών τους συμπεριλαμβάνει ταυτόχρονα το βιαστικό τέλος του πολέμου στο Αφγανιστάν (μετά από 20 χρόνια), την άρνηση να εμπλακούν περαιτέρω στη Συρία, την έλλειψη αποφασιστικότητας της Δύσης κατά την προσάρτηση της Κριμαίας από τους Ρώσους, τον ανεπαρκή προϋπολογισμό άμυνας (768 δισ. δολάρια), ακόμα και τις νέες οικολογικές νομοθεσίες που υποτίθεται ότι αποδυνάμωσαν την κυριαρχία της χώρας τους σε πετρέλαιο και φυσικό αέριο: «Ο Πούτιν θα πρέπει να ένιωσε κατάπληξη που οι ΗΠΑ θυσίασαν ένα τέτοιο ατού», ήταν η ερμηνεία του Καρλ Ρόουβ, ενός από τους αρχιτέκτονες του πολέμου στο Ιράκ, ο οποίος έχει την άνεση να σχολιάζει τους επόμενους πολέμους, αφού ποτέ δεν θα βρεθεί υπόλογος για τα εγκλήματα που σχεδίασε ο ίδιος5.

Με βάση αυτή την αφήγηση, σε κάθε περίπτωση το λάθος της Δύσης δεν είναι ότι ευνόησε τη διεύρυνση του ΝΑΤΟ, αλλά ότι άφησε τον Πούτιν να δράσει στη Γεωργία, κατόπιν στη Συρία και στη συνέχεια στην Κριμαία. Μετά από αυτά γιατί θα «σταματούσε στα σύνορα της Ουκρανίας;», διερωτάται ο Ραφαέλ Γκλυκσμάν, ευρωβουλευτής εκλεγμένος χάρη στη στήριξη του Σοσιαλιστικού Κόμματος Γαλλίας. Και μας προειδοποιεί: «Με τους χάρτες των βαλτικών χωρών στα χέρια, οι ειδικοί αναλυτές της Ρωσίας διαβουλεύονται για τα πιθανά σενάρια μελλοντικών εισβολών»6. Εννοείται ότι ο Γκλυκσμάν δεν ξέρει τίποτα για όλα αυτά, αλλά να δηλώνεις ό,τι να ’ναι με αυτοπεποίθηση είναι ένας εξαιρετικός τρόπος να κάνεις τους άλλους να μιλούν για σένα.

Ο λόγος των «γερακιών» είναι εξ ορισμού αδιάψευστος: μπορούν πάντα να ισχυρίζονται ότι η ήττα θα ήταν νίκη εάν είχαμε χτυπήσει νωρίτερα ή με μεγαλύτερη δύναμη. Και όταν οι άφρονες κινήσεις τους καταλήγουν σε καταστροφή, βγάζουν την ευθύνη από τους ώμους εκείνων που ξεκίνησαν την περιπέτεια και την ρίχνουν στους υπέρμαχους του επάρατου «κατευνασμού», που συνθηκολόγησαν πριν από τη νίκη. Αν τους αντιτάξεις ότι οι Ρώσοι δεν θέλουν να επιτεθούν στο Βερολίνο, το Λονδίνο ή το Παρίσι, θα σου απαντήσουν ότι κανείς δεν πίστευε ότι θα βομβαρδίσουν το Κίεβο. Είναι επομένως αδύνατο να τους αναφέρεις ότι η συμπεριφορά της Μόσχας δεν μπορεί να συνοψιστεί μόνο στο μοτίβο ενός κράτους-αρπακτικού που περιμένει να βρει τη λεία του σε αδύναμη στιγμή για να την καταβροχθίσει, γιατί τότε θα σε πάρουν για φερέφωνο του Κρεμλίνου.

Διότι αυτή η τραγωδία θα μπορούσε να έχει αποτραπεί. Οι περισσότεροι αναλυτές παραδέχονται ότι η κυβέρνηση Μπους έπαιξε με τη φωτιά το 2008, αφήνοντας το Κίεβο να ελπίζει στην είσοδό του στο ΝΑΤΟ, γνωρίζοντας ταυτόχρονα ότι θα ήταν αδύνατον να προστατέψει την Ουκρανία σε περίπτωση επίθεσης. Μια στάση ακόμα πιο ανεύθυνη αφού τον προηγούμενο χρόνο, το 2007 στο Μόναχο, ο Βλαντιμίρ Πούτιν είχε εκφράσει τις ανησυχίες του: «Το ΝΑΤΟ προωθεί τις προκεχωρημένες δυνάμεις του στα σύνορά μας, ενώ εμείς δεν αντιδρούμε». Οι μεγάλες δυνάμεις έχουν τη φυσική τάση να ταυτίζουν την ασφάλειά τους με την υπεράσπιση της ζώνης επιρροής τους, ακόμα και αν χρειαστεί να καταφύγουν στη βία. Ο Αμερικανός γερουσιαστής Μπέρνι Σάντερς το υπενθύμισε στις 10 Φεβρουαρίου: «Ακόμα και αν η Ρωσία δεν είχε επικεφαλής έναν τόσο αυταρχικό και διεφθαρμένο ηγέτη όπως ο Βλαντιμίρ Πούτιν, θα ανησυχούσε, όπως και οι ΗΠΑ, για την πολιτική ασφαλείας των γειτόνων της. Υπάρχει κάποιος που πιστεύει στ’ αλήθεια ότι οι ΗΠΑ δεν θα είχαν τίποτα να πουν εάν το Μεξικό συμμαχούσε στρατιωτικά με κάποιον από τους ανταγωνιστές μας;». Πολλές χώρες και πολλοί λαοί κάνουν την ίδια ερώτηση. Όχι γιατί είναι αναίσθητοι απέναντι στον πόνο των Ουκρανών, αλλά γιατί θεωρούν υποκριτές τους Δυτικούς, που σήμερα εξανίστανται από τα ίδια εγκλήματα που διέπρατταν χθες. Όπως για παράδειγμα την αμερικανική εισβολή στο Ιράκ το 2003, στην οποία, ας θυμίσουμε, συμμετείχαν 15 από τα 27 κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η Ουκρανία πήρε κι εκείνη μέρος στη συγκεκριμένη επίθεση, στοιχηματίζοντας ότι ο πρόεδρος Μπους θα την αντάμειβε αργότερα.

Ο ηθικός πυρετός είναι μια πολύ επικίνδυνη πυξίδα. Οι αδιάκοπες εικόνες της προσφυγικής εξόδου και των καταστροφών φουσκώνουν την επιθυμία της εκδίκησης, τον πειρασμό του μαξιμαλισμού, την απαίτηση για νέες κυρώσεις ή για νέα στρατιωτικά μέτρα την επομένη κιόλας μέρα από την ανακοίνωση της τελευταίας δέσμης μέτρων. Δεν μπορείς όμως να συμπεριφερθείς στη Μόσχα όπως στη Βαγδάτη, το Βελιγράδι, τη Γάζα ή την Τρίπολη. Η Ρωσία δεν θα κερδίσει αυτόν τον πόλεμο, αλλά δεν μπορεί και να τον χάσει εντελώς. Η φονική ζαριά του Πούτιν έχει ήδη το αντίθετο αποτέλεσμα από εκείνο που σχεδίαζε: ο στρατός του βρίσκεται σε δύσκολη θέση στην Ουκρανία και πολλαπλασιάζει τις καταστροφές, το ΝΑΤΟ συστρατεύεται και πάλι πίσω από τον Αμερικάνο κηδεμόνα του, οι κυρώσεις είναι πιο τρομακτικές από ό,τι προβλέπονταν, το κύρος της διπλωματικής οδού αμαυρώθηκε για καιρό. Σε σημείο που ένας δυτικός ιεραπόστολος θα μπορούσε να εφαρμόσει στη Ρωσία τη ρήση του Μάο Τσετούνγκ του 1956, ότι «ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός είναι μια χάρτινη τίγρη», και να απαιτήσει εδώ και τώρα πολεμικές ιαχές. Θα ξεχνούσε όμως εκείνο που οι σοβιετικοί ηγέτες αντέτασσαν τότε στον στρατηγικό τυχοδιωκτισμό του Κινέζου προέδρου: η χάρτινη τίγρη έχει ατομικά δόντια. Καλύτερα λοιπόν να μην την στριμώξεις ποτέ στον βαθμό που θα την αναγκάσεις να επιλέξει την κλιμάκωση από την ήττα. Σε μια περίφημη ομιλία του, τον Ιούνιο του 1963, λιγότερο από έναν χρόνο μετά την κρίση της Κούβας, ο Τζον Κένεντι το εξηγούσε: «Χωρίς να παύουν να προασπίζονται τα ζωτικά συμφέροντά τους, οι πυρηνικές δυνάμεις θα πρέπει ταυτόχρονα να αποφεύγουν τις αντιπαραθέσεις που υποχρεώνουν έναν αντίπαλο να επιλέξει ανάμεσα σε μια ταπεινωτική ήττα και έναν πυρηνικό πόλεμο».

Ο Πούτιν έκανε πραγματικότητα όλα τα όνειρα των νεοσυντηρητικών

Η Ουκρανία δεν θα ξαναπάρει ούτε την Κριμαία ούτε το Ντονμπάς, ούτε και θα γίνει μέλος του ΝΑΤΟ. Και η Ρωσία δεν θα αποποιηθεί τις εδαφικές της κατακτήσεις χωρίς να πετύχει την έστω και εν μέρει άρση των κυρώσεων που υφίσταται. Τέτοιες υποχωρήσεις μπορεί να φαίνονται τεράστιες, άδικες για τα θύματα της Ουκρανίας, αλλά το μόνο που θα κάνουν είναι να ξαναφέρουν την κατάσταση εκεί ακριβώς που βρισκόταν πριν από τη ρωσική επέμβαση, προσφέροντας ταυτόχρονα στον Πούτιν μια διέξοδο που θα του επιτρέψει να καμουφλάρει τη στρατηγική αποτυχία του. Εάν υπάρξουν διεθνείς εγγυήσεις ασφαλείας καθώς και η συμφωνία των ενδιαφερόμενων πληθυσμών, ο πρόεδρος Ζελένσκι φαίνεται έτοιμος να αποδεχθεί κάτι τέτοιο. Στο μεταξύ ενθαρρύνει τον λαό του να αντισταθεί.

«Η Ευρώπη δεν μπορεί να έχει ασφάλεια και ειρήνη εάν δεν συνομιλεί με τη Ρωσία, εάν δεν οικοδομεί με τη Ρωσία, γιατί αυτή είναι η ιστορία μας και η γεωγραφία μας», δήλωσε ο πρόεδρος Μακρόν. Από την αμερικανική πλευρά, η ανάλυση είναι εντελώς διαφορετική, διότι εκεί κανείς δεν ζει με το φόβο να έχει μια μεγάλη χώρα, ταπεινωμένη και εκδικητική, για γείτονα. Η σημερινή κρίση είναι μάλλον καλό νέο για την Ουάσιγκτον. Ο Πούτιν, τον οποίο παρουσίαζαν ως λαμπρό στρατηλάτη, έκανε πραγματικότητα όλα τα όνειρα των νεοσυντηρητικών: μια ενωμένη Γηραιά Ήπειρος συντεταγμένη πίσω από τις ΗΠΑ, που ξοδεύει περισσότερα χρήματα για την άμυνά της (φυσικά για να αγοράσει αμερικανικά όπλα) και αποδεσμεύεται από τη σχέση εξάρτησής της με το ρωσικό φυσικό αέριο, στρεφόμενη προς το Τέξας και τα Αππαλάχια. Χωρίς να συνυπολογίσουμε ότι είναι πάντα πιο καθησυχαστικό να παρατηρείς έναν πόλεμο και να παριστάνεις τον νταή όταν διαθέτεις τον πιο ισχυρό στρατό του κόσμου και όταν η σύγκρουση συμβαίνει όχι στα σύνορά σου, αλλά στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού.

Συνεχής καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στη Γαλλία εδώ και πέντε χρόνια

Δεν είναι περίεργο που μία διεθνής κρίση τέτοιας σοβαρότητας εισήλθε στην προεκλογική εκστρατεία για τις προεδρικές εκλογές στη Γαλλία. Σοσιαλιστές και οικολόγοι, που προηγουμένως χαρακτηρίζονταν από υποτονικές καμπάνιες και από δημοσκοπήσεις που τους έδιναν ισχνά ποσοστά, προσπάθησαν να εκμεταλλευτούν το θέμα για να μειώσουν τη σημαντική απόσταση που τους χωρίζει από τον Ζαν-Λυκ Μελανσόν. Παρ’ όλο που ο υποψήφιος της Ανυπότακτης Γαλλίας σημείωσε αμέσως την αντίθεσή του με την επίθεση του προέδρου Πούτιν, σε σημείο που λίγες εβδομάδες αργότερα αφιέρωσε τη μεγάλη του συγκέντρωση της 20ής Μαρτίου στο Παρίσι «στην αντίσταση του ουκρανικού λαού ενάντια στη ρωσική εισβολή και στους θαρραλέους Ρώσους που μάχονται ενάντια στον πόλεμο και ενάντια στη δικτατορία», οι παλαιόθεν εχθρικές προς το ΝΑΤΟ θέσεις του ερμηνεύτηκαν ως βούληση να αποδυναμώσει τις δημοκρατίες και να κάνει τους Γάλλους «υποτελείς της Κίνας και της Ρωσίας», σύμφωνα με τα λεγόμενα της Ανν Ινταλγκό. Η υποψήφια των σοσιαλιστών δεν δίστασε μάλιστα να χαρακτηρίσει τον Μελανσόν «πράκτορα» που «εξυπηρετεί τα συμφέροντα του Πούτιν και όχι εκείνα της Γαλλίας, προσπαθώντας να υποβαθμίσει εκείνο που το ρωσικό καθεστώς προετοιμάζει ενάντια στην Ευρώπη και τα δημοκρατικά μοντέλα μας»7. Με αντίστοιχη έμπνευση και αυτός, ο υποψήφιος των οικολόγων Γιανίκ Ζαντό είπε ότι ο Μελανσόν θεωρεί πως «η Ουκρανία πρέπει να εξαφανιστεί προς όφελος της Ρωσίας»… Πώς θα μπορούσαμε να φανταστούμε σε λίγες εβδομάδες ή σε λίγους μήνες κοινές δράσεις και συμφωνίες ανάμεσα σε αυτά τα κόμματα, στο όνομα μιας κοινής αντιπολίτευσης απέναντι στα επικείμενα σχέδια της κυβέρνησης για την κατεδάφιση του κοινωνικού κράτους, εάν ο πόλεμος στην Ουκρανία συνεχίζει να κυριαρχεί στην πολιτική ατζέντα; Αντίθετα, μια σύγκλιση ανάμεσα στη Δεξιά και την ακροδεξιά θα μπορούσε να αποδειχθεί πολύ πιο εύκολη, στον βαθμό που η πρώτη αγκάλιασε τις θέσεις για την ασφάλεια και την ξενοφοβία της δεύτερης, ενόσω η δεύτερη πλησίαζε το φιλελεύθερο οικονομικό πρόγραμμα της πρώτης.

Μια τέτοια προοπτική κάνει ακόμα πιο ανησυχητική την κατάσταση των δημόσιων ελευθεριών. Κατά τη διάρκεια της θητείας του Εμμανουέλ Μακρόν, το φάσμα της ανασφάλειας, της τρομοκρατίας, της μετάδοσης του ιού και της αγωνίας για έναν πόλεμο ευνόησαν μια αντιδημοκρατική «στρατηγική του σοκ» και ενθάρρυναν έναν αυταρχικό πρόεδρο να κυβερνήσει με τον φόβο8. Η κρίση της πανδημίας επέτρεψε να γίνουν καθημερινότητα τα μέτρα κοινωνικού ελέγχου στο όνομα της μάχης ενάντια στην αρρώστια, σε σημείο που τον περασμένο Ιούλιο η συνήγορος των δικαιωμάτων του πολίτη να ανησυχήσει για το γεγονός ότι «ιδιώτες μπορεί να είναι επιφορτισμένοι με τον έλεγχο της υγειονομικής κατάστασης των ατόμων, άρα και της ταυτότητάς τους. Καταλήγουμε τελικά στον έλεγχο ενός μέρους του πληθυσμού από ένα άλλο». Το μέτρο καταργήθηκε, αλλά η σχετική απάθεια με την οποία έγινε αποδεκτό δείχνει ότι τέτοιες καινοτομίες έχουν μέλλον μπροστά τους. Διότι σχεδόν κάθε φορά που καθίσταται δυνατό το ποδοπάτημα μιας δημόσιας ελευθερίας χάρη σε ένα νέο τεχνολογικό μέσο, τότε υλοποιείται και εδραιώνεται. Η απαρίθμηση των προσωπικών στοιχείων σου σε οποιονδήποτε, η υποχρέωση συμπλήρωσης της ημερομηνίας γέννησής σου για να πάρεις ένα τρένο ή του αριθμού της τραπεζικής κάρτας σου για να ψηφίσεις σε μια «προκριματική εκλογή των πολιτών», όλα αυτά γενικεύθηκαν κατά τη διάρκεια της πιο «αντι-φιλελεύθερης» προεδρίας της Πέμπτης Δημοκρατίας. Και μέχρι την έκρηξη του πολέμου στην Ουκρανία, ο πολιτικός διάλογος κυριαρχούνταν από τα θέματα της μετανάστευσης και της ανασφάλειας, τα οποία μεγαλοποιούσαν και υποψήφιοι που δεν προέρχονταν από την ακροδεξιά.

Η ανάπτυξη τεθωρακισμένων της χωροφυλακής ενάντια σε ειρηνικούς διαδηλωτές, η διάλυση των συλλογικοτήτων αλληλεγγύης με την Παλαιστίνη, όπως έγινε στην Τουλούζη και η οποία ακολουθήθηκε από την ίδια διαδικασία ενάντια σε μια αντιφασιστική ομάδα της Λυόν, η αστυνομική και δικαστική δίωξη των «κίτρινων γιλέκων», μια ζωή όλο και περισσότερο υποταγμένη σε καθεστώς έκτακτης ανάγκης: στη Γαλλία θα πρέπει να υπερασπιστούμε τις ελευθερίες. Μια επανάληψη του προ πενταετίας σεναρίου –ένας δεύτερος γύρος που θα φέρει αντιμέτωπους τον Εμμανουέλ Μακρόν και τη Μαρίν Λεπέν– θα είναι ενδεικτικός του ότι οι Γάλλοι δεν επιλέγουν τον δρόμο αυτής της υπεράσπισης.


  1. Βλ. τα άρθρα της «Le Monde diplomatique – ελληνική έκδοση» αφιερωμένα στην εξέλιξη της Αριστεράς. Benoît Bréville και Serge Halimi, «Η αμηχανία της Αριστεράς λίγο πριν τις γαλλικές προεδρικές εκλογές», 13 Φεβρουαρίου 2022, monde-diplomatique.gr/Aristera_gallikes_ekloges. Antoine Schwartz, «Η παράξενη εξαφάνιση του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος», 20 Φεβρουαρίου 2022, monde-diplomatique.gr/KKI. Peter Wahl, «Die Linke: Ένα κόμμα, δύο γραμμές», 27 Φεβρουαρίου 2022, monde-diplomatique.gr/die-linke.
  2. Faut vivre, τραγούδι του Marcel Mouloudji.
  3. Αναφέρεται από τον Graham T. Allison, «Essence of Decision. Explaining the Cuban Missile Crisis», Little Brown, Βοστώνη, 1971.
  4. «Le Figaro», 19 Μαρτίου 2022.
  5. Karl Rove, «Zelensky defines courage in our time», «The Wall Street Journal», Νέα Υόρκη, 17 Μαρτίου 2022.
  6. «Le Monde», 16 Μαρτίου 2022.
  7. «L’Express», Παρίσι, 28 Φεβρουαρίου 2022.
  8. Βλ. «Feu sur les libertés», «Manière de voir», τ. 182, Απρίλιος-Μάιος 2022.

Μπορεί να σας ενδιαφέρουν επίσης:

Πρόσφατα άρθρα

Ιαπωνία: Η «μεγάλη φυγή» από τον δημόσιο τομέα

Απέχοντας παρασάγγας από την κοινότοπη εικόνα του δημοσίου υπαλλήλου που ζει μακριά από τις αντιξοότητες της ζωής, οι ανώτεροι υπάλληλοι του ιαπωνικού κράτους εργάζονται κάτω από εξαντλητικές συνθήκες εργασίας, πραγματοποιώντας έως και τριακόσιες ώρες υπερωριών ανά μήνα. Οι εργατικοί νόμοι της χώρας –ήδη ελάχιστα προστατευτικοί– δεν έχουν εφαρμογή στην ιδιαίτερη αυτή ομάδα εργαζομένων. Όλο και περισσότεροι εγκαταλείπουν τις θέσεις τους στα υπουργεία, προκαλώντας μια πρωτοφανή κρίση.

Τείχη από άμμο φράζουν τα περάσματα της Σαχάρας

Η κατασκευή ενός τείχους ή ενός φράχτη για την προστασία των συνόρων είναι πλέον ένα συνηθισμένο φαινόμενο σε ολόκληρο τον κόσμο. Η πρακτική έχει εξαπλωθεί και στην αφρικανική ήπειρο, με στόχο την παρεμπόδιση των μεταναστευτικών ροών. Με διακριτικότητα, από το Μαρόκο και την Αλγερία έως τον Νίγηρα, οι κυβερνήσεις υψώνουν τείχη από άμμο, φυλασσόμενα από πλήθος αστυνομικών και στρατιωτών και επιτηρούμενα από κάμερες.

Μακρόν δεσμώτης

Μετά την απώλεια της πλειοψηφίας στις βουλευτικές εκλογές, ο Εμμανουέλ Μακρόν προσπαθεί να πείσει ότι η αντιπροσωπευτικότερη Εθνοσυνέλευση που εκλέχθηκε αποτελεί πρόβλημα γιατί τον εμποδίζει να κυβερνήσει. Όμως στην πραγματικότητα το μόνο πρόβλημα είναι η άνοδος της ακροδεξιάς.

ΔΝΤ: Τα τρία πιο μισητά γράμματα στον κόσμο

Πέπλο μυστηρίου καλύπτει το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, με τους κανόνες του να μοιάζουν να μεταβάλλονται ανάλογα με τις πολιτικές στοχεύσεις: δρακόντεια λιτότητα για κάποιους, γενναιοδωρία χωρίς όρια για άλλους. Ας επιχειρήσουμε μια κατάδυση στην καρδιά ενός παγκόσμιου θεσμού.

Ημερολόγιο

Δε Τρ Τε Πε Πα Σα Κυ
1234567
891011121314
15161718192021
22232425262728
293031  

Social