Share on facebook
Share on twitter
Share on skype
Share on whatsapp
Share on print
Share on email

Media culpa

Μπορεί ο Τζο Μπάιντεν τον τελευταίο καιρό να μοιάζει περισσότερο πρόθυμος να συνομιλεί με τον Ρώσο ομόλογό του, όσο όμως κυβερνούσε ο Ντόναλντ Τραμπ, μια σειρά εμφανών fake news που προωθούσαν έγκριτα αμερικανικά μέσα ενημέρωσης βοήθησαν στην κορύφωση της αντι-ρωσικής ρητορικής των Δημοκρατικών (καθώς θεωρούσαν τον Τραμπ ενδοτικό απέναντι στον Πούτιν), αλλά και στη δημιουργία ενός ακόμη «εσωτερικού εχθρού».

Όταν ένας πόλεμος οδηγείται σε τέλμα, εκείνοι που θέλουν να τον παρατείνουν έχουν πολλούς τρόπους δράσης στη διάθεσή τους. Ισχυρίζονται πως ο πόλεμος βρίσκεται στην τελευταία του καμπή, πως η υποχώρηση μπροστά στον εχθρό θα ήταν πισώπλατη μαχαιριά στους στρατιώτες που θυσιάστηκαν κατά την διάρκεια τόσων χρόνων. Προβλέπουν πως όποια οπισθοχώρηση στο μέτωπο θα προκαλέσει μια γενικευμένη άτακτη υποχώρηση, ένα «φαινόμενο ντόμινο». Προδοσία του στρατού από τους πολίτες, τύφλωση μπροστά σε μια επαπειλούμενη Αποκάλυψη, μυστικές συμφωνίες με τον εχθρό: στη Γαλλία, η αυτή σκληροπυρηνική ρητορική χρησιμοποιήθηκε κατά κόρο στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, στους πολέμους της Αλγερίας και της Ινδοκίνας. Όμως, εδώ και μερικά χρόνια, μια άλλη τεχνική κερδίζει έδαφος στις ΗΠΑ: μέσω fake news που κατασκευάζουν από κοινού οι υπηρεσίες ασφάλειας και ο φιλελεύθερος Τύπος, ισχυρίζονται πως η Αμερική, λευκή περιστερά της δημοκρατίας με φτερά αγγέλου, υποτίθεται ότι είναι ο στόχος μιας συνωμοσίας, οργανωμένης από τους Ρώσους στο εξωτερικό και από τα «άκρα» στο εσωτερικό. Και δεν υπάρχει περίπτωση να τους αφήσουν να κερδίσουν την παρτίδα!

Τα γεράκια της Ουάσιγκτον έπαιξαν το «χαρτί Πούτιν» στο Αφγανιστάν. Λίγο μετά την ανακοίνωση του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ πως σκόπευε να αποσύρει όλους τους εναπομείναντες στρατιώτες από τη χώρα που οι ΗΠΑ έχουν καταλάβει τα τελευταία είκοσι χρόνια, η ιστοσελίδα των «New York Times» είχε τίτλο: «Η Ρωσία πρόσφερε κρυφά ανταμοιβές σε Αφγανούς μαχητές για να σκοτώσουν Αμερικανούς στρατιώτες, επιβεβαιώνουν οι υπηρεσίες πληροφοριών» (26 Ιουνίου 2020). Όμως, μπροστά σε αυτήν «την τεράστια κλιμάκωση του υβριδικού πολέμου της Ρωσίας ενάντια στις Ηνωμένες Πολιτείες», ο Λευκός Οίκος παρέμεινε αδρανής, εξανίσταντο οι συντάκτες αυτής της δημοσιογραφικής επιτυχίας (οι τρεις τους μετρούν τέσσερα βραβεία Πούλιτζερ). Καθώς, σύμφωνα με τη θέση που υποστηρίζει εδώ και χρόνια η εφημερίδα, «ο Τραμπ έχει υιοθετήσει υποχωρητική στάση απέναντι στη Μόσχα».

Παρ’ όλο που η αποκάλυψη των «New York Times» δεν περιλαμβάνει κανένα αποδεικτικό στοιχείο, η «Washington Post» και η «Wall Street Journal» την επιβεβαιώνουν την επομένη. Και τα άλλα μέσα ενημέρωσης παίρνουν φωτιά1. Ξεσπάει ένα σκάνδαλο που γίνεται ακόμα πιο συνταρακτικό από το γεγονός ότι η εκλογική καμπάνια βρίσκεται εκείνη την περίοδο στο αποκορύφωμά της. Διότι πώς να δικαιολογηθεί μια αμερικανική απόσυρση όταν σε αυτήν αποσκοπεί και ο Βλαντίμιρ Πούτιν; Κάτι τέτοιο δεν αποτελεί άραγε μια καινούργια απόδειξη –«που κόβει την ανάσα», «αποκαρδιωτική», σύμφωνα με την παρουσιάστρια του MSNBC Ρέιτσελ Μάντοου– της συνενοχής του Λευκού Οίκου και της Μόσχας;

Εκ πρώτης όψεως ωστόσο, το θέμα φαίνεται περίεργο. Γιατί να θέλουν να σκοτώσουν Αμερικανούς στρατιώτες τη στιγμή που ετοιμάζονται να αναχωρήσουν; Και πώς εξηγείται ότι τα αποτελέσματα αυτής της δόλιας τακτικής είναι τόσο ισχνά, αφού στο Αφγανιστάν δεν καταγράφηκαν παρά εικοσιτέσσερεις νεκροί Αμερικανοί στρατιώτες το 2019, τη χρονιά που άρχισε η πολιτική των αμοιβών; Επίσης, η αγανάκτηση μοιάζει αρκετά υποκριτική: κατά τη δεκαετία του 1980, οι ΗΠΑ υποστήριξαν, χωρίς να το κρατήσουν κρυφό, τους Αφγανούς μουτζαχεντίν, ανάμεσα τους και κάποιον Οσάμα Μπιν Λάντεν, προσφέροντάς τους εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια και πυραύλους εδάφους-αέρος Στίνγκερ, χάρη στους οποίους σκότωσαν όχι δύο ντουζίνες, αλλά χιλιάδες Σοβιετικούς στρατιώτες.

Ευθύς εξ’ αρχής, ο πρόεδρος Τραμπ χαρακτηρίζει την αποκάλυψη των «New York Times» ως «fake news». Η πηγή τους, όπως θα γίνει γνωστό αργότερα, είναι ένας ανώνυμος πράκτορας της Κεντρικής Υπηρεσίας Πληροφοριών (CIA), ο οποίος είχε λάβει την πληροφορία από τις αφγανικές αρχές ύστερα από την ανάκριση ενός φυλακισμένου Ταλιμπάν. Παρ’ όλα αυτά, η Υπηρεσία Εθνικής Ασφαλείας (NSA) αντιμετωπίζει με δυσπιστία την κατηγορία, το Πεντάγωνο αρνείται να την επιβεβαιώσει και η κυβέρνηση της Καμπούλ έχει κάθε συμφέρον, είτε η πληροφορία είναι αληθινή είτε όχι, να εμποδίσει την αναχώρηση των αμερικανικών στρατευμάτων, η οποία της προκαλεί τεράστια ανησυχία.

Στις 23 Ιουλίου 2020, κατά τη διάρκεια μιας βιντεο-συνομιλίας με τον Ρώσο ομόλογο του, ο Ντόναλντ Τραμπ επιλέγει να μην αναφερθεί στην υπόθεση. Η αγανάκτηση κορυφώνεται στους κόλπους του Δημοκρατικού Κόμματος, στους νεοσυντηρητικούς Ρεπουμπλικανούς και στον Τύπο. Συμπεριλαμβανομένων, βεβαίως, και των «New York Times», παρ’ όλο που δεκαέξι μέρες νωρίτερα η εφημερίδα είχε αναγκαστεί να παραδεχτεί πως «λείπουν πολλά στοιχεία από τις πληροφορίες σύμφωνα με τις οποίες η Ρωσία πλήρωσε για επιθέσεις με στόχο τις αμερικανικές και συμμαχικές δυνάμεις στο Αφγανιστάν».

Η σκανδάλη όμως έχει πατηθεί2. Ο Ρεπουμπλικανός γερουσιαστής Μπέντζαμιν Σας (εχθρικός προς τον Τραμπ) αξιώνει, σαν αντίποινα, οι ΗΠΑ να έχουν έτοιμους «σάκους νεκροτομείου» για τους Ρώσους αξιωματούχους των υπηρεσιών πληροφοριών. Η Σούζαν Ράις, ένα από τα κεντρικά πρόσωπα της τωρινής κυβέρνησης των Δημοκρατικών, θεωρεί πως η ανικανότητα του Ρεπουμπλικανού προέδρου να αντιδράσει μπροστά στις «ρωσικές προσπάθειες για τον εν ψυχρώ σφαγιασμό αμερικανικών στρατευμάτων» επιβεβαιώνει ότι «ενθαρρύνει ενεργά τα δυσοίωνα ενδιαφέροντα του βασικότερου ανταγωνιστή μας». Όσο για τον Τζο Μπάιντεν, με τη σειρά του αναφωνεί: «Όλη η προεδρία του Ντόναλντ Τραμπ αποτέλεσε ένα δώρο για τον Πούτιν, αλλά τώρα, αυτό ξεπερνάει τα όρια. Είναι προδοσία του πιο ιερού εθνικού μας καθήκοντος: της προστασίας των στρατευμάτων μας όταν τα στέλνουμε να έρθουν αντιμέτωπα με τον κίνδυνο». Αλήθεια, «ένα δώρο για τον Πούτιν»; Κατά τη διάρκεια της προεδρίας του πάντως, ο Τραμπ διέταξε την εκτόξευση πυραύλων εναντίον της Συρίας (συμμάχου της Μόσχας), την εξόντωση δεκάδων Ρώσων μισθοφόρων, τη παράδοση αντιαρματικών όπλων στην Ουκρανία, μια κυβερνοεπίθεση εναντίον της Ρωσίας, καθώς και την αποχώρηση των ΗΠΑ από τη συμφωνία με το Ιράν για τα πυρηνικά (την οποία έχει υπογράψει και η Μόσχα) και από τη συνθήκη START που σύναψαν οι δύο πυρηνικές υπερδυνάμεις3.

Λίγη σημασία έχει. Την 1η Ιουλίου, λιγότερο από μία εβδομάδα μετά την αποκάλυψη των «New York Times», την οποία αμέσως υιοθετούν πολλοί βουλευτές, η επιτροπή ενόπλων δυνάμεων της Βουλής των Αντιπροσώπων ψηφίζει, με σαρανταπέντε ψήφους υπέρ και έντεκα κατά, μια απόφαση που υποβάλλει την ανακοινωμένη από τον πρόεδρο Τραμπ αναχώρηση από το Αφγανιστάν σε πολλαπλά προαπαιτούμενα, σχεδόν αδύνατα να εκπληρωθούν. Και στη συνέχεια εγκρίνει, αυτή τη φορά με πενήντα έξι ψήφους υπέρ και μηδέν κατά, έναν στρατιωτικό προϋπολογισμό 740 δισεκατομμυρίων δολαρίων –τρεις φορές τον ανάλογο προϋπολογισμό της Κίνας, δώδεκα φορές της Ρωσίας…

Αποστολή εξετελέσθη για την παραεξουσία. Πλην μιας μικρής λεπτομέρειας: κανένα πραγματικό στοιχείο δεν επιβεβαιώνει ακόμα και σήμερα την αρχική «πληροφορία». Σε ένα άρθρο που εμφανίστηκε στις 15 του περασμένου Απριλίου, οι «New York Times» αναγκάστηκαν να παραδεχτούν πως οι αμερικανικές υπηρεσίες πληροφοριών «αποδίδουν μικρή έως μέτρια αξιοπιστία» στον ισχυρισμό σχετικά με τις αμοιβές. Σε σημείο που ούτε καν εμφανίστηκε στη λίστα παραπόνων της κυβέρνησης Μπάιντεν όταν επέβαλε καινούργιες κυρώσεις εναντίον της Ρωσίας…

Τα παραμύθια των μέσων ενημέρωσης δεν αφορούν μόνο τα θέατρα επιχειρήσεων στο εξωτερικό. Επιτρέπουν επίσης την κατασκευή ενός εσωτερικού εχθρού προκειμένου να προετοιμάσουν την κοινή γνώμη για την αποδοχή κατασταλτικής νομοθεσίας. Στις δεκαετίες του 1960 και του 1970, τα έντυπα και τα οπτικοακουστικά μέσα ενημέρωσης απεικόνιζαν ασταμάτητα τους ακτιβιστές για τα πολιτικά δικαιώματα –Μαύρους Πάνθηρες, ριζοσπαστικούς φοιτητές– σαν μια τόσο μεγάλη απειλή για την κοινωνική τάξη ώστε να δικαιολογούνται οι δικαστικές διώξεις εναντίον τους και, μερικές φορές, ακόμα και η εξόντωσή τους από τους πράκτορες του Ομοσπονδιακού Γραφείου Ερευνών (FBI)4. Ακολουθώντας τον ίδιο δρόμο, τα συντηρητικά μέσα ενημέρωσης δεν έχουν σταματήσει να περιγράφουν το κίνημα Black Lives Matter και τους «αντίφα» σαν απειλή για την Αμερική. Μετά την εκλογή του Μπάιντεν, η θεσμική δημοσιογραφία πρόσθεσε σε αυτή την πινακοθήκη των «εγχώριων τρομοκρατών» και τους υπερσυντηρητικούς.

Στις 8 του περασμένου Ιανουαρίου, δύο μέρες μετά την εισβολή στο Κογκρέσο των υποστηρικτών του Τραμπ, που ήταν πεισμένοι, λανθασμένα, πως μια εκλογική νοθεία στέρησε από τον εκλεκτό τους τη νίκη, οι «New York Times» δημοσιεύουν, βασιζόμενοι σε αστυνομικές πηγές, μια αποκάλυψη αποφασιστικής σημασίας: «Ένας αστυνομικός του Καπιτωλίου πέθανε ως αποτέλεσμα των τραυματισμών που υπέστη κατά τη διάρκεια του οργισμένου ξεσπάσματος των υπερασπιστών του Τραμπ». Το όνομα του: Μπράιαν Σίκνικ. Μέσα στην ημέρα, η εφημερίδα ραφινάρει τις πληροφορίες: «Ονειρευόταν να γίνει αστυνομικός και σκοτώθηκε από το πλήθος των υποστηρικτών του Τραμπ», ήταν ο τίτλος της ιστοσελίδας, πριν συμπληρώσει: «Την Τετάρτη, οι διαδηλωτές υπέρ του Τραμπ επιτέθηκαν στο προπύργιο της δημοκρατίας, ακινητοποίησαν τον κ. Σίκνικ και τον χτύπησαν στο κεφάλι με έναν πυροσβεστήρα, σύμφωνα με δύο ομοσπονδιακούς πράκτορες. Ο κ. Σίκνικ μεταφέρθηκε επειγόντως στο νοσοκομείο, με μια βαθιά εγκοπή στο κρανίο που αιμορραγούσε, και τοποθετήθηκε στην μονάδα εντατικής παρακολούθησης».

Όλα είναι ψέματα. Ο Σίκνικ δεν είχε χτυπηθεί και, τη στιγμή που οι «New York Times» δημοσιεύουν την αφήγησή τους, ο αδελφός του αποθανόντος εκμυστηρεύεται στην ιστοσελίδα ProPublica πως το βράδυ της 6ης Ιανουαρίου έλαβε ένα καθησυχαστικό μήνυμα: οι διαδηλωτές έριξαν δακρυγόνα στον αστυνομικό, αλλά βρίσκεται «σε καλή κατάσταση». Θα πεθάνει μερικές ώρες αργότερα από εγκεφαλικό. Οι ιατρικές εξετάσεις δεν θα δείξουν κανένα ίχνος χτυπήματος και το πόρισμα του ιατροδικαστικού γραφείου της περιφέρειας της Ουάσιγκτον θα αναφέρει «θάνατο από φυσικά αίτια». Όμως, η δολοφονική οργή που αποδίδεται στους εισβολείς απαιτούσε ένα υποδειγματικό θύμα για τα πρωτοσέλιδα, ελλείψει του οποίου όλοι οι νεκροί της ημέρας θα προέρχονταν από τις τάξεις των διαδηλωτών. Το Associated Press, η «Wall Street Journal», το CNN και στην συνέχεια το μεγαλύτερο μέρος των μέσων ενημέρωσης του πλανήτη –από τον «Guardian» του Λονδίνου μέχρι τον «Himalayan» του Κατμαντού– αναμεταδίδουν την ψευδή είδηση χωρίς να την επαληθεύσουν.

Στις 2 και 3 Φεβρουαρίου 2021, η πρόεδρος της Βουλής των Αντιπροσώπων Νάνσυ Πελόσι εκθέτει τις στάχτες του αποθανόντος στο κέντρο της θολωτής Ροτόντας του Καπιτωλίου σε μια μεγαλειώδη τελετή προς τιμήν της «θυσίας» του αστυνομικού. Παρίστανται ο πρόεδρος και η αντιπρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, προτού η τεφροδόχος του ήρωα οδηγηθεί στο κοιμητήριο από μια τιμητική φρουρά, συνοδευόμενη μεγαλοπρεπώς από μια εκατοντάδα μοτοσικλετιστών.

Η ενορχήστρωση αυτού του μεγάλου εθνικού θρήνου συμπίπτει με μια άλλη επίθεση: μόλις διασκορπίστηκαν ή συνελήφθησαν οι εισβολείς, ο εκλεγμένος πρόεδρος Μπάιντεν τούς χαρακτηρίζει «εγχώριους τρομοκράτες». Διότι, όπως αποκαλύπτει η «Wall Street Journal» της 7ης Ιανουαρίου, ο Μπάιντεν «σχεδιάζει να δώσει προτεραιότητα σε μια νομοθεσία ενάντια στην εγχώρια τρομοκρατία και του έχει γίνει εισήγηση να δημιουργήσει στον Λευκό Οίκο ένα γραφείο αφιερωμένο στην οργάνωση της μάχης ενάντια στους βίαιους εξτρεμιστές». Τρεις μήνες αργότερα, το κείμενο βρίσκεται υπό μελέτη στο υπουργείο Δικαιοσύνης ενόσω οι επικεφαλής της εσωτερικής ασφάλειας δουλεύουν εντατικά πάνω σε καινούργιες μεθόδους παρακολούθησης και ελέγχου του πληθυσμού, που ο καθένας μπορεί να φανταστεί πως δεν θα περιοριστούν επ’ αόριστον στην ακροδεξιά.

Η δημοσίευση, στις 19 Απριλίου, ιατρικών εκθέσεων που καταρρίπτουν τη θεωρία περί δολοφονίας του Σίκνικ δεν προκάλεσε κανένα mea culpa. Ας είμαστε όμως βέβαιοι: η μάχη ενάντια στα fake news θα παραμείνει προτεραιότητα της κυβέρνησης και των ποιοτικών μέσων ενημέρωσης.


  1. Alan MacLeod, «In “Russian Bounty” story, evidence-free claims from nameless spies became fact overnight», Fairness and Accuracy in Reporting (FAIR), 3 Ιουλίου 2020.
  2. Βλ. Glenn Greenwald, «Journalists, learning they spread a CIA fraud about Russia, instantly embrace a new one», 16 Απριλίου 2021.
  3. David Foglesong, «With fear and favor: The russophobia of “The New York Times”», «The Nation», Νέα Υόρκη, 17 Ιουλίου 2020.
  4. Βλ. Marie-Agnès Combesque, «Comment le FBI a liquidé les Panthères noires», «Le Monde diplomatique», Αύγουστος 1995.

Μπορεί να σας ενδιαφέρουν επίσης:

Πρόσφατα άρθρα

Η γέννηση του γαλλικού ρεστοράν

Η γαλλική κουζίνα ήταν για πολύ καιρό διαχωρισμένη σε συντεχνίες: οι «τροφοδότες» πουλούσαν ραγού, οι πανδοχείς κρασί, οι ψήστες κρέας… Ύστερα, στα μέσα του 18ου αιώνα, εμφανίστηκε το restaurant –και καθιερώθηκε αμέσως μετά την Επανάσταση. Μια πολύ ενδιαφέρουσα κοινωνικο-πολιτιστική ματιά σε ένα γαλλικό φαινόμενο, που συμπληρώνει το πρόσφατο άρθρο μας «Κοινωνιολογία της υψηλής γαστρονομίας: Η συνταγή για να γίνεις μεγάλος σεφ» (1).

Έτσι εκτινάχθηκαν οι τιμές της ενέργειας

Οι Ευρωπαίοι ιθύνοντες διαβεβαίωναν κατηγορηματικά ότι ο ανταγωνισμός θα οδηγούσε στη μείωση των τιμών του φυσικού αερίου και του ηλεκτρισμού, προς όφελος των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων. Όμως, από τη δεκαετία του 2000 έχει συμβεί ακριβώς το αντίθετο. Κι αν η χαοτική οικονομική ανάκαμψη μετά την αναστάτωση της πανδημίας πυροδότησε την τρέχουσα έκρηξη των τιμών, η απορρύθμιση προκαλεί μια πολύ πιο ανησυχητική δομική αύξηση των τιμών. Χαρακτηριστική είναι η ανάλυση του παραδείγματος της Γαλλίας, η οποία στις βασικές της γραμμές ισχύει για όλη την Ε.Ε. –και βεβαίως για την Ελλάδα.

Σε ποιον αγώνα να στρατευθούμε;

Σε ποιον αγώνα πρέπει να στρατευθούμε όταν δεν μπορούμε να τα κάνουμε όλα ταυτόχρονα; Καταρχάς, αναγνωρίζοντας ότι, παρ’ όλη τη διαφορετική περίμετρο των αγώνων ενάντια στις ποικίλες μορφές κυριαρχίας, είναι όλοι ισότιμοι. Στη συνέχεια, προτείνοντας ο απόλυτος διαχωρισμός αναμεταξύ τους να δώσει τη θέση του στη σχετική αυτονομία και στο αμοιβαίο ενδιαφέρον. Τέλος, αρνούμενοι το ενδεχόμενο ένας από αυτούς τους αγώνες να βλάπτει τους υπόλοιπους. Από τη στιγμή που θα τεθούν αυτές οι αρχές, τα πάντα μπορούν να ξεκινήσουν…

Ουγγαρία: Πώς ο Βίκτορ Όρμπαν εδραιώνει την εξουσία του μέσα από ιδιωτικά ιδρύματα

Με πρωτοβουλία της ουγγρικής κυβέρνησης, ιδιωτικά ιδρύματα πήραν τον έλεγχο της πλειονότητας των πανεπιστημίων και μιας δημόσιας περιουσίας αξίας πολλών δισεκατομμυρίων ευρώ. Με αυτή τη νέου τύπου γιγαντιαία ιδιωτικοποίηση, ο πρωθυπουργός Βίκτορ Όρμπαν αποψιλώνει το κράτος προς όφελος των ανθρώπων του περιβάλλοντός του, ενώ ταυτόχρονα θεμελιώνει την επιρροή του στους πολιτιστικούς και πανεπιστημιακούς θεσμούς της χώρας.

Ημερολόγιο

Δε Τρ Τε Πε Πα Σα Κυ
 12
3456789
10111213141516
17181920212223
24252627282930
31  

Social