Share on facebook
Share on twitter
Share on skype
Share on whatsapp
Share on print
Share on email

Ουγγαρία: Πώς ο Βίκτορ Όρμπαν εδραιώνει την εξουσία του μέσα από ιδιωτικά ιδρύματα

Με πρωτοβουλία της ουγγρικής κυβέρνησης, ιδιωτικά ιδρύματα πήραν τον έλεγχο της πλειονότητας των πανεπιστημίων και μιας δημόσιας περιουσίας αξίας πολλών δισεκατομμυρίων ευρώ. Με αυτή τη νέου τύπου γιγαντιαία ιδιωτικοποίηση, ο πρωθυπουργός Βίκτορ Όρμπαν αποψιλώνει το κράτος προς όφελος των ανθρώπων του περιβάλλοντός του, ενώ ταυτόχρονα θεμελιώνει την επιρροή του στους πολιτιστικούς και πανεπιστημιακούς θεσμούς της χώρας.

Το 1996, μετά από μια σειρά προσοδοφόρων χρηματοπιστωτικών εγχειρημάτων, ο Ούγγρος επιχειρηματίας Αντράς Τομπόρ και ο πατέρας του Μπαλάζ ιδρύουν το Mathias Corvinus Collegium (ΜCC). Αφοσιωμένοι σε χριστιανικές και συντηρητικές αξίες, φιλοδοξούν να δημιουργήσουν ένα πανεπιστημιακό ινστιτούτο υψηλού επιπέδου που να ευνοεί την αντιπαράθεση ιδεών και την κριτική σκέψη. Παρ’ όλο που τα πρώτα χρόνια δεν ήταν κάτι περισσότερο από ένα απλό οικοτροφείο, το μικρό ίδρυμα μεγάλωσε τόσο ώστε πλέον χρειάζεται χώρο. Στη Βουδαπέστη, στον λόφο Γκελέρτ που δεσπόζει στον Δούναβη, το αυστηρό κτίριο του Ινστιτούτου Balassi –αντίστοιχο του Γαλλικού Ινστιτούτου– πρέπει να κατεδαφιστεί προκειμένου να δημιουργηθεί χώρος για τα καινούργια κτίρια του MCC που θα χτιστούν μέχρι το 2025.

Το Ίδρυμα Tihanyi, δημιουργημένο από την οικογένεια Τόμπορ για να χρηματοδοτεί τα πανεπιστημιακά και πολιτιστικά προγράμματά τους, έχει μετατραπεί σε εταιρεία διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων μετά την απόκτηση πολλών δημόσιων αγαθών. Το κράτος τού έχει παραχωρήσει δωρεάν έναν σημαντικό αριθμών ακινήτων του Δημοσίου και μερίδιο σε εταιρείες πρώτου μεγέθους: 10% στην εταιρεία πετρελαιοειδών και φυσικού αερίου Mol και στην κορυφαία φαρμακοβιομηχανία Gedeon Richter. Κατά τη διάρκεια του 2020, το ίδρυμα υπολογίζεται ότι έλαβε συνολικά από το κράτος περιουσιακά στοιχεία αξίας μεγαλύτερης των 500 δισεκατομμυρίων φιορινιών (1,4 δισεκατομμύρια ευρώ), σύμφωνα με τις εκτιμήσεις ανεξάρτητων μέσων ενημέρωσης1: ένα ποσό μεγαλύτερο από τον συνολικό ετήσιο προϋπολογισμό των είκοσι επτά δημόσιων ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων της Ουγγαρίας για το 2019. Έκτοτε, το Tehanyi επενδύει σε ακίνητα πολυτελείας: αγόρασε τη μαρίνα του Ρεβφύλοπ στη λίμνη Μπάλατον, το ξενοδοχείο πολυτελείας Konferencia στο Γκιορ, όπως και το Aranybika, το εμβληματικό ξενοδοχείο του Ντέμπρετσεν.

Ως υπερσυντηρητική ομάδα πίεσης, το Tehanyi διατηρεί στενές σχέσεις με την κυβέρνηση του Βίκτορ Όρμπαν. Το 2015, ίδρυσε ένα Ινστιτούτο Έρευνας για τη Μετανάστευση, στο οποίο γενικός διευθυντής είναι ένας από τους υφυπουργούς παρά τω πρωθυπουργώ, υπεύθυνος για τις σχέσεις με το Κοινοβούλιο, ο Μπαλάζ Όρμπαν (κανένας οικογενειακός δεσμός με τον πρωθυπουργό)2. Το ίδρυμα ισχυροποιήθηκε στον πολιτιστικό τομέα παίρνοντας το 25% του κεφαλαίου του Libri, του κυρίαρχου της ουγγρικής εκδοτικής αγοράς. Ταυτόχρονα, το MCC μεταμορφώθηκε σε πραγματικό ίδρυμα ανώτερων σπουδών και σχεδιάζει να προσελκύσει παραπάνω από δέκα χιλιάδες φοιτητές στην Ουγγαρία, αλλά και στα παραρτήματα για τις ουγγρικές μειονότητες στα γειτονικά κράτη (Σλοβακία, Ουκρανία, Ρουμανία και Σερβία). Ο γενικός διευθυντής του Ζολτάν Σαλάι επιβλέπει τα προγράμματα των διάφορων κέντρων ερευνών, εκδίδοντας ταυτόχρονα τη συντηρητική εβδομαδιαία εφημερίδα «Mandiner».

Το Ίδρυμα Tehanyi –διαλύθηκε τον Ιούνιο το 2020 μετά τη δημιουργία του Ιδρύματος Mathias Corvinus Collegium– χρησίμευσε ως υπόδειγμα παρασιτισμού για μια βαθιά μεταμόρφωση της χώρας. Τον Μάρτιο του 2019, η κυβέρνηση καθιέρωσε ένα καινούργιο νομικό καθεστώς, μέχρι τότε ανύπαρκτο στην Ουγγαρία : το «καταπιστευματικό ίδρυμα», που θεσπίζεται ως «κοινού συμφέροντος και επιφορτισμένο με δημόσια υπηρεσία». Τον περασμένο Απρίλιο, τριάντα δύο τέτοια ιδρύματα είδαν το φως της ημέρας, με μια αρχική δημόσια χορηγία 1,7 εκατομμυρίων ευρώ στο καθένα, προκειμένου να διαχειριστούν περιουσιακά στοιχεία που μέχρι τότε κατέχονταν από το κράτος. Βρέθηκαν ιδιοκτήτες, χωρίς το ελάχιστο οικονομικό αντιστάθμισμα, σημαντικών δημόσιων αγαθών: ένα μπαρόκ κάστρο του 18ου αιώνα, ένα παλάτι στη μέση της Βουδαπέστης, ένα θέατρο, το μισό ενός νησιού πάνω στον Δούναβη και έναν μεγάλο αριθμό άλλων ακινήτων σε όλη τη χώρα. Τα ανεξάρτητα μέσα ενημέρωσης εκτιμούν πως αυτό το «δώρο» αντιστοιχεί σε πολλά δισεκατομμύρια ευρώ3. Η κυβέρνηση αρνείται κάθε κατηγορία περί ιδιωτικοποίησης. Ισχυρίζεται πως αυτά τα αγαθά δεν μπορούν να μεταβιβαστούν σε ιδιώτες και πως μπορούν να χρησιμοποιηθούν μόνο για την εξυπηρέτηση του «κοινού συμφέροντος», προσθέτοντας πως το κράτος διατηρεί «δικαίωμα προαγοράς».

«Χτίζοντας μια καινούργια εποχή»

Ο νόμος παρουσιάζει αυτές τις νέες νομικές οντότητες ως «ανεξάρτητες από την κυβέρνηση»: μια διατύπωση που συγκαλύπτει τον ολοκληρωτικό έλεγχο από την τωρινή κυβέρνηση. Μόνο μια πλειοψηφία των δυο τρίτων της Βουλής, όπως εκείνη που διατηρεί το Fidesz – Ουγγρική Συμμαχία Πολιτών από τις εκλογές του 2018, μπορεί να τροποποιήσει το καθεστώς ή τις αποστολές που τους ανατίθενται. Τα ιδρύματα αυτά διοικούνται από ένα πενταμελές εποπτικό συμβούλιο, αρχικά ορισμένο από το υπουργείο Τεχνολογίας και Καινοτομίας. Τα πέντε μέλη του είναι έπειτα υπεύθυνα για την επιλογή των διαδόχων τους. Το σύνολο των ιδρυμάτων θα ελέγχεται από μια πρόσφατα δημιουργημένη υπηρεσία, τον πρόεδρο της οποίας θα ορίσει ο πρωθυπουργός για θητεία εννιά ετών.

Παρ’ όλο που δεν γνωρίζουμε ακόμα την ταυτότητά του, ξέρουμε ήδη πως τα μέλη των εποπτικών συμβουλίων είναι όλοι φιλοκυβερνητικοί, είτε πρόκειται για εν ενεργεία υπουργούς, επιχειρηματίες ή διανοουμένους του κύκλου επιρροής του Fidesz. «Θα ορίσουμε άτομα που μοιράζονται την ίδια αντίληψη για το έθνος» και σίγουρα όχι άτομα με«διεθνιστικές-παγκοσμιοποιητικές τάσεις», δήλωνε ο Όρμπαν στα τέλη Απριλίου κατά τη διάρκεια της εβδομαδιαίας παρέμβασής του στο Kossuth Rádió.

Ήδη από το 2016, το Fidesz επιζητούσε να μεταβιβάσει σε τέτοιου είδους ιδρύματα τα περιουσιακά στοιχεία που κατείχε η Κεντρική Τράπεζα της Ουγγαρίας. Εκείνη την εποχή, ο βουλευτής του Fidesz Λάγιος Κόσα το είχε παρουσιάσει ως κάτι καλό: «Είναι πολύ απλό. Ας πάρουμε ένα παράδειγμα: είμαι ένας ιδιώτης, τα χρήματα μου ανήκουν, μέχρι τη στιγμή που αποφασίζω να τα τοποθετήσω σε ένα ίδρυμα. Από εκείνη την στιγμή δεν έχω κανένα δικαίωμα, συμφέρον ή δεσμό με αυτό το χρήμα. Έχω αποκοπεί. Αυτός είναι ο κανόνας του ιδρύματος». Τον Μάρτιο του 2016, το Συνταγματικό Δικαστήριο είχε κρίνει τη διαδικασία εντελώς ασύμβατη με το Σύνταγμα της Ουγγαρίας.

Προκειμένου να παρακαμφθεί το εμπόδιο, το Σύνταγμα τροποποιήθηκε τον Δεκέμβριο του 2020. Η έννοια του δημόσιου χρήματος περιορίζεται πλέον στα έσοδα, τα έξοδα και τις οφειλές του κράτους, αφήνοντας στην άκρη τα κεφάλαια που διοχετεύονται προς τις καινούργιες δομές. Τα έξι κοινοβουλευτικά κόμματα που συμμάχησαν για να δημιουργήσουν ένα αντιπολιτευτικό μέτωπο, προκειμένου να μετατρέψουν τις κοινοβουλευτικές εκλογές της άνοιξης του 2022 σε δημοψήφισμα κατά του Όρμπαν, αντέδρασαν έντονα: «Το Fidesz και οι αυτοαποκαλούμενοι χριστιανοδημοκράτες έχουν λάβει μέτρα με στόχο να κλέψουν τα δημόσια κεφάλαια, να κρύψουν και να ενισχύσουν εταιρείες και ιδρύματα αδρά επιχορηγούμενα με δημόσιο χρήμα», βεβαιώνει το κοινό τους ανακοινωθέν. Τον Απρίλιο, μετά τη δημιουργία των ιδρυμάτων, κάλεσαν το Συνταγματικό Δικαστήριο να παρέμβει: «Φοβούμενος μια εκλογική ήττα το 2022, ο Όρμπαν λεηλατεί τα δημόσια αγαθά προς όφελος των κολλητών του».

«Υπάρχει μια προφανής πολιτική στόχευση. Δεν πρόκειται μόνο για την εξασφάλιση της επιβίωσης του δικτύου των ανθρώπων του Fidesz. Όλο αυτό εντάσσεται στο πλαίσιο μιας μάχης για την πολιτιστική ηγεμονία. Σε αυτό τον τομέα, ο Όρμπαν πάντα ένιωθε περιθωριοποιημένος από τη φιλελεύθερη ελίτ της χώρας», εξηγεί ο Γκάμπορ Σέιρινγκ, επισκέπτης ερευνητής του τμήματος κοινωνικών και πολιτικών επιστημών του πανεπιστημίου Bocconi. Την επομένη της τρίτης συνεχόμενης εκλογής του, το 2018, μετά από μια ψηφοφορία που χαρακτηρίστηκε «ελεύθερη» αλλά «όχι αμερόληπτη» από τους παρατηρητές του Οργανισμού για την Ασφάλεια και την Συνεργασία στην Ευρώπη (ΟΑΣΕ), έδειξε ξεκάθαρα τις προθέσεις του: «Η σταθεροποίηση της πολιτικής τάξης μας πάνω σε εθνικές και χριστιανικές βάσεις αποδείχτηκε επιτυχημένη. (…) Η νίκη μας το 2018 αποτελεί εντολή για να χτίσουμε μια καινούργια εποχή.(…) Ιδού το καθήκον που μας περιμένει: να εγκαταστήσουμε το πολιτικό καθεστώς μας σε μια νέα πολιτιστική εποχή. (…) Βρισκόμαστε μπροστά σε τεράστιες αλλαγές»4.

O ρεβανσισμός πιθανότατα έχει τις ρίζες του στην πρώτη θητεία του πρωθυπουργού (από το 1998 μέχρι το 2002), η οποία έληξε με μια αναπάντεχη ήττα. «Ήμασταν στην κυβέρνηση, αλλά όχι στην εξουσία»,συνόψιζε αρκετά χρόνια αργότερα ένας από τους ιδρυτές του Fidesz, ο Λάσλο Κέβερ, πρόεδρος της Βουλής από το 2010. Ο Όρμπαν μιλάει ανοιχτά για μάχη για την ηγεμονία. Όταν του ζητήθηκε να αντιδράσει στην παρουσίαση μιας λίστας με τις εκατό μεγαλύτερες περιουσίες της χώρας σε μια συνέντευξη Τύπου στις 10 Ιουνίου 2021, διαβεβαίωνε πως παραπάνω από το 80% ανήκαν σε ανθρώπους της Αριστεράς και προανήγγειλε: «Είμαστε ακόμα μακριά από την επιθυμητή ισορροπία». Αυτή η αντίληψη είναι τελείως διαστρεβλωμένη, αναλύει ο Σέιρινγκ. Σύμφωνα με αυτόν, η πλειοψηφία των μεγάλων περιουσιών πλέον υποστηρίζουν, λιγότερο ή περισσότερο ενεργά, το κυβερνητικό κόμμα: «Στις τοπ 100, μόνο πέντε ή έξι φαίνονται να στηρίζουν τα κόμματα της αντιπολίτευσης. Το δίκτυό τους σήμερα είναι εξαιρετικά αδύναμο».

Η πιο θεαματική ανατροπή πραγματοποιείται στην ανώτατη εκπαίδευση. Διάδοχος του πανεπιστημίου οικονομικών επιστημών Karl-Marx, το πανεπιστήμιο Corvinus –ουδεμία σχέση με το MCC– λειτούργησε ως εργαστήριο. Κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού του 2019, πέρασε στον έλεγχο του Ιδρύματος Maecenas Universitatis Corvini, που ιδρύθηκε ειδικά για την περίσταση: και σε αυτή την περίπτωση, στο κεφάλαιο συμμετείχαν η πετρελαϊκή Mol και φαρμακευτική Richter, με 10% η καθεμία. Μέσα σε λιγότερα από δύο χρόνια, είκοσι ένα ιδρύματα ανώτατης εκπαίδευσης παραχωρήθηκαν από το κράτος σε νέα ιδρύματα. Στη Βουδαπέστη, μόνο τέσσερα πανεπιστήμια διατήρησαν το καθεστώς τους, ενώ στην επαρχία όλα πλέον βρίσκονται υπό τον έλεγχο κάποιου ιδρύματος, με εξαίρεση το πανεπιστήμιο Károly Eszterházy στο Έγκερ, που παραχωρήθηκε… στην Καθολική Εκκλησία.

Η εξέγερση των φοιτητών δραματικών τεχνών

Απαντώντας στα ερωτήματά μας, ο υπουργός Τεχνολογίας και Καινοτομίας υπεύθυνος για την ανώτατη εκπαίδευση προτάσσει την «ανταγωνιστικότητα» ως μόνο στόχο της κυβέρνησής του. Ο Λάσλο Πάλκοβιτς βλέπει σε αυτές τις καινούργιες οντότητες «μια μοντέρνα και μοναδική μορφή δημόσιας υπηρεσίας, απαραίτητη για τη διασφάλιση της ανταγωνιστικότητας της χώρας για τις επόμενες δεκαετίες», όπως και για τη «μακροπρόθεσμη σταθερότητά της». «Η αλλαγή του πανεπιστημιακού μοντέλου ξεκίνησε πριν από τρία χρόνια, με την αναδιοργάνωση του πανεπιστημίου Corvinus, και εκείνη την εποχή δεν πυροδότησε τόσο παθιασμένες συζητήσεις», διαβεβαιώνει. «Κάθε ακαδημαϊκή γερουσία [το όργανο που εκλέγεται από φοιτητές και καθηγητές και διαχειρίζεται την πανεπιστημιακή ζωή] ήταν ελεύθερη να αποφασίσει εάν επιθυμούσε ή όχι να αλλάξει μοντέλο.» Η κυβέρνηση δεν συνάντησε πραγματική αντίσταση, παρά μόνο στο Πανεπιστήμιο Κινηματογραφικής και Δραματικής Τέχνης της Βουδαπέστης (SZFE), οι φοιτητές του οποίου έκαναν κατάληψη στην πανεπιστημιούπολη επί δέκα εβδομάδες με το ξεκίνημα του ακαδημαϊκού έτους 2020-21, πριν η απαγόρευση μετακινήσεων λόγω της υγειονομικής κρίσης τους αναγκάσει να συνθηκολογήσουν. Το μεγαλύτερο μέρος των νομικών τεχνασμάτων και των συγκαλυμμένων ιδιωτικοποιήσεων των μεγάλων πανεπιστημίων έλαβαν χώρα εν μέσω της κατάστασης έκτακτης ανάγκης και ενώ η Ουγγαρία βρισκόταν αντιμέτωπη με μια θνησιμότητα-ρεκόρ λόγω Covid-19 και κάθε διαδήλωση απαγορευόταν.

Το Fidesz, για πρώτη φορά αντιμέτωπο με μια ενωμένη αντιπολίτευση, προβλέπει άραγε ήττα στις εκλογές της άνοιξης του 2022, μετά από δώδεκα χρόνια εξουσίας με απόλυτη ευχέρεια κινήσεων; Σε αυτά τα ιδρύματα, οι αντίπαλοί του βλέπουν ισάριθμα σωσίβια για τα υψηλόβαθμα στελέχη που του είναι πιστά. Tα οχυρά αυτά θα μπορούσαν να υπονομεύσουν το έργο μιας επόμενης κυβέρνησης και να προετοιμάσουν μια ανακατάληψη της εξουσίας. «Σε περίπτωση πολιτικής εναλλαγής, η καινούργια κυβέρνηση θα πρέπει να μοιραστεί την εξουσία με μια παράλληλη κυβέρνηση, ένα βαθύ κράτος φωλιασμένο στη δημόσια διοίκηση, κατευθυνόμενο από τον Βίκτορ Όρμπαν», εκτιμά ο δικηγόρος Αντράς Σίφερ, συνιδρυτής και πρώην βουλευτής του φιλελεύθερου-οικολογικού κόμματος «Η πολιτική μπορεί να είναι αλλιώς» (LMP). Και κάνει έναν παραλληλισμό ανάμεσα στη μαζική μεταβίβαση δημόσιου πλούτου προς όφελος της εθνικιστικής Δεξιάς με εκείνη που είχε κάνει η παλαιά σοσιαλιστική νομενκλατούρα με στόχο να διαιωνίσει την οικονομική και πολιτική ηγεμονία της μετά την αλλαγή καθεστώτος του 1989-1990.

Σύμβολο των εκτεταμένων προσπαθειών του Fidesz για την εδραίωση της εξουσίας του: η νέα εθνικιστική-συντηρητική ελίτ της λεκάνης των Καρπαθίων σύντομα θα εκπαιδεύεται σε ένα τεράστιο συγκρότημα με εμφάνιση φουτουριστικού μοναστηριακού κάστρου στις όχθες του Δούναβη. Τα σχέδια του MCC πήραν από το κράτος τον χαρακτηρισμό της «κατά προτεραιότητα επένδυσης» και έτσι δεν υπόκεινται στους συμβατικούς πολεοδομικούς κανόνες. Εν ολίγοις, ο έλεγχος των Ιδρυμάτων μπορεί να επιτρέψει στον Όρμπαν να παραμείνει στην εξουσία χωρίς να παραμείνει αναγκαστικά στην κυβέρνηση.


  1. Telex, 15 Ιανουαρίου 2021, https://telex.hu/.
  2. Όταν του ζητήθηκε συνέντευξη για αυτό το άρθρο, ο Μπαλάζ Όρμπαν έδωσε τη συγκατάθεσή του και στη συνέχεια ανακάλεσε.
  3. Czinkóczi Sándor, !!444!!!, 27 Απριλίου 2021, https://444.hu/ (στα ουγγρικά).
  4. Βίκτορ Όρμπαν, ομιλία στο θερινό πανεπιστήμιο του Bálványos (Τρανσυλβανία), 28 Ιουλίου 2018.

Μπορεί να σας ενδιαφέρουν επίσης:

Πρόσφατα άρθρα

Η γέννηση του γαλλικού ρεστοράν

Η γαλλική κουζίνα ήταν για πολύ καιρό διαχωρισμένη σε συντεχνίες: οι «τροφοδότες» πουλούσαν ραγού, οι πανδοχείς κρασί, οι ψήστες κρέας… Ύστερα, στα μέσα του 18ου αιώνα, εμφανίστηκε το restaurant –και καθιερώθηκε αμέσως μετά την Επανάσταση. Μια πολύ ενδιαφέρουσα κοινωνικο-πολιτιστική ματιά σε ένα γαλλικό φαινόμενο, που συμπληρώνει το πρόσφατο άρθρο μας «Κοινωνιολογία της υψηλής γαστρονομίας: Η συνταγή για να γίνεις μεγάλος σεφ» (1).

Έτσι εκτινάχθηκαν οι τιμές της ενέργειας

Οι Ευρωπαίοι ιθύνοντες διαβεβαίωναν κατηγορηματικά ότι ο ανταγωνισμός θα οδηγούσε στη μείωση των τιμών του φυσικού αερίου και του ηλεκτρισμού, προς όφελος των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων. Όμως, από τη δεκαετία του 2000 έχει συμβεί ακριβώς το αντίθετο. Κι αν η χαοτική οικονομική ανάκαμψη μετά την αναστάτωση της πανδημίας πυροδότησε την τρέχουσα έκρηξη των τιμών, η απορρύθμιση προκαλεί μια πολύ πιο ανησυχητική δομική αύξηση των τιμών. Χαρακτηριστική είναι η ανάλυση του παραδείγματος της Γαλλίας, η οποία στις βασικές της γραμμές ισχύει για όλη την Ε.Ε. –και βεβαίως για την Ελλάδα.

Σε ποιον αγώνα να στρατευθούμε;

Σε ποιον αγώνα πρέπει να στρατευθούμε όταν δεν μπορούμε να τα κάνουμε όλα ταυτόχρονα; Καταρχάς, αναγνωρίζοντας ότι, παρ’ όλη τη διαφορετική περίμετρο των αγώνων ενάντια στις ποικίλες μορφές κυριαρχίας, είναι όλοι ισότιμοι. Στη συνέχεια, προτείνοντας ο απόλυτος διαχωρισμός αναμεταξύ τους να δώσει τη θέση του στη σχετική αυτονομία και στο αμοιβαίο ενδιαφέρον. Τέλος, αρνούμενοι το ενδεχόμενο ένας από αυτούς τους αγώνες να βλάπτει τους υπόλοιπους. Από τη στιγμή που θα τεθούν αυτές οι αρχές, τα πάντα μπορούν να ξεκινήσουν…

Ουγγαρία: Πώς ο Βίκτορ Όρμπαν εδραιώνει την εξουσία του μέσα από ιδιωτικά ιδρύματα

Με πρωτοβουλία της ουγγρικής κυβέρνησης, ιδιωτικά ιδρύματα πήραν τον έλεγχο της πλειονότητας των πανεπιστημίων και μιας δημόσιας περιουσίας αξίας πολλών δισεκατομμυρίων ευρώ. Με αυτή τη νέου τύπου γιγαντιαία ιδιωτικοποίηση, ο πρωθυπουργός Βίκτορ Όρμπαν αποψιλώνει το κράτος προς όφελος των ανθρώπων του περιβάλλοντός του, ενώ ταυτόχρονα θεμελιώνει την επιρροή του στους πολιτιστικούς και πανεπιστημιακούς θεσμούς της χώρας.

Ημερολόγιο

Δε Τρ Τε Πε Πα Σα Κυ
 12
3456789
10111213141516
17181920212223
24252627282930
31  

Social