Share on facebook
Share on twitter
Share on skype
Share on whatsapp
Share on print
Share on email

Ρωσία: Οι αντιπολεμικές αριστερές δυνάμεις παραμένουν απομονωμένες

Με όχημα τα καλά αποτελέσματά της στις βουλευτικές εκλογές του Σεπτεμβρίου του 2021, μια νέα γενιά κομμουνιστών αιρετών ήλπιζε να γίνει η κύρια δύναμη της αντιπολίτευσης στο Κρεμλίνο. Αυτά πριν από τον πόλεμο. Από το ξέσπασμά του και μετά, η ηγεσία τους ενθαρρύνει τις ένοπλες επιχειρήσεις στην Ουκρανία, παραγκωνίζοντας παράλληλα τους διαφωνούντες. Εκτός Κοινοβουλίου, άλλοι αγωνιστές της Αριστεράς δίνουν τη μάχη κατά του πολέμου.

Σε μια ομιλία που εκφώνησε στις 21 Φεβρουαρίου, τρεις ημέρες πριν από την εισβολή στην Ουκρανία, ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντιμίρ Πούτιν παρουσίασε τα ιδεολογικά αίτια που δικαιολογούσαν την έναρξη του πολέμου. Κατά τον ίδιο, η χώρα αυτή, με τα σημερινά σύνορά της, είναι μια τεχνητή οντότητα δημιουργημένη από τους Μπολσεβίκους, «την οποία σήμερα μπορούμε δικαίως να χαρακτηρίσουμε ως την Ουκρανία του Βλαντιμίρ Ίλιτς Λένιν».

Μολονότι το 2005 ο Πούτιν χαρακτήριζε τη διάλυση της ΕΣΣΔ «μείζονα γεωπολιτική καταστροφή», σήμερα θεωρεί ότι η πραγματική τραγωδία ήταν η ίδια η δημιουργία της Σοβιετικής Ένωσης: «Τα στρατηγικά λάθη των Μπολσεβίκων ηγετών προκάλεσαν την κατάρρευση της ενωμένης χώρας μας», δηλώνει, προσάπτοντας στον Λένιν ότι είχε συμπεριλάβει στο Σοβιετικό Σύνταγμα τη δυνατότητα για κάθε Σοβιετική Δημοκρατία να εγκαταλείψει την Ένωση. Στην ουσία, μετατρέποντας τον πόλεμο στην Ουκρανία σε «πραγματική “αποκομμουνιστικοποίηση”», ελπίζει να γυρίσει επιτέλους τη σελίδα της σοβιετικής ιστορίας ώστε να επιστρέψει στις αρχές της προεπαναστατικής ρωσικής αυτοκρατορίας. Ο έκδηλος αυτός αντικομμουνισμός δεν εμπόδισε ωστόσο το Κομμουνιστικό Κόμμα της Ρωσικής Ομοσπονδίας (ΚΚΡΟ, στα ρωσικά: ΚΠΡΦ) –ή ακριβέστερα την ηγεσία του– να υποστηρίξει ανεπιφύλακτα την «ειδική επιχείρηση» στην Ουκρανία. Το θέμα είναι ότι το ΚΚΡΟ, δεύτερο σε αριθμό βουλευτών στην Κρατική Δούμα, γνωρίζει εδώ και μερικά χρόνια μια σημαντική μεταμόρφωση των ενεργών μελών του και, κυρίως, των ψηφοφόρων του, ορισμένοι εκ των οποίων βρίσκονται σήμερα αντιμέτωποι με την καταστολή του αντιπολεμικού κινήματος.

Παρότι το προοίμιο του προγράμματος του ΚΚΡΟ προβάλλει μια άμεση καταγωγή του κόμματος από τους Μπολσεβίκους, η πραγματική ιστορία του ξεκινά το 1993. Δύο χρόνια νωρίτερα, λίγο από πριν από την εξαφάνιση της ΕΣΣΔ, ο πρόεδρος Μπόρις Γιέλτσιν είχε διαλύσει το σοβιετικό Κομμουνιστικό Κόμμα, με επακόλουθο την ανάδυση μιας πληθώρας αριστερών πολιτικών ομάδων, που αντιπολιτεύονταν σθεναρά τη «θεραπεία του σοκ» που χορηγήθηκε εν συνεχεία στην οικονομία της χώρας. Προκειμένου να τις αποδυναμώσει, η κυβέρνηση επέλεξε να ενθαρρύνει τη δημιουργία μιας μετριοπαθούς αντιπολιτευτικής δύναμης, έτοιμης να συμμορφωθεί με τους νέους κανόνες του πολιτικού παιχνιδιού. Έτσι, ο Μπόρις Γιέλτσιν επέτρεψε την ανασύσταση του κομμουνιστικού κόμματος, ενώ προηγουμένως εξέταζε το ενδεχόμενο να απαγορεύσει την «εγκληματική κομμουνιστική ιδεολογία», ακολουθώντας το παράδειγμα ορισμένων χωρών της Ανατολικής Ευρώπης.

Διχασμένη ρητορική

Τον Φεβρουάριο του 1993, το ιδρυτικό συνέδριο του ΚΚΡΟ εκλέγει τον Γενάντι Ζιουγκάνοφ ως επικεφαλής του κόμματος, θέση που εξακολουθεί να κατέχει. Μετά τη βίαιη διάλυση του ρωσικού Κοινοβουλίου τον Οκτώβριο του 1993, προανάκρουσμα της εγκαθίδρυσης ενός αυταρχικού προεδρικού καθεστώτος, το ΚΚΡΟ αποκτά σχεδόν το μονοπώλιο στην αριστερή πτέρυγα του νέου κομματικού συστήματος. Σε αντάλλαγμα, το κόμμα συμμορφώνεται με έναν σιωπηρό κανόνα: όσες ψήφους και να κερδίσουν, οι κομμουνιστές δεν θα πρέπει να απειλήσουν τον στρατηγικό προσανατολισμό της χώρας. Παραιτούνται ιδίως από την εναντίωση στις ιδιωτικοποιήσεις και στην οικοδόμηση της οικονομίας της αγοράς. Δίνοντας διέξοδο στη δυσαρέσκεια, καθίστανται παράγοντας σταθερότητας για μια μεγάλη περίοδο.

Καθ’ όλη τη διάρκεια των δεκαετιών του 1990 και του 2000, το ΚΚΡΟ παραμένει το κόμμα με τη μεγαλύτερη αγωνιστική βάση (μέχρι και 500.000 μέλη) και το μόνο ικανό να κατεβάσει στον δρόμο δεκάδες χιλιάδες διαδηλωτές. Ο ενθουσιασμός των οπαδών του τού επιτρέπει να διεξάγει επιτυχημένες προεκλογικές εκστρατείες, παρά τους περιορισμένους οικονομικούς πόρους και μια σχεδόν ανύπαρκτη πρόσβαση στην τηλεόραση. Το κόμμα έρχεται πρώτο στις εκλογές του 1995 στη Δούμα και, το 1996, ο Ζιουγκάνοφ φτάνει στον δεύτερο γύρο των εκλογών, πριν χάσει με μικρή διαφορά από τον Γιέλτσιν. Παρά τα πολλά περιστατικά χειραγώγησης που σημάδεψαν την εκλογική διαδικασία1, οι κομμουνιστές αναγνωρίζουν το αποτέλεσμά της.

Μετά την έλευση του Πούτιν στην εξουσία το 2000, το πολιτικό καθεστώς της Ρωσίας προοδευτικά σκληραίνει. Η επιτυχία και η σχετική ανεξαρτησία του ΚΚΡΟ γίνονται ολοένα και λιγότερο ανεκτές από το Κρεμλίνο. Η προεδρική εξουσία υποχρεώνει τους κομμουνιστές ηγέτες να απομακρύνουν όλα τα ριζοσπαστικά στοιχεία και σφίγγει την οικονομική θηλιά γύρω από το κόμμα. Ενώ στις αρχές της δεκαετίας του 2000 οι εισφορές των μελών αποτελούσαν περισσότερο από το μισό των εσόδων του, το 2015 δεν αντιπροσωπεύουν παρά το 6%. Όσο για τη δημόσια χρηματοδότηση, ανέρχεται πλέον στο 89% των πόρων του2.

Η προθυμία με την οποία το ΚΚΡΟ εκπληρώνει τον ρόλο του ως «εποικοδομητική» αντιπολίτευση το κάνει να χάσει αρκετά μέλη (160.000 το 2016), καθώς και την υποστήριξη των ψηφοφόρων. Έκτοτε βρίσκεται σε μια διχοστασία μεταξύ της ανάγκης να παραμείνει πιστό στο Κρεμλίνο και της ανάγκης να κατακτήσει νέους οπαδούς. Το 2011, παρόλο που είναι το πρώτο θύμα της εκλογικής νοθείας, το Κομμουνιστικό Κόμμα απέχει από τις διαδηλώσεις κατά της φαλκίδευσης των βουλευτικών εκλογών, αφήνοντας τη φιλελεύθερη αντιπολίτευση να υψώσει το λάβαρο των πολιτικών ελευθεριών. Εντούτοις, κατά τις προεδρικές εκλογές του Μαρτίου 2018, το ΚΚΡΟ κάνει ένα πρώτο βήμα προς την προσέγγιση των αντιφρονούντων ψηφοφόρων. Χρίζει υποψήφιο τον Πάβελ Γκρουντίνιν, επιχειρηματία υπεύθυνο για ένα πρώην κρατικό αγρόκτημα (σοβχόζ), ο οποίος αναπτύσσει μια ρητορική ριζικά διαφορετική από τη συνήθη συνηγορία υπέρ του κομμουνισμού. Σχεδόν άγνωστος στο ευρύ κοινό, ο υποψήφιος δίνει έμφαση στα τρέχοντα κοινωνικά προβλήματα και όχι στα κατορθώματα και τις επιτυχίες της Σοβιετικής Ένωσης.

Παρά την έκκληση του «εκτός συστήματος» αντιφρονούντα Αλεξέι Ναβάλνι για αποχή από τις εκλογές (στην οποία δεν του επιτράπηκε να συμμετάσχει), ο Γκρουντίνιν έρχεται δεύτερος στον πρώτο γύρο με ποσοστό 11,7% (δηλαδή 8,6 εκατομμύρια ψήφους), κάτι που αποτελεί επίτευγμα σε προεδρικές εκλογές, όπου παραδοσιακά κυριαρχεί ο Πούτιν. Το αποτέλεσμα αυτό δίνει έμπνευση στον Ναβάλνι για μια νέα στρατηγική, την «έξυπνη ψήφο», που εγκαινίασε το φθινόπωρο του 2018. Ο αντιφρονών καλεί τους οπαδούς του να ψηφίσουν υπέρ όποιου υποψηφίου της περιφέρειάς τους βρίσκεται στην καλύτερη θέση έναντι του κυβερνώντος κόμματος Ενωμένη Ρωσία, κάτι που σε γενικές γραμμές σημαίνει τους κομμουνιστές. Αυτή η αλλαγή πορείας έρχεται αμέσως μετά από τις διαδηλώσεις του καλοκαιριού του 2018 κατά της κυβερνητικής απόφασης για αύξηση του ορίου ηλικίας συνταξιοδότησης3. Όντας πολύ αντιδημοφιλές, το μέτρο αυτό ενίσχυσε την αντιπολίτευση, ιδιαιτέρως την κομμουνιστική. Τον Σεπτέμβριο του 2018, το ΚΚΡΟ κερδίζει τις ενδιάμεσες εκλογές στις περιφέρειες του Ιρκούτσκ και της Χακασίας και σε ορισμένες πόλεις των περιφερειών του Ουλιάνοφσκ και της Σαμάρα. Η δυναμική αυτή επιβεβαιώνεται τον Σεπτέμβριο του 2019, όταν οι κομμουνιστές κερδίζουν το ένα τρίτο των εδρών στο δημοτικό κοινοβούλιο της Μόσχας (δεκατρείς από τις σαράντα πέντε έδρες).

Μια παράδοξη κατάσταση προκύπτει: ένα μέρος της μεσαίας τάξης των πόλεων, φιλελεύθερων πεποιθήσεων, αρχίζει να ψηφίζει ενάντια στις ίδιες τις αρχές και τις ιδεολογικές προτιμήσεις της. Η εκλογική γεωγραφία του ΚΚΡΟ εξελίσσεται. Ενώ κατά τις δεκαετίες του 1990 και του 2000 οι ψηφοφόροι του Κομμουνιστικού Κόμματος βρίσκονταν κυρίως μεταξύ των κατοίκων των αγροτικών περιοχών του Νότου της Ρωσίας, σήμερα μεγάλος αριθμός τους προέρχεται από τις βιομηχανοποιημένες περιοχές και τις μεγάλες πόλεις. Στις τελευταίες βουλευτικές εκλογές, τον Σεπτέμβριο του 2021, το ΚΚΡΟ κέρδισε μεγάλο αριθμό ψήφων σε Αικατερινούπολη, Ιρκούτσκ, Χαμπάροφσκ και Τσέλιαμπινσκ, παρόλο που καμία από αυτές τις πόλεις –με πάνω από ένα εκατομμύριο κατοίκους η καθεμία– δεν ανήκε στην «κόκκινη ζώνη» της δεκαετίας του 1990. Στη Μόσχα και στην Αγία Πετρούπολη, όπου οι φιλελεύθερες απόψεις ανέκαθεν ήταν παραδοσιακά ισχυρότερες απ’ ό,τι στην υπόλοιπη χώρα, το ΚΚΡΟ πήρε αντίστοιχα το 22% και το 17,9% των ψήφων, ενώ το φιλελεύθερο κόμμα της αντιπολίτευσης Γιάμπλοκο υπέστη δριμεία ήττα. Το Κομμουνιστικό Κόμμα αποσπάται ξεκάθαρα από την υπόλοιπη αντιπολίτευση: προηγείται με περισσότερες από 10 μονάδες από την ακροδεξιά που ενσαρκώνεται από το Φιλελεύθερο Δημοκρατικό κόμμα της Ρωσίας του Βλαντιμίρ Ζιρινόφσκι, με το οποίο ισοψηφούσε στις βουλευτικές εκλογές του 2016 (γύρω στο 13%).

Παρά την εμφάνιση αυτού του νέου εκλογικού σώματος, το κόμμα δεν έχει εξελιχθεί, είτε όσον αφορά την ιδεολογία είτε όσον αφορά την εσωτερική πολιτική διάρθρωση. Το επίσημο πρόγραμμά του εξακολουθεί να έχει έντονα αποτυπώματα σταλινισμού, εθνικισμού και υπεράσπισης ενός πατερναλιστικού κράτους πρόνοιας, στο πνεύμα των τελευταίων χρόνων της ΕΣΣΔ. Στο πρόγραμμά του, το ΚΚΡΟ υπενθυμίζει την προσήλωσή του στο «δυναμικό μαρξιστικό-λενινιστικό δόγμα» και μετά αποφαίνεται ότι «με αφορμή την αποκατάσταση του καπιταλισμού, το ρωσικό ζήτημα έγινε εξαιρετικά οξύ», καταγγέλλοντας τη «γενοκτονία ενός μεγάλου έθνους» και προβάλλοντας την ανάγκη να προστατευτεί ο ρωσικός πολιτισμός από τις επιθέσεις μιας υλιστικής και χωρίς ψυχή Δύσης.

Μάλιστα, ακολουθώντας την συγκεκριμένη γραμμή, η κομμουνιστική κοινοβουλευτική ομάδα έπαιξε ενεργό ρόλο υπέρ της επίθεσης εναντίον της Ουκρανίας: στις 19 Ιανουαρίου, ενόσω τα ρωσικά στρατεύματα διοργάνωναν ασκήσεις στα σύνορα και την ώρα που οι δυτικοί ηγέτες συνέχιζαν τον διάλογο με τον Πούτιν, έντεκα κομμουνιστές βουλευτές έφεραν στη Δούμα ένα ψήφισμα που ζητούσε από τον Ρώσο πρόεδρο να αναγνωρίσει την ανεξαρτησία των «λαϊκών δημοκρατιών» της ανατολικής Ουκρανίας και να βάλει τέλος στη «γενοκτονία» των πληθυσμών τους. Ένα τέτοιο αίτημα σήμαινε τον τερματισμό των διαπραγματεύσεων γύρω από τις συμφωνίες του Μινσκ (που αναγνωρίζουν το Ντονέτσκ και το Λουχάνσκ ως κομμάτι της Ουκρανίας) και την άμεση πυροδότηση μιας στρατιωτικής σύγκρουσης. Αρχικά, η κοινοβουλευτική πλειοψηφία του κόμματος Ενωμένη Ρωσία δεν υποστήριξε αυτή την πρωτοβουλία, κρίνοντάς την υπερβολικά ριζοσπαστική. Εντούτοις, αυτό ακριβώς το κείμενο, που έναν μήνα αργότερα υιοθετήθηκε με απόλυτη πλειοψηφία από το Κοινοβούλιο, χρησιμοποιήθηκε ως βάση για την εισβολή.

Την πρώτη ημέρα του πολέμου, το Κομμουνιστικό Κόμμα εξέδωσε μια επίσημη ανακοίνωση στην οποία επιβεβαίωνε την πλήρη υποστήριξή του στην πολιτική του Πούτιν για την Ουκρανία, παράλληλα αποφεύγοντας προσεκτικά λέξεις όπως «πόλεμος» ή «στρατιωτικές επιχειρήσεις». Το κείμενο υιοθετούσε τους όρους της επίσημης ρητορικής όσον αφορά την ανάγκη «να αποστρατιωτικοποιηθεί και να αποναζιστικοποιηθεί» η γειτονική χώρα και υποστήριζε ότι ήταν επείγον να εμποδιστούν τα σχέδια των «ΗΠΑ και των δορυφόρων τους στο ΝΑΤΟ που αποσκοπούν στην υποδούλωση της Ουκρανίας». Σε μια νέα ανακοίνωση που δημοσιεύθηκε στις 12 Απριλίου, δηλαδή ενάμιση μήνα αργότερα, το ΚΚΡΟ περιέγραφε την Ουκρανία ως το «παγκόσμιο κέντρο του νεοναζισμού» και έκανε έκκληση για «κινητοποίηση των πνευματικών και οικονομικών πόρων της Ρωσίας για την απώθηση του φιλελεύθερου φασισμού» μέσω της κήρυξης κατάστασης έκτακτης ανάγκης και της επιβολής αυστηρού δημόσιου ελέγχου της οικονομίας στο πλαίσιο της αντιπαράθεσης με τη Δύση.

Στο μεταξύ, οι μόνοι τρεις Ρώσοι βουλευτές που είχαν το θάρρος να καταγγείλουν δημόσια την εισβολή στην Ουκρανία ανήκουν στην κομμουνιστική ομάδα. Ένας εξ αυτών, ο Ολέγκ Σμόλιν, που χαίρει σεβασμού για τη μακροχρόνια μάχη του κατά της ιδιωτικοποίησης της παιδείας, δήλωσε από τις πρώτες κιόλας ημέρες του πολέμου: «Η στρατιωτική ισχύς δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται στην πολιτική παρά μόνο ως έσχατη λύση. Όλοι οι στρατιωτικοί εμπειρογνώμονες μας διαβεβαιώνουν ότι μια στρατιωτική ενέργεια μεγάλης κλίμακας στην Ουκρανία θα είναι κάθε άλλο παρά “υγιεινός περίπατος”. Θλίβομαι για όλες αυτές τις ανθρώπινες ζωές, των δικών μας και των άλλων». Ο Βιάτσεσλαφ Μαρχάιεφ, βουλευτής της Μπουριατίας, εκφράστηκε κι εκείνος αποφασιστικά κατά του πολέμου, δηλώνοντας τη λύπη του για το γεγονός ότι «όλη η εκστρατεία για την αναγνώριση της DNR [“Λαϊκή Δημοκρατία του Ντονέτσκ”] και της LNR [“Λαϊκή Δημοκρατία του Λουχάνσκ”] [έχει] μια κρυφή πρόθεση (…) πολύ διαφορετική [από το αρχικό σχέδιο που εισηγήθηκαν οι κομμουνιστές βουλευτές] (…). Και να ’μαστε τώρα σ’ έναν πόλεμο μεγάλης κλίμακας μεταξύ των δύο κρατών». Η εκλογική περιφέρειά του, που βρίσκεται στη Σιβηρία, κατέχει το ρεκόρ πεσόντων στρατιωτών από την έναρξη των στρατιωτικών επιχειρήσεων.

Πολλοί τοπικοί βουλευτές του ΚΚΡΟ από την Παράκτια Περιφέρεια (στα ρωσικά Πριμόρσκι Κράι), την περιφέρεια του Βορονέζ, τις Δημοκρατίες του Κόμι και της Γιακουτίας τοποθετήθηκαν κι εκείνοι κατά του πολέμου. Έτσι, ένας από τους πιο λαμπρούς εκπροσώπους της νέας γενιάς του κόμματος, ο δημοτικός σύμβουλος της Μόσχας Γεβγκένι Στούπιν, συνίδρυσε έναν αντιπολεμικό συνασπισμό της Αριστεράς, συσπειρώνοντας πολλούς πολιτικούς σχηματισμούς (που δεν εκπροσωπούνται στη Δούμα). Για τους ακτιβιστές αυτούς, η ανοικτή τοποθέτηση κατά του πολέμου έρχεται σε αντίθεση με τη γραμμή των ηγετών του ΚΚΡΟ και συνεπάγεται την αποχώρησή τους από τις τάξεις του. Πολλοί διαγράφηκαν προτού μπορέσουν να επιστρέψουν την κάρτα μέλους τους.

Το αντιπολεμικό στρατόπεδο μοιάζει απομονωμένο

Στα αριστερά του Κομμουνιστικού Κόμματος, άλλες οργανώσεις συμμετείχαν ενεργά στις διαδηλώσεις υπέρ της ειρήνης. Το Ρωσικό Σοσιαλιστικό Κίνημα (που έχει πολλά κοινά χαρακτηριστικά με το Νέο Αντικαπιταλιστικό Κόμμα της γαλλικής ριζοσπαστικής Αριστεράς4) εξέδωσε κοινή δήλωση με το Σοτσιάλνι Ρουχ («Κοινωνικό Κίνημα») της ουκρανικής Αριστεράς, μία από τις ελάχιστες κοινές ρωσο-ουκρανικές πρωτοβουλίες. Το κείμενο καταγγέλλει τον «εγκληματικό» πόλεμο της Ρωσίας και υποστηρίζει όλα τα μέτρα που αποβλέπουν στον τερματισμό της σύγκρουσης, συμπεριλαμβανομένων των κυρώσεων και της προμήθειας αμυντικών όπλων στην Ουκρανία. Μια δήλωση με ακόμη μεγαλύτερη σημασία καθώς οι ουκρανικές υπηρεσίες ασφαλείας στοχοποιούν την τοπική Αριστερά, με την υποψία ότι είναι αντιπατριωτική. Όσο για τους Ρώσους αναρχικούς του Αφτανόμναϊε Ντιέιστβιε («Αυτόνομη Δράση»), κάλεσαν τους Ρώσους στρατιώτες «να λιποτακτήσουν, να μην υπακούσουν στις εγκληματικές διαταγές και να εγκαταλείψουν άμεσα την Ουκρανία».

Ο πόλεμος με την Ουκρανία δεν έκανε τίποτα άλλο παρά να ολοκληρώσει τη διαίρεση μεταξύ των νοσταλγών της παλαιάς κρατικής ισχύος της ΕΣΣΔ και όσων θεωρούν την αριστερή τοποθέτησή τους ως δέσμευση υπέρ ενός δημοκρατικού σχεδίου, αντιαυταρχικού και στραμμένου προς το μέλλον. Σήμερα, και ενώ κάθε έκκληση για αντίσταση στην επίθεση που ξεκίνησε η ίδια τους η κυβέρνηση δημιουργεί κίνδυνο καταστολής και εχθρικής στάσης εκ μέρους της πλειοψηφίας της ρωσικής κοινωνίας, το στρατόπεδο της αντιπολεμικής Αριστεράς μοιάζει απομονωμένο. Να υπενθυμίσουμε ότι το 1917, ενόσω μαινόταν ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος, εκείνοι που καλούσαν τους Ρώσους στρατιώτες να παρακούσουν τις διαταγές των αξιωματικών τους κατέκτησαν, ενάντια σε κάθε προσδοκία, την εξουσία. Και η δημιουργία της Ουκρανίας στα τωρινά αναγνωρισμένα σύνορά της δίνει στον Πούτιν έναν ακόμη λόγο να απεχθάνεται τον Λένιν.


  1. Βλ. Hélène Richard, «Quand Washington manipulait la présidentielle russe», «Le Monde diplomatique», Μάρτιος 2019.
  2. «Οικονομικές δραστηριότητες των κομμάτων την παραμονή της εκλογής των βουλευτών στην Κρατική Δούμα» (στα ρωσικά), Golos, 4 Αυγούστου 2016.
  3. Βλ. Karine Clément, «Συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση στη Ρωσία: Το αντικοινωνικό πρόσωπο του Βλαντίμιρ Πούτιν», «Le Monde diplomatique – ελληνική έκδοση», 16 Δεκεμβρίου 2018, monde-diplomatique.gr.
  4. (Σ.τ.Ε) Μετεξέλιξη της Επαναστατικής Κομμουνιστικής Λίγκας, το 2009. Ο επικεφαλής, Φιλίπ Πουτού, πήρε 0,8% στις προεδρικές εκλογές του 2022.

Μπορεί να σας ενδιαφέρουν επίσης:

Πρόσφατα άρθρα

Ιαπωνία: Η «μεγάλη φυγή» από τον δημόσιο τομέα

Απέχοντας παρασάγγας από την κοινότοπη εικόνα του δημοσίου υπαλλήλου που ζει μακριά από τις αντιξοότητες της ζωής, οι ανώτεροι υπάλληλοι του ιαπωνικού κράτους εργάζονται κάτω από εξαντλητικές συνθήκες εργασίας, πραγματοποιώντας έως και τριακόσιες ώρες υπερωριών ανά μήνα. Οι εργατικοί νόμοι της χώρας –ήδη ελάχιστα προστατευτικοί– δεν έχουν εφαρμογή στην ιδιαίτερη αυτή ομάδα εργαζομένων. Όλο και περισσότεροι εγκαταλείπουν τις θέσεις τους στα υπουργεία, προκαλώντας μια πρωτοφανή κρίση.

Τείχη από άμμο φράζουν τα περάσματα της Σαχάρας

Η κατασκευή ενός τείχους ή ενός φράχτη για την προστασία των συνόρων είναι πλέον ένα συνηθισμένο φαινόμενο σε ολόκληρο τον κόσμο. Η πρακτική έχει εξαπλωθεί και στην αφρικανική ήπειρο, με στόχο την παρεμπόδιση των μεταναστευτικών ροών. Με διακριτικότητα, από το Μαρόκο και την Αλγερία έως τον Νίγηρα, οι κυβερνήσεις υψώνουν τείχη από άμμο, φυλασσόμενα από πλήθος αστυνομικών και στρατιωτών και επιτηρούμενα από κάμερες.

Μακρόν δεσμώτης

Μετά την απώλεια της πλειοψηφίας στις βουλευτικές εκλογές, ο Εμμανουέλ Μακρόν προσπαθεί να πείσει ότι η αντιπροσωπευτικότερη Εθνοσυνέλευση που εκλέχθηκε αποτελεί πρόβλημα γιατί τον εμποδίζει να κυβερνήσει. Όμως στην πραγματικότητα το μόνο πρόβλημα είναι η άνοδος της ακροδεξιάς.

ΔΝΤ: Τα τρία πιο μισητά γράμματα στον κόσμο

Πέπλο μυστηρίου καλύπτει το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, με τους κανόνες του να μοιάζουν να μεταβάλλονται ανάλογα με τις πολιτικές στοχεύσεις: δρακόντεια λιτότητα για κάποιους, γενναιοδωρία χωρίς όρια για άλλους. Ας επιχειρήσουμε μια κατάδυση στην καρδιά ενός παγκόσμιου θεσμού.

Ημερολόγιο

Δε Τρ Τε Πε Πα Σα Κυ
1234567
891011121314
15161718192021
22232425262728
293031  

Social