Share on facebook
Share on twitter
Share on skype
Share on whatsapp
Share on print
Share on email

Στο Κασμίρ, ο Ινδουισμός ξεσπαθώνει

Την περασμένη Κυριακή, η αστυνομία της Ινδίας κατηγόρησε έναν αξιωματικό του στρατού και δύο συνεργούς του ότι «φύτεψαν» όπλα σε τρεις εργάτες που σκοτώθηκαν στο Κασμίρ ώστε να τους κάνει να δείχνουν ως ένοπλοι μαχητές. Ο θάνατός τους, τον περασμένο Ιούλιο είχε ξεσηκώσει θύελλα διαμαρτυριών. Μετά την επανεκλογή του, τον Μάιο του 2019, ο Ινδός πρωθυπουργός Ναρέντα Μόντι πολλαπλασιάζει τις επιθέσεις ενάντια στους μουσουλμάνους. Στις 31 Αυγούστου 2019, αφαίρεσε την ινδική υπηκοότητα από 1,9 εκατομμύρια μουσουλμάνους του Ασάμ. Τρεις εβδομάδες νωρίτερα, είχε καταργήσει το ειδικό καθεστώς του ομόσπονδου κρατιδίου του Τζαμού και Κασμίρ το οποίο χώρισε σε δύο «εδάφη της Ινδικής Ένωσης» για να μπορούν να ελέγχονται καλύτερα. Στο εσωτερικό, η πολιτική του ικανοποιεί τον αυξανόμενο ινδουιστικό εθνικισμό. Στο εξωτερικό, δεν υπήρξαν ιδιαίτερες αντιδράσεις, μέχρι τον περασμένο Φεβρουάριο, όταν ο Τούρκος πρόεδρος Ερντογάν δήλωσε την αλληλεγγύη της χώρας του με την μουσουλμανική περιοχή ανοίγοντας άλλο ένα διπλωματικό μέτωπο με την Ινδία.

Η κατάργηση του άρθρου 370 του ινδικού Συντάγματος, που εγγυούνταν την αυτονομία του ομόσπονδου κρατιδίου Τζαμού και Κασμίρ, προετοιμάστηκε με κάθε μυστικότητα και υλοποιήθηκε με προεδρικό διάταγμα που εκδόθηκε καταμεσής του καλοκαιριού, στις 5 Αυγούστου 2019. Όπως υποστηρίζει ο συγγραφέας και δημοσιογράφος Πρεμ Σανκάρ Τζα, ο συγκεκριμένος πολιτικός ελιγμός άγγιζε τα όρια του «συνταγματικού πραξικοπήματος και αποτελεί απόλυτη προδοσία του λαού του Κασμίρ και του ινδικού Συντάγματος»1.

Το χτύπημα ήταν καλά προετοιμασμένο.

Μερικές ημέρες νωρίτερα, το Νέο Δελχί, επικαλούμενο υποτιθέμενες «απειλές για την ασφάλεια», είχε απομακρύνει τους ξένους τουρίστες από την κοιλάδα του Κασμίρ, όπως και τους ινδουιστές προσκυνητές που μετέβαιναν στο Άρμαναθ των Ιμαλαΐων. Χιλιάδες στρατιώτες αναπτύχθηκαν στην περιοχή και προστέθηκαν στους 500.000 άνδρες που υπηρετούν εκεί. Συνελήφθησαν 4.000 περίπου άτομα, θεωρούμενα ως δυνητικοί «ταραχοποιοί». Ανάμεσά τους πολιτικοί ηγέτες, ακόμα και φιλο-Ινδοί, μέλη πολιτικών οργανώσεων και δομών της κοινωνίας των πολιτών, δικηγόροι, πανεπιστημιακοί, δημοσιογράφοι, επιχειρηματίες και απλοί πολίτες (μεταξύ των οποίων και ανήλικοι).

Λίγο πριν από την έκδοση του διατάγματος διακόπηκαν οι συγκοινωνίες, τα δίκτυα τηλεφώνου και Ίντερνετ, έκλεισαν τα σχολεία, απαγορεύτηκαν οι συναθροίσεις άνω των πέντε ατόμων και επιβλήθηκαν σημαντικοί περιορισμοί στην κυκλοφορία. Το Τζαμού και Κασμίρ παρέμεινε απομονωμένο και σχεδόν αποκομμένο από τον υπόλοιπο κόσμο μέχρι τα τέλη Σεπτεμβρίου 2019. Και, αντίθετα απ’ ό,τι ισχυρίζεται το Νέο Δελχί, η ομαλότητα κάθε άλλο παρά έχει επιστρέψει.

Μέχρι εκείνη τη στιγμή, το ομόσπονδο κρατίδιο διέθετε τη δική του εκλεγμένη Βουλή, το δικό του Σύνταγμα και τη δική του σημαία. Επιπλέον, το άρθρο 35Α απαγόρευε σε μη κατοίκους του Κασμίρ να αποκτούν ακίνητα και να εργάζονται στο δημόσιο. Καταργώντας αυτές τις διατάξεις, το Νέο Δελχί σκοπεύει να αλλάξει την τοπική δημογραφία. Ο πρωθυπουργός Ναρέντα Μόντι δηλώνει συχνά ότι εμπνέεται από το Ισραήλ, το οποίο θαυμάζει για τον τρόπο με τον οποίο «ελέγχει» τον παλαιστινιακό πληθυσμό στη Γάζα και στη Δυτική Όχθη. «Δεν θέλουμε να μετατραπεί το Κασμίρ σε Παλαιστίνη», ανταπαντά ο Μανίς Τεβάρι, στέλεχος του Κόμματος του Κογκρέσου, βασικού σχηματισμού της αντιπολίτευσης.

Πρώην πριγκιπάτο

Από τη φυλακή όπου κρατούνταν εκείνη την περίοδο (απελευθερώθηκε τον Οκτώβριο του 2020 με απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Ινδίας), η Μεχμπούμπα Μουφτί, η πρώτη γυναίκα που ανέλαβε την κυβέρνηση του Τζαμού και Κασμίρ, κατόρθωσε να δώσει συνέντευξη στο BBC στις αρχές Αυγούστου 2019: «Η συγκεκριμένη απόφαση θα μετατρέψει την Ινδία σε δύναμη κατοχής στο Τζαμού και Κασμίρ. (…) Διαλύοντας το ομόσπονδο κρατίδιο και στερώντας μας δολίως από όσα δικαιωματικώς μάς ανήκουν, κατέστησαν ακόμη πιο πολύπλοκη τη διένεξη στο Κασμίρ. Θέλουν ακριβώς την κατοχή των εδαφών μας και τη μετατροπή του πλειοψηφικά μουσουλμανικού κρατιδίου σε ένα κρατίδιο όπως τα υπόλοιπα, περιορίζοντάς μας στο επίπεδο μιας ανίσχυρης μειοψηφίας»2.

Η διεθνής έκταση εκείνου που ο Μόντι περιγράφει ως μια «καθαρά εσωτερική υπόθεση» είναι τέτοια ώστε θα μπορούσε να εξελιχθεί σε μια μείζονα αντιπαράθεση, ακόμα και σε πόλεμο σε αυτήν την ασταθή περιοχή όπου δύο πυρηνικές δυνάμεις, η Ινδία και το Πακιστάν, αντιπαρατίθενται από το 1947, οπότε και απέκτησαν την ανεξαρτησία τους από το Ηνωμένο Βασίλειο. Οι δύο χώρες έχουν εμπλακεί σε τρεις πολέμους: το 1947-1948 και το 1965 στο Κασμίρ –που εξακολουθεί να αποτελεί μήλο της έριδας– και το 1971 στο Ανατολικό Πακιστάν, το οποίο στη συνέχεια μετονομάστηκε σε Μπαγκλαντές. Επίσης, ο έλεγχος του παγετώνα Σιατσέν αποτελεί αφορμή για σποραδικές μάχες από το 1984.

Η αυταρχική απόφαση του Μόντι, που συμβαδίζει με το όραμά του για μετατροπή της Ινδίας σε εθνική εστία του ινδουισμού (hindu rashtra), βύθισε στο χάος και στην αβεβαιότητα αυτή την περιοχή των Ιμαλαΐων. Έτυχε σημαντικής υποστήριξης στη χώρα, όπου εξαπλώνεται ο ινδουιστικός υπερεθνικισμός και κυριαρχεί μια πολιτική εθνικής ταυτότητας. Η ινδουιστική πλειοψηφία θεωρεί ότι η μουσουλμανική μειοψηφία, κυρίως στο Κασμίρ, έχει επωφεληθεί από τεράστια δώρα, με τα οποία επιχειρήθηκε να την καλοπιάσουν. Η θυματοποίηση των ινδουιστών βρίσκεται σήμερα στην καρδιά της εθνικής αφήγησης. Σύμφωνα με τους ιδεολόγους του καθεστώτος, το Κασμίρ αποτελεί τμήμα της Ινδίας και οφείλει να έχει την ίδια αντιμετώπιση με οποιοδήποτε άλλο κρατίδιο της Ινδικής Ένωσης. Ξεχνούν βέβαια ότι, τη στιγμή της ανακήρυξης της Ανεξαρτησίας, τα εδάφη του Κασμίρ δεν ανήκαν στην Ινδία, ούτε εξάλλου και στο Πακιστάν.

Η μακρά, σύνθετη και πολυκύμαντη ιστορία του Κασμίρ αποτελείται από μια μεγάλη σειρά πολιτικών και στρατιωτικών αναταραχών, οι περισσότερες από τις οποίες οφείλονται στο Ηνωμένο Βασίλειο και στην αποικιακή κληρονομιά του. Όταν οι Βρετανοί αποσύρθηκαν από την ινδική χερσόνησο, μονάχα ένα τμήμα αυτών των εδαφών –οι Βρετανικές Ινδίες– βρισκόταν υπό τον έλεγχο του αγγλικού στέμματος. Το υπόλοιπο αποτελούνταν από 565 «κυρίαρχα» πριγκιπικά κράτη, τα οποία διοικούσαν μικροί και μεγάλοι ρατζά, ναβάμπ (κληρονομικοί διοικητές) και μαχαραγιάδες. Ορισμένοι από αυτούς διοικούσαν αχανή βασίλεια, άλλοι μια χούφτα χωριά μονάχα. Το μεγαλύτερο και το πλέον ποικιλόμορφο από γλωσσική και πολιτισμική άποψη ήταν το Κασμίρ.

«Στην κεντρική κοιλάδα που περιβάλλει την πόλη του Σριναγκάρ», γράφει ο Τσαντρασεκχάρ Ντασγκούπτα σε ένα εξαιρετικά τεκμηριωμένο έργο, «η κυρίαρχη γλώσσα ήταν τα κασμίρι, τα οποία μιλούσε τόσο η μουσουλμανική πλειοψηφία όσο και η ινδουιστική μειοψηφία. Στα νότια απλωνόταν η επαρχία του Τζαμού, όπου η πλέον διαδομένη γλώσσα, τόσο των μουσουλμάνων στο δυτικό τμήμα όσο και των ινδουιστών στο ανατολικό τμήμα του, ήταν τα ντογκρί. Το Λαντάκ, μια περιοχή σε μεγάλο υψόμετρο στο βορειοανατολικό τμήμα του πριγκιπάτου, κατοικούνταν από βουδιστές που παρουσίαζαν σημαντικές θρησκευτικές και γλωσσικές συγγένειες με το γειτονικό Θιβέτ. Το Μπαλτιστάν, δυτικά του Λαντάκ, κατοικούνταν από έναν λαό που προερχόταν από μια γειτονική εθνότητα, αλλά κατά κύριο λόγο ήταν σιίτες μουσουλμάνοι. Βορειότερα, οι πιο πυκνοκατοικημένες κοιλάδες του Γκιλγκίτ φιλοξενούσαν μια εντυπωσιακή ποικιλία τοπικών πολιτισμών και διαλέκτων. Τέλος, στο δυτικό τμήμα του πριγκιπάτου υπήρχε μια λωρίδα που είχε κοινά εθνοτικά και γλωσσικά σημεία με το Πακιστάν. Οι πληθυσμοί αυτών των περιοχών ήταν κατά κύριο λόγο μουσουλμάνοι, με σημαντικές μειονότητες ινδουιστών και Σιχ, κυρίως στο Μιρπούρ»3. Ο μοναδικός παράγοντας ενότητας σε αυτά τα διάσπαρτα εδάφη με μουσουλμανική πλειοψηφία ήταν… ο ινδουιστής μονάρχης τους.

Εγκαταλείποντας την Ινδία, οι Βρετανοί τής έκαναν ένα δηλητηριασμένο δώρο: δήλωσαν στους τοπικούς ηγεμόνες ότι ανακτούσαν την εθνική κυριαρχία τους και είχαν δύο επιλογές: είτε να ενταχθούν στην Ινδία είτε στο Πακιστάν4. Όμως, το Κασμίρ συνόρευε και με τις δύο χώρες. Δεδομένου ότι το Πακιστάν είχε δημιουργηθεί για να φιλοξενήσει τους μουσουλμάνους της Ινδίας, θεωρούσε ότι νομιμοποιούνταν να αποκτήσει το Κασμίρ. Αυτό όμως δεν εμπόδισε την Ινδία να το διεκδικήσει και εκείνη. Καθώς ο μαχαραγιάς του Κασμίρ Χάρι Σινγκ δεν κατέληγε σε τελική απόφαση, ζήτησε παράταση της προθεσμίας. Όμως, το Πακιστάν διαφωνούσε απόλυτα με μια τέτοια προοπτική: αποφάσισε να πάρει την κατάσταση στα χέρια του, στέλνοντας στο Κασμίρ μισθοφόρους Παστούν5 που υποστηρίζονταν από στρατιώτες του τακτικού στρατού. Περικυκλωμένος, ο Χάρι Σινγκ ζήτησε τη στρατιωτική βοήθεια της Ινδίας, στην οποία κατέφυγε και, στις 26 Οκτωβρίου 1947, υπέγραψε την πράξη ένταξης του Κασμίρ στην Ινδία.

Όταν ο Τζαβαχαρλάλ Νεχρού, ο τότε Ινδός πρωθυπουργός, προσέφυγε στον ΟΗΕ, ο διεθνής οργανισμός ζήτησε στις 13 Αυγούστου 1948 από το Πακιστάν και από την Ινδία να αποσύρουν τα στρατεύματά τους και στη συνέχεια να διοργανωθεί δημοψήφισμα στο οποίο θα εκφραζόταν η αυτοδιάθεση του πληθυσμού. Αφού το Πακιστάν αρνήθηκε να εγκαταλείψει τα εδάφη που κατείχε, η Ινδία διατήρησε και εκείνη τα στρατεύματά της και δεν κατέστη ποτέ εφικτή η διεξαγωγή του δημοψηφίσματος. Το 1962, η Κίνα κατέλαβε με τη σειρά της ένα τμήμα του Κασμίρ μετά τη στρατιωτική νίκη της επί της Ινδίας.

Όπως εξηγεί ο συνταγματολόγος Αμάν Χινγκορανί, «όλα τα πριγκιπάτα που εντάχθηκαν στην Ινδική Ένωση παραιτήθηκαν από τα κυριαρχικά δικαιώματά τους σε τρεις σημαντικούς τομείς: την άμυνα, την εξωτερική πολιτική και τις επικοινωνίες, ενώ προέβησαν και σε ορισμένες άλλες, ήσσονος σημασίας, παραχωρήσεις. Ορισμένα υπέγραψαν συμπληρωματικές συμφωνίες, αλλά το Τζαμού και Κασμίρ αρνήθηκε. Για οτιδήποτε δεν αφορά αυτούς τους τρεις θεμελιώδεις τομείς, η Ινδική Ένωση οφείλει να ζητήσει την έγκριση του Τζαμού και Κασμίρ. (…) Αυτήν ακριβώς την κατάσταση εκφράζει το άρθρο 370 του ινδικού Συντάγματος»6.

Αντίθετα απ’ ό,τι συμβαίνει με τους κατοίκους των υπόλοιπων πρώην πριγκιπάτων, ο πληθυσμός του Κασμίρ ποτέ δεν αποδέχθηκε εντελώς την ινδική κυριαρχία και δεν αισθάνεται διόλου ότι ανήκει στην Ινδική Ένωση. Το 1987, η χειραγώγηση των τοπικών εκλογών από το Νέο Δελχί, το οποίο προσπαθούσε να εξασφαλίσει τη νίκη στους συμμάχους του, πυροδότησε μια εξέγερση7. Το Πακιστάν εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία που του προσέφερε αυτή η έκρηξη οργής και δεν άργησε να πυροδοτηθεί ο φαύλος κύκλος της βίας. Οι ινδικές δυνάμεις αντιμετωπίζουν με καταστολή τους ακτιβιστές του Κασμίρ, στο όνομα του αγώνα ενάντια στις τρομοκρατικές επιθέσεις που οργανώνονται από ντόπιους ή κατευθύνονται από την Inter-Services Intelligence (ISI), την πανίσχυρη πακιστανική υπηρεσία πληροφοριών. Το Ισλαμαμπάντ με τη σειρά του χρηματοδοτεί ή ανέχεται τη δράση ομάδων που πραγματοποιούν τρομοκρατικές επιθέσεις στο ινδικό έδαφος.

Στην περιοχή του Σριναγκάρ (με το 95% του πληθυσμού να είναι μουσουλμάνοι) επικρατεί πλήρης απογοήτευση για την ολοένα αυταρχικότερη στάση της ινδικής κυβέρνησης. Από το 1989, στο Τζαμού και Κασμίρ επικρατεί εξέγερση κατά της Ινδίας, της οποίας η ένταση ποικίλλει ανάλογα με την περίοδο. Η σύγκρουση είναι τριμερής, καθώς σε αυτήν εμπλέκονται η Ινδία, το πρώην πριγκιπάτο του Τζαμού και Κασμίρ και το Πακιστάν, που προσφέρει ηθική, υλική και οικονομική υποστήριξη στην εξέγερση.

Μετά τη διά της βίας επιβολή των επιθυμιών του Μόντι, το Πακιστάν ελπίζει ότι θα υπάρξει διεθνής καταδίκη της Ινδίας, κάτι που πιθανότατα θα οδηγούσε τις εντάσεις σε παροξυσμό. Ο Συνασπισμός της Κοινωνίας των Πολιτών του Τζαμού και Κασμίρ (JKCCS), με έδρα το Σριναγκάρ, αναφέρει ότι, μόνο το 2018, 586 άτομα έχασαν τη ζωή τους λόγω της σύγκρουσης: 267 μέλη ένοπλων ομάδων, 159 άνδρες των σωμάτων ασφαλείας και 160 άμαχοι. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του Σουμάντρα Μπόουζ, καθηγητή συγκριτικής διεθνούς πολιτικής στο London School of Economics, από το 1989 έχουν σκοτωθεί 40.000 άτομα8. Ορισμένοι κάνουν λόγο για 70.000 από το 1947. Όσο για την ινδική κυβέρνηση, αρνείται να δώσει στη δημοσιότητα τους σχετικούς αριθμούς.

Η ανάκληση της αυτονομίας του Τζαμού και Κασμίρ παρουσιάζει πολλές ομοιότητες με μια ντε φάκτο προσάρτηση, που θα μπορούσε να οδηγήσει στη μετατροπή της Ινδίας σε κατοχική δύναμη. Από την πλευρά τους, οι κάτοικοι του Λαντάκ –με την αξιοσημείωτη εξαίρεση των σιιτών μουσουλμάνων της επαρχίας Καργκίλ– είναι μάλλον ικανοποιημένοι από το γεγονός ότι η περιοχή τους διαχωρίζεται από εκείνη των μουσουλμάνων του Κασμίρ. Συμμερίζονται όμως τις ανησυχίες των τελευταίων για μαζική άφιξη Ινδών κερδοσκόπων επιχειρηματιών και για ενδεχόμενο κύμα αγορών της γης τους, σε μια περιοχή που ήδη βρίσκεται αντιμέτωπη με τις συνέπειες του μαζικού τουρισμού. Στην Ινδία, ομάδες άσκησης πίεσης έχουν ήδη επιδοθεί σε δικαστικό αγώνα για να αναγνωριστεί η αντισυνταγματικότητα του διατάγματος. Η υπόθεση εκκρεμεί ενώπιον του Ανώτατου Δικαστηρίου.

Στο μεταξύ, πέρα από τη σφοδρή καταδίκη εκ μέρους του Ισλαμαμπάντ και τις επικρίσεις του Πεκίνου, η σιωπή της «διεθνούς κοινότητας» είναι εκκωφαντική. Κατά την επίσκεψη του Μόντι στην Γαλλία στις 22 Αυγούστου 2019, ο Εμμανουέλ Μακρόν, επιθυμώντας διακαώς να πουλήσει στην Ινδία ακόμα περισσότερα μαχητικά αεροσκάφη Rafale και να συνάψει ακόμη περισσότερες επωφελείς οικονομικές συμφωνίες, απέφυγε να σχολιάσει τον περιορισμό των ατομικών ελευθεριών, την αυθαίρετη φυλάκιση πολιτικών ηγετών και την απόλυτη λογοκρισία του Τύπου, εκτιμώντας ότι εναπόκειται «στην Ινδία και στο Πακιστάν να επιλύσουν αυτήν τη διαφορά τους, στο πλαίσιο του διμερούς διαλόγου».

Στις 9 Σεπτεμβρίου, η Μισέλ Μπασελέ, Ύπατη Αρμοστής του ΟΗΕ για τα ανθρώπινα δικαιώματα, ανακοίνωσε ότι απηύθυνε «ιδιαίτερη έκκληση στην Ινδία να προβεί στην ελάφρυνση των μέτρων απαγόρευσης κυκλοφορίας και των λοιπών περιορισμών, να εξασφαλίσει την πρόσβαση του πληθυσμού στις στοιχειώδεις υπηρεσίες και να σεβαστεί το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη όλων των ατόμων που κρατούνται». Μόλις και μετά βίας μια ελαφρότατη αποδοκιμασία, μια αμελητέα επίπληξη.

Απόλυτη συσκότιση στα ΜΜΕ

Αυτή η «εξαιρετικά επικίνδυνη κατάσταση», σύμφωνα με τον Σιντάρτ Βαρανταρατζάν, ιδρυτή της ανεξάρτητης ενημερωτικής ιστοσελίδας Thewire.ind, «μπορεί να έχει σημαντικές αρνητικές επιπτώσεις σε τρία επίπεδα. Καταρχάς, από την άποψη της παραβίασης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων εντός του Κασμίρ. Στη συνέχεια, όσον αφορά τη θέση της Ινδίας στη διεθνή σκηνή: ο Μόντι αμαύρωσε το δημοκρατικό κύρος της χώρας. Τέλος, όλα αυτά δημιουργούν σοβαρά προβλήματα στη λειτουργία της δημοκρατίας, καθώς παρόμοια μέτρα μπορούν να ληφθούν ενάντια σε ομόσπονδα κρατίδια που θεωρούνται απείθαρχα ή εχθρικά απέναντι στην κυβέρνηση»9 –κρατίδια που με τη σειρά τους θα μπορούσαν να χάσουν την αυτονομία τους και να μετατραπούν σε «εδάφη της Ινδικής Ένωσης», απευθείας διοικούμενα από το Νέο Δελχί.

Παρά την απόλυτη συσκότιση στα ΜΜΕ και τα άρθρα υπέρ της Ινδίας από πρόθυμους δημοσιογράφους, αρχίζουν να υπάρχουν ρεπορτάζ για τις διαδηλώσεις, τις ανταλλαγές πυροβολισμών, τα βασανιστήρια και τις συλλήψεις που πραγματοποιούνται κατά κόρον από την αστυνομία, αλλά και για διαδηλωτές τυφλωμένους από τα χοντρά μολύβδινα σκάγια που χρησιμοποιούν κατά του πλήθους οι αστυνομικές δυνάμεις.

«Καθώς ο αριθμός των θυμάτων μεγαλώνει»,συνοψίζει ο Πρεμ Σανκάρ Τζα,«χιλιάδες νεαροί του Κασμίρ που κρατούσαν αποστάσεις από την εξέγερση θα πυκνώσουν τις τάξεις των εξεγερμένων. Εάν δώσουμε βάση στις δηλώσεις της Οργάνωσης του Ισλαμικού Κράτους, τζιχαντιστές από τη Μέση Ανατολή, ακόμα και από την Ευρώπη, θα μπορούσαν να διεισδύσουν στις κοιλάδες του Κασμίρ, παρ’ όλους τους ελέγχους των δυνάμεων ασφαλείας. Κάτω από την αυξανόμενη λαϊκή πίεση, υπάρχει ο κίνδυνος το Ισλαμαμπάντ να χαλαρώσει τον έλεγχό του στις ομάδες των τζιχαντιστών (τανζίμ, tanzeem), ισχυριζόμενο ότι δεν μπορεί πλέον να τις συγκρατήσει. Θα ξεσπάσει τότε ένας μακροχρόνιος και αιματηρός πόλεμος που θα σηματοδοτήσει την εξάπλωση της τρομοκρατίας στην υπόλοιπη Ινδία, στην οποία δεν λείπουν οι αδύναμοι κρίκοι. Για να αντιμετωπίσει την απειλή, η χώρα θα μετατραπεί σε αστυνομικό κράτος. Οι προσεκτικά σκηνοθετημένες διαμάχες με ψευδές και χαλκευμένο διακύβευμα, θα πολλαπλασιαστούν. Οι μουσουλμάνοι θα αποτελούν τα κυριότερα θύματα. Όλα αυτά θα σημάνουν την αρχή του τέλους για την Ινδία όπως την γνωρίζαμε μέχρι σήμερα». Μια εξαιρετικά σκοτεινή προοπτική.

  1. Εάν δεν υπάρχει αναφορά περί του αντιθέτου, όλες οι παραπομπές προέρχονται από συναντήσεις με τη συντάκτρια του άρθρου. Βλ. Pre Shankar Jha, «Kashmir 1047. Rival Versions of History», Oxford University Press, 1996.
  2. BBC, 6 Αυγούστου 2019.
  3. Chandrashekhar Dasgupta, «War and Diplomacy in Kashmir 1947-1948», Sage Publications, Νέο Δελχί, 2002.
  4. (Σ.τ.Μ.) Το οποίο μέχρι το 1971 περιλάμβανε επίσης και το σημερινό Μπαγκλαντές.
  5. (Σ.τ.Μ.) Εθνοτική ομάδα που ζει στο Πακιστάν και στο Αφγανιστάν (στο πρώτο αποτελεί μειονότητα, στο δεύτερο την πλειοψηφία).
  6. Βλ. Aman Higorani, «Unravelling the Kashmir Knot», Sage Publications, 2016.
  7. Βλ. Alexandre Dastarac και M. Levant, «Montée des périls au Cachemire», «Le Monde diplomatique», Μάρτιος 1990.
  8. Sumantra Bose, «Kashmir. Roots of Conflict, Paths to Peace», Harvard University Press, Κέιμπριτζ, Μασσαχουσέτη, 2005.
  9. (Σ.τ.Μ.) Ορισμένα ομόσπονδα κρατίδια αξιοποιούν τα μεγάλα περιθώρια ελευθερίας στην άσκηση της εσωτερικής πολιτικής που παρέχει το Σύνταγμα και διαφοροποιούνται από τις εθνικές πολιτικές. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Κεράλα η οποία έχει πολύ συχνά κυβέρνηση κομμουνιστών και έχει σημειώσει σημαντικές επιτυχίες στην αύξηση του αλφαβητισμού, της υγειονομικής περίθαλψης του πληθυσμού και, γενικότερα, αύξηση του βιοτικού επιπέδου.

Μπορεί να σας ενδιαφέρουν επίσης:

Πρόσφατα άρθρα

Η αυτοκρατορία δεν καταθέτει τα όπλα

Οι Ηνωμένες Πολιτείες ποτέ δεν μένουν για πολύ ταπεινωμένες. Έναν μήνα μετά την ήττα τους στο Αφγανιστάν, η αυτοκρατορική τάξη αποκαταστάθηκε. Το μαρτυρά το ράπισμα που δέχτηκε το Παρίσι από την Ουάσιγκτον.

Quo Vadis Deutschland? Μετεκλογικά ερωτήματα και στρατηγικές προκλήσεις για την Γερμανία

Ο σχηματισμός της νέας ομοσπονδιακής κυβέρνησης θα χρειαστεί ακόμα αρκετές ημέρες ή και εβδομάδες. Στην καρδιά των συζητήσεων βρίσκονται οι διαφορές, όχι μόνο με κομματικό πρόσημο αλλά και οι οραματικές αποκλίσεις των κομμάτων. Είναι η προσπάθεια της μετα-μερκελικής Γερμανίας από τη μία να διατηρήσει το στάτους της και από την άλλη να βαδίσει προς ένα μέλλον που διαμορφώνεται από νέες προκλήσεις.

Πώς νίκησαν οι Ταλιμπάν

Η επέμβαση της Δύσης στο Αφγανιστάν τερματίζεται σε συνθήκες χάους και κλονίζει την αξιοπιστία των ΗΠΑ. Και το ερώτημα παραμένει: πώς οι Ταλιμπάν κατάφεραν να επιβληθούν;

Γιατί επέζησε το συριακό καθεστώς

Ενώ θεωρούνταν ξοφλημένος την άνοιξη του 2011, ο Μπασάρ αλ Άσαντ διασώθηκε από τις στρατιωτικές παρεμβάσεις της Ρωσίας, του Ιράν και της λιβανέζικης Χεζμπολάχ. Η επιβίωσή του οφείλεται επίσης σε μεγάλο βαθμό στην κοινότητά του, τους αλαουΐτες, καθώς και στον απόλυτο έλεγχο που ασκεί η οικογένειά του στην κοινωνία και στο κράτος.

Ημερολόγιο

Δε Τρ Τε Πε Πα Σα Κυ
 123
45678910
11121314151617
18192021222324
25262728293031

Social