Share on facebook
Share on twitter
Share on skype
Share on whatsapp
Share on print
Share on email

Τεταμένος διάλογος μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης

O Λευκός Οίκος προχώρησε στην αναθέρμανση των συνομιλιών με το Ιράν, προκειμένου να επιτευχθεί μια νέα συμφωνία για τον έλεγχο των πυρηνικών σχεδίων της Ισλαμικής Δημοκρατίας. Οι διαπραγματεύσεις προκαλούν αφενός την εχθρότητα της Σαουδικής Αραβίας, ανήσυχης μετά τις επανειλημμένες επικρίσεις του Μπάιντεν εναντίον της, και αφετέρου του Ισραήλ, παρά το γεγονός ότι έχει εξασφαλίσει την αμερικανική αδράνεια στο παλαιστινιακό ζήτημα. Ωστόσο, εξαιτίας των πρόσφατων εξελίξεων οι ΗΠΑ ανέλαβαν από το περασμένο Σαββατοκύριακο κεντρικό ρόλο στις διαπραγματεύσεις για την παύση των εχθροπραξιών.

Αμέσως μόλις εξελέγη, ο Τζο Μπάιντεν δήλωσε ότι η Αμερική «επέστρεψε» και ότι η χώρα του ήταν «έτοιμη να καθοδηγήσει τον κόσμο, όχι να απομακρυνθεί από αυτόν. Έτοιμη να αντιμετωπίσει τους αντιπάλους της και όχι να παραγκωνίσει τους συμμάχους της. Και έτοιμη να υπερασπιστεί τις αξίες της». Ο σταρ των τηλε-ριάλιτι που υπήρξε προκάτοχός του στον Λευκό Οίκο είχε υποσχεθεί ότι τα ταλέντα του ως ασυναγώνιστου διαπραγματευτή προερχόμενου από τον ιδιωτικό τομέα θα του επέτρεπαν να επιλύσει με τον δικό του τρόπο όλα τα προβλήματα του πλανήτη. Ωστόσο, ο απολογισμός της επιχειρηματικού τύπου «δούναι και λαβείν» διπλωματίας του υπήρξε απογοητευτικός. Έτσι, μετά από τέσσερα χρόνια χάους, οι εκλογές του 2020 σηματοδοτούν την επιστροφή σε μια πιο παραδοσιακή αντίληψη. Η νέα κυβέρνηση αποτελείται σε μεγάλο βαθμό από βετεράνους της κυβέρνησης Ομπάμα. Ο νέος υπουργός Εξωτερικών Άντονι Μπλίνκεν υπήρξε λόγου χάρη αναπληρωτής υπουργός στο υπουργείο που διευθύνει σήμερα. Κάποιοι άλλοι υψηλόβαθμοι αξιωματούχοι, όπως η Άβριλ Χέινς, διευθύντρια των εθνικών υπηρεσιών πληροφοριών ή ο Τζέικ Σάλιβαν, σύμβουλος εθνικής ασφάλειας, συνεργάζονταν τότε μαζί του.

Οι γενικές γραμμές της πολιτικής που θα ακολουθήσει η νέα κυβέρνηση στη Μέση Ανατολή είναι γνωστές. Θα δοθεί προτεραιότητα στην επιστροφή στην Συμφωνία της Βιέννης για τα πυρηνικά του Ιράν, που συνήφθη στις 14 Ιουλίου του 20151 και καταγγέλθηκε από τον Ντόναλντ Τραμπ σχεδόν τρία χρόνια αργότερα. Εξάλλου, ο Ρόμπερτ Μάλλεϋ, ένας από τους αρχιτέκτονες του «Ολοκληρωμένου Κοινού Σχεδίου Δράσης» (JCPOA), ορίστηκε ειδικός απεσταλμένος για το Ιράν. Το σχέδιο αποσκοπεί στον έλεγχο και την παρακολούθηση του πυρηνικού προγράμματος της Ισλαμικής Δημοκρατίας, με αντάλλαγμα τη σταδιακή ελάφρυνση των διεθνών κυρώσεων.

Υπάρχει μία ακόμα βεβαιότητα: η «επαναρρύθμιση» της πολιτικής όσον αφορά τη Σαουδική Αραβία. Η αμερικανική ανοχή και επιείκεια δεν θα συνεχιστούν πλέον απέναντί της2. Ωστόσο, μετά τη δήλωση του Μπάιντεν κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας του, σύμφωνα με την οποία το ουαχαμπιτικό βασίλειο θα αντιμετωπιζόταν ως «παρίας», τα στρατηγικά συμφέροντα της χώρας του επέβαλαν στον νέο πρόεδρο μια δόση αυτοσυγκράτησης. Υπήρξαν μολαταύτα ορισμένα χειροπιαστά μέτρα, όπως ο τερματισμός της άνευ όρων υποστήριξης των ΗΠΑ στον πόλεμο της Υεμένης. Ο νέος πρόεδρος ανακοίνωσε επίσης ότι πλέον θα επικοινωνεί απευθείας με τον βασιλιά Σαλμάν, θέτοντας τέλος στους προνομιακούς δεσμούς που συνέδεαν επί καιρό τον πρίγκιπα διάδοχο Μοχάμεντ Μπιν Σαλμάν με τους Αμερικανούς ηγέτες και ιδιαίτερα με τον Τζάρεντ Κούσνερ, γαμπρό του Τραμπ. Μια έκθεση της CIA, που στοιχειοθετεί την εμπλοκή του πρίγκιπα διαδόχου στη δολοφονία του δημοσιογράφου Τζαμάλ Κασόγκι, αποχαρακτηρίστηκε και δόθηκε στη δημοσιότητα, ενώ επιβλήθηκαν κυρώσεις σε 76 Σαουδάραβες από το στενό περιβάλλον του, χωρίς ωστόσο οι αμερικανικές αρχές να επιχειρήσουν να συμπεριλάβουν και τον κυριότερο υπαίτιο. Το Ριάντ θα οφείλει στο εξής να λογοδοτεί κάθε φορά που τα ανθρώπινα δικαιώματα θα παραβιάζονται με προκλητικό τρόπο.

Όσον αφορά την αραβοϊσραηλινή διένεξη, η νέα κυβέρνηση –η οποία υπενθύμισε ότι η συστράτευσή της στην υπόθεση της «ασφάλειας του Ισραήλ» ήταν «ιερή και αδιαπραγμάτευτη»– δεν θα επανέλθει στο ζήτημα της αναγνώρισης της Ιερουσαλήμ ως πρωτεύουσας του ισραηλινού κράτους, ειδικά από τη στιγμή που η Γερουσία έχει «κλειδώσει» αυτήν τη δέσμευση με μια αμετάκλητη ψηφοφορία (97 ψήφοι υπέρ, 3 κατά). Όσο κι αν η κυβέρνηση Μπάιντεν θεωρεί ότι η μοναδική βιώσιμη προοπτική είναι η «λύση των δύο κρατών», εκτιμά ότι δεν είναι ρεαλιστική βραχυπρόθεσμα και ότι για την ώρα θα πρέπει να αρκεστεί να πείσει τα «δύο στρατόπεδα» να αποφεύγουν τις προκλήσεις και τα μονομερή μέτρα που ενδέχεται να περιπλέξουν την κατάσταση. Επιπλέον, η κυβέρνηση Μπάιντεν δεν παρέλειψε να χαιρετίσει τις «Συμφωνίες του Αβραάμ», που έχουν συναφθεί μετά τον Αύγουστο του 2020 με στόχο την εξομάλυνση των σχέσεων του Ισραήλ με τέσσερα αραβικά κράτη (Μπαχρέιν, Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, Μαρόκο και Σουδάν).

Διπλωματικό ναρκοπέδιο

Παρ’ όλη την ίση κατανομή των εδρών στη Γερουσία ανάμεσα στα δύο κόμματα (50 Δημοκρατικοί, 50 Ρεπουμπλικανοί, με την ψήφο της αντιπροέδρου Καμάλα Χάρις να επιτρέπει την επίτευξη πλειοψηφίας), η επικύρωση των διορισμών υπήρξε εύκολη υπόθεση. Παραδόξως, μονάχα η επιλογή του Μάλλεϋ ως ειδικού απεσταλμένου για το Ιράν, μια θέση που δεν απαιτεί επικύρωση του διορισμού από τη Γερουσία, πυροδότησε κύμα κριτικών και προειδοποιήσεων, κυρίως από το στρατόπεδο των Ρεπουμπλικανών3. Στον Μάλλεϋ, καλό γνώστη της περιοχής και των σημαντικότερων παικτών της, πρώην πρόεδρο του International Crisis Group (μιας Μη Κυβερνητικής Οργάνωσης που ειδικεύεται στην επίλυση κρίσεων) και βετεράνο των κυβερνήσεων Κλίντον και Ομπάμα, προσάπτεται κυρίως ο ρόλος του στη συμφωνία για τα πυρηνικά του Ιράν.

Το ξαναζωντάνεμα αυτής της συμφωνίας, που εξακολουθεί να είναι δεσμευτική για το Ιράν και για τα υπόλοιπα συνυπογράφοντα κράτη (Ρωσία, Κίνα, Γαλλία και Ηνωμένο Βασίλειο ως μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, συν η Γερμανία), θα αποτελέσει πιθανότατα μία από τις σημαντικότερες προκλήσεις της θητείας του Μπάντεν. Θα είναι αδύνατον να συνεχιστεί η υπόθεση από το σημείο που την είχε αφήσει η προηγούμενη κυβέρνηση των Δημοκρατικών. Μέχρι και την τελευταία ημέρα, η κυβέρνηση Τραμπ, και ιδιαίτερα ο υπουργός Εξωτερικών Μάικλ Πομπέο, έλαβαν αποφάσεις που επιχειρούσαν να δημιουργήσουν ένα ναρκοπέδιο για τον νέο πρόεδρο και την κυβέρνησή του. Κυρίως όμως, η περίοδος Τραμπ κάθε άλλο παρά αποτέλεσε μια απλή παρένθεση δίχως συνέπειες: άλλαξε τόσο τη γεωπολιτική συγκυρία όσο και το θεσμικό πλαίσιο μέσα στο οποίο ασκείται η εξωτερική πολιτική. Όπως συνοψίζει σε ένα πρόσφατο έργο του ο Ιταμάρ Ραμπίνοβιτς, παλαιότερα πρέσβης του Ισραήλ στις ΗΠΑ, οι μη αραβικές περιφερειακές δυνάμεις «όπως το Ιράν, η Τουρκία και το Ισραήλ διαδραματίζουν πλέον πρωταγωνιστικό ρόλο»4. Επιπλέον, οι γραφειοκρατικές δυσλειτουργίες, όπως και η προσωποκεντρική και τυχοδιωκτική διπλωματία του Ρεπουμπλικανού πρώην προέδρου, έχουν δημιουργήσει αναρίθμητες σκοτεινές ζώνες.

Έτσι, μόλις ο Ρεξ Τίλερσον, πρώην αφεντικό του πετρελαϊκού γίγαντα ExxonMobil, διορίστηκε από τον Τραμπ υπουργός Εξωτερικών, ανακάλυψε ότι δεν θα έπρεπε να αγγίξει οτιδήποτε αφορούσε τις χώρες του Περσικού Κόλπου ή την αραβοϊσραηλινή σύγκρουση… Οι σχέσεις του επικεφαλής της διπλωματίας με τον πρόεδρο, τον οποίο φέρεται να έχει αποκαλέσει «κρετίνο», υπήρξαν χείριστες. Σύντομα εκδιώχθηκε για να αντικατασταθεί από τον Μάικλ Πομπέο, έναν χριστιανό Ευαγγελιστή με εμμονή απέναντι στο Ιράν, με πολιτικές φιλοδοξίες που του απαγόρευαν να έλθει σε αντιπαράθεση με τον οξύθυμο πρόεδρο. Οι τομείς αρμοδιότητας που είχαν αφαιρεθεί από τους επαγγελματίες διπλωμάτες είχαν ανατεθεί αποκλειστικά στον Τζάρεντ Κούσνερ. Ο γαμπρός του προέδρου, γόνος οικογένειας εργολάβων του Νιου Τζέρσεϊ και στενός φίλος του ισραηλινού πρωθυπουργού Μπένιαμιν Νετανιάχου, διατηρούσε επίσης εξαιρετικά στενές σχέσεις με τους δύο ισχυρούς άνδρες του Κόλπου, τον Μοχάμεντ Μπιν Ζαγιέντ Αλ Ναχιάν, πρίγκιπα διάδοχο του Αμπού Ντάμπι και, κυρίως, με τον Μπιν Σαλμάν, τον Σαουδάραβα ομόλογό του. Όσο για τον ισραηλινό πρωθυπουργό, είχε μετατρέψει την ιρανική απειλή σε προσωπικό πολιτικό κεφάλαιο –αναμφίβολα το μυστικό της πολιτικής επιβίωσής του5. Καθώς το Ισραήλ, η Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα θεωρούν ότι το Ιράν αποτελεί απειλή για την ύπαρξή τους, θα κάνουν τα πάντα για να εμποδίσουν την Ουάσιγκτον να επιστρέψει στη συμφωνία για τα πυρηνικά του Ιράν.

Έναν μήνα μετά την υπογραφή της συμφωνίας, ο Τραμπ είχε αποφασίσει να υποβάλει υποψηφιότητα για τις προεδρικές εκλογές του 2016. Λίγοι παρατηρητές θεωρούσαν εκείνη την εποχή ότι είχε πιθανότητες επιτυχίας. Όταν ρωτήθηκε σχετικά με το JCPOA, απάντησε: «Το Ιράν κερδίζει τα πάντα και δεν χάνει τίποτα»6. Ο μελλοντικός πρόεδρος δεν έβλεπε στο ζήτημα παρά μόνο ένα ακόμα «deal», μια εμπορική δοσοληψία, ένα παίγνιο μηδενικού αθροίσματος. Σε αυτό συμφωνούσε με τους άλλους δεκαέξι υποψήφιους για το χρίσμα των Ρεπουμπλικανών και με ένα σημαντικό τμήμα του πολιτικού κόσμου. Παρομοίως, στη συμφωνία εναντιώνονταν και ορισμένοι σημαίνοντες Δημοκρατικοί, όπως ο γερουσιαστής της Νέας Υόρκης Τσαρλς Σούμερ, σημερινός ηγέτης της πλειοψηφίας των Δημοκρατικών στη Γερουσία. Καθ’ όλη τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας του, ο Τραμπ επέμενε στην ίδια ρητορική απέναντι σε οτιδήποτε επιχειρούνταν να παρουσιαστεί ως διπλωματική επιτυχία της κυβέρνησης Ομπάμα: «Μας έριξαν στις διαπραγματεύσεις και ολόκληρος ο πλανήτης γελάει εις βάρος μας».

Συνεπώς, η αποχώρηση από το JCPOA βρισκόταν στο επίκεντρο των προεκλογικών υποσχέσεων του Ρεπουμπλικανού υποψηφίου. Από τη στιγμή που εκλέχτηκε, δεν έπαψε να κατακεραυνώνει τη συμφωνία. Περίμενε μάταια να δει το Ιράν να αθετεί τις υποχρεώσεις του: η Τεχεράνη συνέχιζε να τις σέβεται και η Διεθνής Υπηρεσία Ατομικής Ενέργειας (ΙΑΕΑ) δεν έπαυε να το επιβεβαιώνει… Απογοητευμένος, και παρά τις έντονες προειδοποιήσεις των υπόλοιπων συνυπογραφόντων κρατών, ο Τραμπ ανακοίνωσε την 8η Μαΐου 2018 την αποχώρηση των ΗΠΑ από τη συμφωνία και την άμεση επαναφορά των κυρώσεων, τον μοναδικό τρόπο κατά τη γνώμη του να εμποδιστεί το Ιράν να γίνει πυρηνική δύναμη.

Η συνθήκη εξακολουθούσε να ισχύει, αλλά κρεμόταν από μια κλωστή, καθώς οι Ιρανοί ξανάρχιζαν από την πλευρά τους τις εργασίες εμπλουτισμού ουρανίου, υπερβαίνοντας κατά πολύ τα όρια που είχαν τεθεί από τη συμφωνία. Ο Τραμπ πόνταρε ότι, με τη βοήθεια των κυρώσεων και το (αυτοδιαφημισμένο) ταλέντο του ως διαπραγματευτής, θα κατόρθωνε να αποσπάσει ευνοϊκότερους όρους. Στο στρατόπεδο των Ρεπουμπλικανών, αρκετά γεράκια –όπως ο Τζον Μπόλτον, για ένα διάστημα σύμβουλος εθνικής ασφαλείας, ή ο Ρούντολφ Τζουλιάνι, πρώην δήμαρχος της Νέας Υόρκης και σύμμαχος του Τραμπ από την πρώτη στιγμή– ήθελαν να πάνε πιο μακριά. Δεν επιθυμούσαν τίποτε λιγότερο από την «αλλαγή καθεστώτος», δηλαδή την κατάρρευση της Ισλαμικής Δημοκρατίας.

Ο Τραμπ, καθώς δεν ενδιαφερόταν ιδιαίτερα για ιδεολογικά ζητήματα και βιαζόταν να αποσύρει τα αμερικανικά στρατεύματα από την περιοχή, δεν συμμεριζόταν παρόμοιους στόχους, παρ’ όλες τις βαρύγδουπες δηλώσεις του. Ήλπιζε περισσότερο ότι θα πείσει τους Ιρανούς ηγέτες να διαπραγματευθούν μαζί του μια «βελτιωμένη» συμφωνία, που θα πιστωνόταν στο ενεργητικό του. Κατά ποιον τρόπο βελτιωμένη; Με την προσθήκη δύο στοιχείων: του ελέγχου του βαλλιστικού προγράμματος και του τερματισμού των «αποσταθεροποιητικών» δραστηριοτήτων του Ιράν στην περιοχή, στις οποίες συμπεριλαμβάνονταν η υποστήριξη του Μπασάρ Αλ Άσαντ στη Συρία, της Χεζμπολάχ στον Λίβανο και των σιιτικών παραστρατιωτικών οργανώσεων στο Ιράκ. Στην πραγματικότητα, παρά τους συνεχείς φανφαρονισμούς του, ο Τραμπ δεν έπαψε να απευθύνει παρακλήσεις προς τον Ιρανό πρόεδρο Χασάν Ροχανί, προσκαλώντας τον να διαπραγματευθεί μαζί του. Τον Σεπτέμβριο του 2019, στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ, ο Εμμανουέλ Μακρόν προσπάθησε να πείσει τον Ροχανί να επισκεφθεί τον Αμερικανό πρόεδρο στο δωμάτιο του ξενοδοχείου του στη Νέα Υόρκη. Μετά από σκληρές διαπραγματεύσεις, ο Ροχανί γνωστοποίησε ότι θεωρούσε την άρση των κυρώσεων προαπαιτούμενο για τη συνομιλία τους7.

Δυσπιστία των Ιρανών ριζοσπαστών

Το 2020 υπήρξε μια εξαιρετικά δύσκολη χρονιά για το Ιράν. Ξεκίνησε με τη δολοφονία από αμερικανικό δρόνο του στρατηγού Κασέμ Σολεϊμανί, πρώην ηγέτη της επίλεκτης μονάδας των Φρουρών της Επανάστασης που είχε μετατραπεί σε ενσάρκωση της «αντίστασης» της Ισλαμικής Δημοκρατίας. Και ολοκληρώθηκε με τη δολοφονία του φυσικού Μοχσέν Φαχριζαντέχ, ενός από τους πρωτεργάτες του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος. Η χώρα έχει γονατίσει από τη συνεχή συσσώρευση πάσης φύσεως κυρώσεων, στις οποίες προστέθηκαν και οι συνέπειες της πανδημίας Covid-19.

Από τη στιγμή που ανέλαβε τα καθήκοντά του ο Μπάιντεν, οι Ιρανοί ηγέτες είναι διχασμένοι. Οι «μετριοπαθείς», όπως ο πρόεδρος Ροχανί και ο υπουργός Εξωτερικών Μοχαμάντ Τζαβάντ Ζαρίφ, κλίνουν προς την επάνοδο στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Θεωρούν ότι η χώρα τους έχει ήδη κάνει μια σημαντική χειρονομία κατευνασμού, μην ζητώντας οικονομικές επανορθώσεις για τις ζημίες που της προκάλεσαν οι Ηνωμένες Πολιτείες. Υφίστανται όμως την πίεση των ριζοσπαστών, που τους κατηγορούν για αφέλεια, αν όχι για προδοσία. Οι τελευταίοι, προβάλλοντας το παράδειγμα της ξαφνικής και ανεξήγητης εγκατάλειψης των Κούρδων της Συρίας (παρ’ όλο που υπήρξαν επί μακρόν σύμμαχοι της Ουάσιγκτον), υποστηρίζουν ότι δεν μπορεί πλέον να έχει κάποιος εμπιστοσύνη στις Ηνωμένες Πολιτείες. Επιπλέον, ποιος ο λόγος να υπογράψουν μια συνθήκη, αν μπορεί να καταγγελθεί αμέσως μετά την άνοδο μιας νέας κυβέρνησης στην εξουσία; Άλλοι επικαλούνται το παράδειγμα της Βόρειας Κορέας η οποία, μετά την «επίθεση γοητείας» του Αμερικανού προέδρου, αποφάσισε ότι το πυρηνικό οπλοστάσιό της αποτελούσε ισχυρότερη εγγύηση προστασίας από τις υποσχέσεις ευημερίας που της προσφέρονταν απλόχερα. Από την πλευρά του, ο Αλί Χαμενεΐ, ο Ανώτατος Πνευματικός Ηγέτης της χώρας, δέχεται την ιδέα της αναθέρμανσης της συμφωνίας, υπό τον όρο ότι οι δύο χώρες θα ενεργήσουν τάχιστα και ότι η εφαρμογή του κειμένου της συμφωνίας και η άρση των κυρώσεων θα πραγματοποιηθούν ταυτόχρονα. Έχουν ήδη γίνει παρασκηνιακές διαπραγματεύσεις προκειμένου να οριστεί η «χορογραφία» των κινήσεων και η αλληλουχία των θεμάτων προς εξέταση.

Για τον Βάλι Νασρ8, καθηγητή στη Σχολή Ανωτέρων Διεθνών Σπουδών Paul H. Nitze της Ουάσιγκτον και έναν από τους καλύτερους ειδικούς για τις σχέσεις των δύο χωρών, «η αμερικανική πολιτική της “μέγιστης πίεσης” απέδωσε ιδιαίτερα ισχνά αποτελέσματα. Μονάχα μια γοργή επιστροφή στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων θα επιτρέψει την αποφυγή μιας σύρραξης». Εκ των πραγμάτων, ο Λευκός Οίκος δεν έχει την πολυτέλεια να καθυστερήσει, καθώς οφείλει τόσο να διαχειριστεί μια καταστροφική κληρονομιά όσο και να εξουδετερώσει το ναρκοπέδιο που του κληροδότησε η προηγούμενη κυβέρνηση – ελπίζοντας ταυτόχρονα ότι οι προεδρικές εκλογές του Ιουνίου στο Ιράν δεν θα οδηγήσουν στην εκλογή ενός γερακιού ευνοϊκά διακείμενου προς τη διακοπή των διαπραγματεύσεων με την Ουάσιγκτον.

  1. Βλ. Camelia Entekhabifard, «Οι Ιρανοί αβέβαιοι για το αύριο», «Le Monde diplomatique – ελληνική έκδοση», 25 Οκτωβρίου 2015.
  2. Βλ. «Singulière amitié entre Riyad et Washington», «Le Monde diplomatique», Δεκέμβριος 2017.
  3. Βλ. Lara Jakes και Michael Crawley «US names Iran envoy in battle of wills with Teheran over nuclear negotiations», και Michael Crawley, «Why Biden’s pick for Iran is “a proxy for everything”», «The New York Times», αντίστοιχα 29 Ιανουαρίου και 13 Φεβρουαρίου 2021.
  4. Itamar Rabinovich και Carmit Valensi, «Syrian Requiem: The Civil War and Its Aftermath», Princeton University Press, 2021.
  5. Για μια άλλη ισραηλινή προοπτική, βλ. Yair Golan, «Why some Israeli generals want to see the US return to the nuclear deal with Iran», «The Washington Post», 3 Μαρτίου 2021.
  6. Tom LoBianco και Sophie Tatum, «GOP 2016 hopefuls slam Iran nuclear deal», CNN, 15 Ιουλίου 2015.
  7. Farnaz Fassihi και Rick Gladstone, «How Iran’s president left Trump hanging, and Macron in the hall», «The New York Times», 30 Σεπτεμβρίου 2019.
  8. Βλ. Vali Nasr, «Biden’s narrow window of opportunity on Iran», «Foreign Affairs», Νέα Υόρκη, 2 Μαρτίου 2021.

  • Επίκουρος καθηγητής στο Fletcher School of Law and Diplomacy του Πανεπιστημίου Tufts (Μέντφορντ, Μασσαχουσέττη, ΗΠΑ). Συγγραφέας, μεταξύ άλλων, του «The Price of Fear: The Truth Behind the Financial War on Terror», University of California Press, 2008.

Μπορεί να σας ενδιαφέρουν επίσης:

Πρόσφατα άρθρα

Μια Κινέζα κωμικός θίγει τον ανδρικό εγωισμό

Η Κίνα, η χώρα με τους περισσότερους άντρες στον κόσμο (114 γεννήσεις αγοριών για κάθε 100 κορίτσια), δεν δίνει καμία σημασία στις φεμινιστικές διεκδικήσεις. Στα διακόσια μέλη της Κεντρικής Επιτροπής του Κομμουνιστικού Κόμματος Κίνας, το ποσοστό των γυναικών είναι μικρότερο του 5%. Ο κοινωνικός εξοστρακισμός είναι ακόμη πιο έντονος στο σύμπαν της stand-up κωμωδίας, όπως μαρτυρά η περίπτωση της κωμικού Γιανγκ Λι.

100 χρόνια ΚΚ Κίνας: Τι έχει απομείνει από τον κομμουνισμό;

Κατάπτυστοι κάποτε, οι καπιταλιστές γίνονται δεκτοί με ανοικτές αγκάλες στους κόλπους του Κομμουνιστικού Κόμματος Κίνας. Υπό την προϋπόθεση ότι θα σέβονται συγκεκριμένους όρους και ότι θα δηλώσουν υποταγή σε μια οργάνωση η οποία, πλέον, αριθμεί περισσότερα στελέχη επιχειρήσεων παρά εργάτες.

Διπλή παγίδα για το Αφγανιστάν

Βρισκόμαστε στο 1999. Οι επιθέσεις στους δίδυμους πύργους και ο πόλεμος κατά της τρομοκρατίας είναι ακόμα μακριά. Όμως οι ΗΠΑ μετά τις επιθέσεις της Αλ Κάιντα σε δύο πρεσβείες τους στην Αφρική έχουν ήδη στρέψει τα μάτια -και τους πυραύλους τους- προς το Αφγανιστάν.

Αφγανιστάν: Κι όμως, η ήττα ήταν προδιαγεγραμμένη

Οι παράλληλες εικόνες πολιτών να αγκιστρώνονται στα αμερικανικά αεροπλάνα για να εγκαταλείψουν την Καμπούλ και των Ταλιμπάν να εγκαθίστανται στο προεδρικό γραφείο θα μείνουν ως σύμβολα ενός πολέμου που ήταν αδύνατον να κερδηθεί. Το ανθρωπιστικό, οικονομικό και δημοκρατικό αποτέλεσμα δεν χωρά συζήτηση.

Ο δρόμος για την Καμπούλ

Το φιάσκο των ΗΠΑ στο Αφγανιστάν θα πρέπει να οδηγήσει τη Δύση σε επανεκτίμηση των πρακτικών της. Κάτι τέτοιο όμως δεν μοιάζει ορατό στο άμεσο μέλλον.

Ημερολόγιο

Δε Τρ Τε Πε Πα Σα Κυ
 12345
6789101112
13141516171819
20212223242526
27282930  

Social