Share on facebook
Share on twitter
Share on skype
Share on whatsapp
Share on print
Share on email

Το Τέξας στα όπλα ενάντια στην καραντίνα

Εγκλεισμός του πληθυσμού προκειμένου να προστατευτεί από τον ιό; Η ιδέα πόρρω απείχε από το να γίνει ομόφωνα αποδεκτή στο Τέξας, καθώς ορισμένοι είδαν σε αυτήν μια προσβολή των ατομικών ελευθεριών.

Αποστολή

Κάθε Πολιτεία της Αμερικής έχει πλέξει τη δική της ιστορία με τον ιό. Στο Τέξας, η ιστορία αυτή ξεκίνησε απότομα στις 6 του περασμένου Μαρτίου, όταν ο Στίβεν Άντλερ, ο Δημοκρατικός δήμαρχος της πρωτεύουσας Ώστιν, κήρυξε κατάσταση έκτακτης ανάγκης σε επίπεδο Δήμου και ακύρωσε ένα διεθνές φεστιβάλ μία εβδομάδα πριν από την έναρξή του. Κανένα κρούσμα COVID-19 δεν είχε ακόμη αναφερθεί στην πόλη. Ο Άντλερ έλαβε την απόφαση αφότου πολλές επιχειρήσεις από την Καλιφόρνια –όπως η Apple, το Facebook, η Intel και το Netflix– ακύρωσαν την προσέλευσή τους, καθώς τις προβλημάτιζε η ιδέα να φέρουν με αυτόν τον τρόπο τους υπαλλήλους τους σε επαφή με μισό εκατομμύριο συμμετέχοντες στο φεστιβάλ, προερχόμενους από ολόκληρο τον κόσμο.

Το φεστιβάλ South by Southwest είναι σημαντικό για την αμερικανική κουλτούρα: επί δεκαπέντε ημέρες συγκεντρώνει την ελίτ της ψυχαγωγίας, της μουσικής, του κινηματογράφου και της τεχνολογίας. Μεταξύ δύο συναυλιών υπήρχε η δυνατότητα να ακούσει κάποιος προσωπικότητες πολύ διαφορετικές μεταξύ τους, από την Κιμ Καρντάσιαν έως τον Νόαμ Τσόμσκι και το αφεντικό του Twitter. Το διακριτικό σήμα «Platinum» που επιτρέπει την παρακολούθηση των διαλέξεων κοστίζει 1.600 δολάρια (1.450 ευρώ). Τα έσοδα από την εκδήλωση αρκούν να συντηρήσουν για μια χρονιά έναν μικρό στρατό εποχικών εργατών στον τομέα της οργάνωσης εκδηλώσεων: τις επιχειρήσεις ξενοδοχείων και εστίασης, τα οχήματα μεταφοράς με οδηγό (VTC) ή τις υπηρεσίες διανομής πίτσας. Η ακύρωσή του φάνηκε να είναι το προανάκρουσμα της οικονομικής και της υγειονομικής καταστροφής που πλήττει σήμερα τη χώρα.

Την επομένη της κήρυξης της κατάστασης έκτακτης ανάγκης, σε μια Ευαγγελική εκκλησία της οδού Γκουάνταλουπ, στο κέντρο του Ώστιν, συγκεντρώθηκαν πενήντα περίπου κομματάρχες και μαχητικοί οπαδοί του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος του Τέξας (RPT). Το αντικείμενο της συνάντησης, όπως αποκαλύφθηκε από μικροφώνου από τον αρχηγό του κόμματος Τζέιμς Ντίκεϊ: η στρατολόγηση εθελοντών ενόψει των προσεχών εκλογών. «Είμαστε σε κατάσταση άμυνας», προειδοποιούσε ο επίτιμος καλεσμένος Καρλ Ρόουβ, επικεφαλής σύμβουλος του πρώην (Τεξανού) προέδρου Τζορτζ Μπους και σήμερα σχολιαστής στο «Fox News» και στη «Wall Street Journal». Τον προσεχή Νοέμβριο, οι πολίτες του Τέξας οφείλουν να εκλέξουν έναν γερουσιαστή και τριάντα έξι εκπροσώπους στο Κογκρέσο της Ουάσινγκτον. Θα επιλέξουν επίσης την πλειονότητα των νομοθετών της «Πολιτείας του Μοναχικού Αστεριού», οι οποίοι συνεδριάζουν κάτω από τον γρανιτένιο τρούλο του Καπιτωλίου του Ώστιν. Οι εξουσίες τους εκτείνονται σε όλους τους τομείς της ζωής των Τεξανών –φορολογικό σύστημα, υγεία, αμβλώσεις, οπλοφορία, μεταφορές και θανατική ποινή. Η σπουδαιότητα της ψηφοφορίας του 2020 είναι πολλαπλά σημαντική, καθώς το κόμμα που θα κερδίσει θα είναι σε θέση να ανακατανείμει τον εκλογικό χάρτη του Τέξας προς όφελός του, όπως συμβαίνει μετά από κάθε απογραφή του πληθυσμού.

Η πραγματικότητα της COVID-19 δεν είχε ακόμη κατασταλάξει στα πνεύματα. Ο κόσμος μιλούσε για «στρατό εθελοντών», «από πόρτα σε πόρτα», για χειραψίες «επτά φορές πιο αποτελεσματικές από μια τηλεοπτική διαφήμιση». Η λέξη «ιός» ειπώθηκε μόνο μία φορά, προκειμένου να ταπεινωθεί ο Μπέτο Ο’Ρουρκ, αντίπαλος από το Κόμμα των Δημοκρατικών, λόγω των κακών εκλογικών επιδόσεών του: «Ο Ο’Ρουρκ είναι ο κορωνοϊός της πολιτικής», είπε αστειευόμενος ένας στρατηγικός σχεδιαστής που είχε έρθει αεροπορικώς από το Νιου Χαμσάιρ ειδικά για την περίσταση.

Δύο ημέρες αργότερα, ο δείκτης Dow Jones σημείωνε τη μεγαλύτερη πτώση του από το 2008 (−10%). Στις 11 Μαρτίου, η Εθνική Ομοσπονδία Καλαθοσφαίρισης (NBA) διέκοπτε το πρωτάθλημα. Στις 12, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ) μιλούσε επίσημα για «πανδημία», η οποία σύντομα θα σάρωνε ό,τι θεωρείτο άνευ σημασίας σ’ αυτήν την πολιτική συνάντηση: την άφιξη των συμμετεχόντων αεροπορικώς και ένα προεκλογικό πρόγραμμα όπου η οικονομία έφτανε μόνο έως την πέμπτη θέση, μετά τη θρησκευτική ελευθερία, την προστασία των εμβρύων ή την υπεράσπιση της οπλοφορίας. Ξαφνικά, η νόσος COVID-19 ανακάτεψε και πάλι την τράπουλα. Μέσα σε μερικές εβδομάδες, το εθνικό ποσοστό ανεργίας ξεπέρασε εκείνο του 1933, περίπου δύο εκατομμύρια Τεξανοί έχασαν τη δουλειά τους, η τιμή του πετρελαίου σημείωσε κατακόρυφη πτώση. Ακόμη και η διεξαγωγή των εκλογικών διαδικασιών είναι αβέβαιη. Πώς θα ψηφίσει ο κόσμος στο Τέξας; Αυτοπροσώπως; Επιστολικώς; Άγνωστο.

Απέναντι στην πανδημία, ο Ντόναλντ Τραμπ αποδείχτηκε ευθύς εξαρχής επιθετικός όταν ετέθη θέμα κλεισίματος των διεθνών συνόρων, ωστόσο επέδειξε μια κάποια μαλθακότητα στο εσωτερικό της χώρας. Ο πρόεδρος διέθετε ισχυρά όπλα όπως το Defense Production Act («Νόμος περί Αμυντικής Παραγωγής»), που υιοθετήθηκε κατά την έναρξη του Πολέμου της Κορέας και επιτρέπει την επίταξη μεγάλων επιχειρήσεων. Χρησιμοποιήθηκε με σποραδικό, και κάποιες φορές περίεργο, τρόπο (προκειμένου να αναγκάσει τους εργαζόμενους στα σφαγεία να πάνε στην εργασία τους παρά τους υγειονομικούς κινδύνους, για παράδειγμα). Στις περισσότερες περιπτώσεις, ο Τραμπ βασίστηκε στον εθελοντισμό των μεγάλων ομίλων, ανάλογα με τις οικονομικές δυνατότητες του καθενός. Κατά τ’ άλλα, η διαχείριση της κρίσης από πλευράς του συνοψίστηκε στην επιθυμία για επανεκκίνηση της οικονομίας πάση θυσία, φτάνοντας ακόμη και στην υποβάθμιση της πραγματικότητας των στατιστικών για την ασθένεια.

Επίσης, ο Τραμπ στηρίχτηκε σε μεγάλο βαθμό στους κυβερνήτες. Οι πενήντα Πολιτείες ανέλαβαν την ευθύνη του τρόπου ανταπόκρισης στα υγειονομικά δεδομένα, ξεχωριστά η μία από την άλλη, και επιφορτίστηκαν να βρουν επειγόντως τις μάσκες, τους αναπνευστήρες και τα διαγνωστικά τεστ ανάλογα με την αποφασιστικότητα και τους πόρους που διέθεταν, με κίνδυνο ο πρόεδρος να τις επικρίνει για την ανεπάρκειά τους. Οι κυβερνήτες, από την πλευρά τους, εξέφρασαν παράπονα για την απουσία συντονισμού από το ομοσπονδιακό κράτος, που τους οδηγούσε σε αλληλοπροστριβές για το διαθέσιμο υλικό. «Αντιμαχόμαστε μεταξύ μας» έλεγε συνοψίζοντας ο κυβερνήτης της Πολιτείας της Νέας Υόρκης, Άντριου Κουόμο, στις 31 Μαρτίου σε μία από τις καθημερινές του ενημερώσεις Τύπου. «Επιχειρήσεις μάς λένε στην κυριολεξία στο τηλέφωνο: “Λυπόμαστε, η Καλιφόρνια κέρδισε τον πλειστηριασμό.” Είναι λες και πενήντα Πολιτείες έκαναν προφορές στο eBay για να αποκτήσουν έναν αναπνευστήρα».

Κατά τη διάρκεια του Μαΐου, η χώρα ήρε τα μέτρα περιορισμού, προκαλώντας σύγχυση όσον αφορά τη σοβαρότητα της υγειονομικής κατάστασης και τις πολιτικές επιλογές. Λίγο νωρίτερα, ο Λευκός Οίκος είχε δημοσιεύσει έναν οδηγό προοριζόμενο για τις Πολιτείες που επιθυμούσαν να ανοίξουν και πάλι. Οι είκοσι σελίδες του, στοιχειοθετημένες με μεγάλα γράμματα, δεν παραπέμπουν σε καμία μελέτη και τα κριτήριά του χαρακτηρίστηκαν από έναν Δημοκρατικό γερουσιαστή του Κονέκτικατ ως «εγκληματικά ασαφή». Όχι όλα: σύμφωνα με ένα από αυτά, μια Πολιτεία δύναται να ανοίξει και πάλι μόνο εάν παρατηρηθεί μείωση του αριθμού των μολύνσεων επί δεκατέσσερις συνεχόμενες ημέρες.

Αυτό δεν ίσχυε στην περίπτωση του Τέξας, όπου ο αριθμός των κρουσμάτων αυξανόταν στην αρχή της άρσης των περιορισμών, την 1η Μαΐου. Η περιοχή έχει γίνει σύμβολο της μάχης του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος για την επανεκκίνηση της οικονομίας, παρά τις όποιες υγειονομικές συνέπειες. Διεγερμένοι από τις εκκλήσεις του Τραμπ να «απελευθερωθούν» οι Πολιτείες, περίπου εκατό διαδηλωτές, ένας ετερόκλητος συνασπισμός ελευθεροφρόνων (libertarians), μαχητικών εθνικιστών και αντιεμβολιαστών, συγκεντρώθηκαν μπροστά στο Καπιτώλιο του Ώστιν στις 18 Απριλίου. Πολλοί υπεύθυνοι μπαρ ή καταστημάτων τατουάζ κάλεσαν «φουσκωτούς» να στρατοπεδεύσουν, οπλισμένοι, μπροστά στην επιχείρησή τους και να αψηφήσουν τους περιορισμούς. Σε κάποιες περιπτώσεις επενέβη η αστυνομία. Στην Οντέσα, τα συνεργεία των τοπικών μέσων ενημέρωσης που είχαν στηθεί μπροστά στο μπαρ Big Daddy Zane’s μαγνητοσκόπησαν τη σύλληψη της διευθύντριας και των οπλισμένων με ημιαυτόματα όπλα υποστηρικτών της.

«Από το 1871, στο Τέξας είναι εντελώς νόμιμο να περπατά κάποιος στον δρόμο χωρίς άδεια με ένα μακρύκαννο όπλο», μας είχε πληροφορήσει τον Μάρτιο ο Μάικλ Κάργκιλ, οπλουργός και εκπαιδευτής στο Ώστιν, στο πλαίσιο ενός μαθήματος που παρέδιδε σε είκοσι περίπου άτομα τα οποία σκόπευαν να αποκτήσουν άδεια οπλοφορίας. Ο Κάργκιλ αποτελεί μια μοναδική περίπτωση στην πρωτεύουσα του Τέξας: μαύρος, γκέι και Ρεπουμπλικανός, ο μικροεπιχειρηματίας αυτός δίνει μάχη για την επέκταση του δικαιώματος στην κατοχή πυροβόλων όπλων τα οποία εμπορεύεται. Ενθαρρύνει τους Αφροαμερικανούς να διεκδικήσουν τα συνταγματικά δικαιώματά τους στην οπλοφορία προκειμένου να αμυνθούν σε περίπτωση κινδύνου. Αναγκάστηκε να δώσει μάχη ώστε το οπλοπωλείοτου να χαρακτηριστεί «κατάστημα πρώτης ανάγκης» κατά την πανδημία: «Ένας αστυνομικός ήρθε να κλείσει το μαγαζί μου ύστερα από μια καταγγελία. Τον πληροφόρησα ότι η δεύτερη τροπολογία [το δικαίωμα στην οπλοφορία] είναι βασικό στοιχείο του Συντάγματος της Αμερικής. Ότι σε καιρό κρίσης, με τον κίνδυνο των εξεγέρσεων, οι Τεξανοί έχουν το δικαίωμα να προστατευτούν». Ο γενικός εισαγγελέας του Τέξας επιβεβαίωσε αυτή την άποψη. Ο Κάργκιλ μπόρεσε να παραμείνει ανοικτός καθ’ όλη τη διάρκεια της πανδημίας και κατέγραψε αριθμό-ρεκόρ νέων πελατών.

Το Τέξας, μία από τις ελάχιστες Πολιτείες των ΗΠΑ που υπήρξε ανεξάρτητη για σύντομο διάστημα (με πρεσβεία στο Λονδίνο, ενεργή μεταξύ 1836 και 1845), καταλαμβάνεται πότε-πότε από ξεσπάσματα αποσχιστικού πυρετού –το τελευταίο κατά τη δεκαετία του 1980, ύστερα από μια πετρελαϊκή κρίση. Εδώ, η καχυποψία απέναντι στον παρεμβατισμό της Ουάσινγκτον είναι εντονότερη από αλλού. Ενθαρρυμένος από έναν σχετικά χαμηλό ακόμη ανθρώπινο απολογισμό του ιού (λιγότεροι από 5 νεκροί ανά 100.000 κατοίκους στα μέσα Μαΐου, έναντι πάνω από 140 στην Πολιτεία της Νέας Υόρκης), ο Κάργκιλ θεωρεί ότι τα ατομικά δικαιώματα οφείλουν να υπερισχύουν των υγειονομικών επιταγών. Προσάπτει στον κυβερνήτη ότι κατά τη διάρκεια της πανδημίας διοίκησε με διατάγματα, «σχεδόν σαν δικτάτορας, ενώ το Σύνταγμα του Τέξας προϋποθέτει ότι σε παρόμοιες συνθήκες απαιτείται να συνεδριάζει το Νομοθετικό Σώμα». «Το κράτος μπορεί να προειδοποιεί, ωστόσο είναι θέμα του λαού να αποφασίσει πώς θα δράσει», συνεχίζει: «Έτσι έχει χτιστεί η Αμερική. Εάν φοβάσαι ότι θα αρρωστήσεις, μείνε στο σπίτι σου». Ο Κάργκιλ υποχρεώθηκε να διακόψει τα μαθήματά του για έναν μήνα. Και τα μαθήματα αποτελούν την κύρια πηγή εισοδήματός του, αφού «δεν κερδίζει πολλά χρήματα από την πώληση όπλων». Η οικονομική ζημία τον ανησυχεί περισσότερο απ’ ό,τι ο ιός, «ο οποίος θα πηγαινοέρχεται σε κύματα για χρόνια, ενώ ένα κλείσιμο για τρεις μήνες… Πολλά καταστήματα δεν έχουν τη δύναμη να τα βγάλουν πέρα».

Τον ελεύθερο χρόνο του, ο Κάργκιλ μεταδίδει μια εβδομαδιαία διαδικτυακή ραδιοφωνική εκπομπή (podcast) αφιερωμένη στην πολιτική και στα πυροβόλα όπλα. Σε ένα πρόσφατο επεισόδιο, υποδέχθηκε μια κομμώτρια από το Ντάλας, τη Σέλι Λούθερ. Η γυναίκα από το Τέξας σε λίγες εβδομάδες ανήχθη σε εθνική διασημότητα. Ο αγώνας της να κρατήσει το κατάστημά της ανοικτό μεταλλάχθηκε πολύ γρήγορα σε πρόκληση προς τις αρχές του Τέξας που προέρχονται από το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα. Καταδικασμένη αρχικά να πληρώσει πρόστιμο, βρέθηκε για μία εβδομάδα στη φυλακή λόγω του πείσματός της και της θορυβώδους διαφήμισης του κομμωτηρίου της, που προκαλούσαν απροκάλυπτα το δικαστήριο του Ντάλας. «Και το τελευταίο πράγμα που θέλουν οι Τεξανοί πολιτικοί», μας εξηγεί ο Κάργκιλ, «είναι να στείλουν μια λευκή και ξανθιά γυναίκα στη φυλακή». Μέσα σε λίγες ημέρες, όλοι σχεδόν οι Ρεπουμπλικανοί αιρετοί του Τέξας προσχώρησαν στη σταυροφορία της κομμώτριας, αντιτασσόμενοι έτσι στο διάταγμα που εξέδωσε ο κυβερνήτης Γκρέγκορι Άμποτ. Εντείνοντας την άσχημη κατάσταση, ο Τραμπ επαίνεσε την κομμώτρια σε μια συνέντευξη που μεταδόθηκε από την αγαπημένη του εκπομπή «Fox and friends» και αναφέρθηκε στο θέμα κατά την επίσκεψη του κυβερνήτη Άμποτ στον Λευκό Οίκο στις 7 Μαΐου. Λίγο αργότερα, ο κυβερνήτης τροποποίησε το διάταγμά του, το Ανώτατο Δικαστήριο του Τέξας ακύρωσε την καταδίκη της κομμώτριας και ο περιορισμός του πληθυσμού έλαβε τέλος σε ολόκληρη την Πολιτεία.

Σε μια τηλεφωνική επικοινωνία, ο Μάικ Σίγκελ, υποψήφιος των Δημοκρατικών στο Κογκρέσο, συνοψίζει: «Η εν λόγω κυρία στρατολόγησε οπλισμένους άντρες προκειμένου να προστατέψει το κομμωτήριό της, παραβιάζοντας τον νόμο. Και ο κυβερνήτης λύγισε κάτω από την πίεση». Σε αυτήν την περίπτωση, όπως και σε πολλές άλλες, οι Ρεπουμπλικανοί μοιάζουν να δρουν λες και μόνο η πιο έξαλλη μερίδα των ψηφοφόρων τους αντιπροσωπεύει την «πραγματική Αμερική», σύμφωνα με την έκφραση την οποία καθιέρωσε ο Τραμπ και οι Ρεπουμπλικανοί, κάτι που προς το παρόν αντικρούεται από όλες τις δημοσκοπήσεις. Προκειμένου να εξηγήσει τη συμπεριφορά των Ρεπουμπλικανών αιρετών, ο Σίγκελ τονίζει την πίεση που ασκούν οι χρηματοδότες των προεκλογικών εκστρατειών: «Στο Τέξας, δεν υπάρχουν όρια για το ύψος των συνεισφορών στις προεκλογικές εκστρατείες. Ο Άμποτ υποστηρίζεται οικονομικά από επιχειρήσεις που θα ήθελαν να ανοίξουν και πάλι το συντομότερο δυνατό. Τους ανθρώπους εκείνους τους απασχολεί περισσότερο η διατήρηση της εξουσίας παρά το να σωθούν ζωές».

Καθώς το κύριο προεκλογικό επιχείρημα που ευνοούσε την επανεκλογή του Τραμπ –η υγεία της οικονομίας– έχει πλέον εκμηδενιστεί, οι Ρεπουμπλικανοί επέλεξαν να κατηγορήσουν τους δημάρχους των μεγάλων πόλεων, που συχνά είναι Δημοκρατικοί, ότι περιορίζουν τα συνταγματικά δικαιώματα των Αμερικανών και ότι επιβάλλουν δικτατορία στη χώρα. Στηλιτεύουν κάθε εκλεγέντα από το Δημοκρατικό Κόμμα που φέρεται να έχει επιβάλει πολύ αυστηρό περιορισμό στους πολίτες του. Έτσι, ο Γενικός Εισαγγελέας Κένεθ Πάξτον, αντίστοιχος του υπουργού Δικαιοσύνης στο Τέξας, απείλησε την πόλη του Ώστιν με διώξεις, χαρακτηρίζοντας «οργουελική» την υποχρέωση της χρήσης μάσκας.

Σε μια Πολιτεία που αντιτίθεται σθεναρά στον φόρο εισοδήματος, το Δημόσιο Ταμείο του Τέξας, που κατά μεγάλο μέρος χρηματοδοτείται από ένα κοκτέιλ του φόρου προστιθέμενης αξίας (ΦΠΑ), των φόρων στην παραγωγή ενέργειας από ορυκτά καύσιμα και του φόρου επί της τιμής πρατηρίου, βιώνει μια απότομη μείωση των εσόδων του, ενώ η οικονομία του ήταν η πιο δυναμική των ΗΠΑ –το Τέξας, ειδικότερα, παράγει το 40% της ενέργειας από ορυκτά καύσιμα στις Ηνωμένες Πολιτείες. Από το 2012, κάθε χρόνο το Ώστιν κερδίζει το ρεκόρ της αστικής ανάπτυξης στη χώρα. Η πανδημία κάλυψε αυτήν την υπερθέρμανση της οικονομίας με έναν τεράστιο μανδύα σιωπής. Το Τέξας είχε ξεπεράσει τις προηγούμενες κρίσεις χάρη στις τιμές του πετρελαίου: το αδύνατο σημείο στην οικονομία των περιοχών που δεν παράγουν πετρέλαιο, εδώ γέμιζε τα χρηματοκιβώτια του Δημόσιου Ταμείου. Τώρα διαφαίνεται το αντίθετο. Ένας ωκεανός «μαύρου χρυσού» βαλτώνει στις δεξαμενές αποθήκευσης, τα γεμάτα υπερτάνκερ μένουν αγκυροβολημένα στα ανοικτά και οι τιμές σημείωσαν τόσο μεγάλη πτώση ώστε τον Απρίλιο έφτασαν σε αρνητικά επίπεδα για πρώτη φορά στην ιστορία.

Χωρίς πετρέλαιο και χωρίς προφυλακτήρες, η οικονομία του Τέξας είναι άοπλη μπροστά στον εξελισσόμενο υγειονομικό όλεθρο. Η συγκεκριμένη Πολιτεία μάλιστα κατέχει το χρυσό μετάλλιο για τον αριθμό των πολιτών που δεν καλύπτονται από υγειονομική ασφάλιση. Καθώς η τελευταία στις Ηνωμένες Πολιτείες συχνά παρέχεται από τον εργοδότη, το ορμητικό κύμα της ανεργίας θα είναι σίγουρα ανελέητο. Όπως και στην υπόλοιπη χώρα, εκατοντάδες χιλιάδες κάτοικοι ζητούν να αποζημιωθούν για την ανεργία, μέχρις σημείου να κατακλυστούν οι ανεπαρκώς στελεχωμένες τηλεφωνικές πλατφόρμες της Texas Workforce Commission (οργανισμός απασχόλησης του Τέξας). Παρ’ όλα αυτά, οι αρχές δεν θα μαλακώσουν τη στάση τους: το Ανώτατο Δικαστήριο της Πολιτείας έδωσε και πάλι την έγκρισή του για εξώσεις και εισπράξεις οφειλών από τον Ιούνιο, επιβεβαιώνοντας απόλυτα τη σκληρή επιστροφή στο business as usual (επιστροφή στα συνηθισμένα).

Μπορεί να σας ενδιαφέρουν επίσης:

Πρόσφατα άρθρα

Εκλογές 2020: Η Αμερική παραδομένη στην τρέλα

Φόβος και διχαστικό μίσος μπλέκονται στο προεκλογικό σκηνικό των ΗΠΑ, πιο έντονα από ποτέ. Ο διορισμός, από τον Ντόναλντ Τραμπ, νέας δικαστή στο Ανώτατο Δικαστήριο θα μπορούσε να παίξει αποφασιστικό ρόλο σε περίπτωση αμφισβήτησης των αποτελεσμάτων των προεδρικών εκλογών στις 3 Νοεμβρίου.

Τσιάπας του πόνου και της ελπίδας

Η εξέγερση της Τσιάπας ξεκίνησε στις αρχές της δεκαετίας του 1980 κι έφτασε στην κορύφωσή της την επόμενη δεκαετία. Από το 2001 και μετά ο Στρατός των Ζαπατίστα για την Εθνική Απελευθέρωση (EZLN) ασχολείται κυρίως με την ανάπτυξη των αυτόνομων κοινοτήτων, που καλύπτουν το ένα τρίτο της επιφάνειας της Τσιάπας και που αποτελούν το πιο σημαντικό πείραμα αυτοδιαχείρισης της σύγχρονης ιστορίας.

Στο δρόμο με την ελίτ της Σάντα Κρουζ

Στις ανατολικές πεδιάδες της Βολιβίας, η Σάντα Κρουζ Ντε Λα Σιέρα είναι η πρωτεύουσα της περιφέρειας της Σάντα Κρουζ, της μεγαλύτερης και πολυπληθέστερης της χώρας.

Βολιβία, χρονικό ενός μιντιακού φιάσκο

Στις 18 Οκτωβρίου, οι Βολιβιανοί καλούνται να εκλέξουν τον πρόεδρό τους. Η ψηφοφορία, η οποία έχει ήδη αναβληθεί δύο φορές από μια εξουσία σε δυσκολία, οργανώνεται από το καθεστώς που προήλθε από την ανατροπή του Έβο Μοράλες πριν από ένα χρόνο.

Ημερολόγιο

Δε Τρ Τε Πε Πα Σα Κυ
 1234
567891011
12131415161718
19202122232425
262728293031  

Social