Share on facebook
Share on twitter
Share on skype
Share on whatsapp
Share on print
Share on email

Τσιάπας του πόνου και της ελπίδας

Η εξέγερση της Τσιάπας ξεκίνησε στις αρχές της δεκαετίας του 1980 κι έφτασε στην κορύφωσή της την επόμενη δεκαετία. Από το 2001 και μετά ο Στρατός των Ζαπατίστα για την Εθνική Απελευθέρωση (EZLN) ασχολείται κυρίως με την ανάπτυξη των αυτόνομων κοινοτήτων, που καλύπτουν το ένα τρίτο της επιφάνειας της Τσιάπας και που αποτελούν το πιο σημαντικό πείραμα αυτοδιαχείρισης της σύγχρονης ιστορίας. Τον Απρίλιο και τον Αύγουστο του 2019, δύο ανακοινώσεις του υποδιοικητή Μοϊσές καλούν τον λαό να συγκεντρωθεί και πάλι καταγγέλλοντας τον Λόπεζ Ομπραδόρ για αθέτηση των προεκλογικών του υποσχέσεων. Στις ίδιες ανακοινώσεις κήρυξε την αυτονομία έντεκα ακόμα περιοχών και δήμων. Το κείμενο του νομπελίστα Ζοζέ Σαραμάγκου για την Τσιάπας δημοσιεύτηκε το 1999.

ΒΚ

Το 1721, με μια επιτηδευμένη αφέλεια που δεν περιόριζε την οξύτητα του σαρκασμού, ο Σαρλ-Λουί ντε Σεκοντά ρωτούσε: «Πέρσες; Μα πώς μπορεί να είναι κανείς Πέρσης;». Έχουν περάσει σχεδόν τριακόσια χρόνια από τότε που ο βαρόνος Μοντεσκιέ έγραψε τα περίφημα «Περσικά Γράμματα», κι όμως δεν έχουμε καταφέρει ακόμη, μέχρι σήμερα, να δώσουμε μιαν ευφυή απάντηση στο πλέον θεμελιώδες ερώτημα που αφορά την ιστορική διαδρομή των ανθρωπίνων σχέσεων. Στην πραγματικότητα, εξακολουθούμε να μην κατανοούμε πώς μπόρεσε κάποιος να είναι «Πέρσης», και επιπλέον, σαν να μην αρκούσε αυτή η παραδοξότητα, πώς μπορεί να επιμένει να είναι «Πέρσης» σήμερα, σε μια εποχή όπου το θέαμα που παρουσιάζει ο κόσμος έχει στόχο να μας πείσει ότι είναι επιθυμητό και πρόσφορο να είναι κανείς αποκλειστικά «δυτικός», όπως συνήθως αποκαλείται, όρος εξαιρετικά γενικός και υποκριτικά εύχρηστος (δυτικός στη νοοτροπία του, στους τρόπους του, στις προτιμήσεις του, στις συνήθειές του, στα ενδιαφέροντά του, στις εμμονές του, στις ιδέες του) ή ακόμη, στην πολύ συχνή περίπτωση που δεν θα κατόρθωνε να εξυψωθεί σ’ αυτό το μεγαλείο, να είναι τουλάχιστον «εξευρωπαϊσμένος», με κίβδηλο τρόπο, είτε ως προϊόν της δύναμης της πειθούς είτε, με πιο ριζοσπαστικά μέσα, ως αποτέλεσμα της πειθούς της βίας, αν δεν υπάρχει άλλη διέξοδος.

«Πέρσης» είναι ο ξένος, ο διαφορετικός, μ’ άλλα λόγια, ο άλλος. Η ύπαρξη και μόνο του «Πέρση» αρκεί να αιφνιδιάσει, να αποπροσανατολίσει, να αποδιοργανώσει, να αναστατώσει το μηχανισμό των θεσμών. Ο «Πέρσης» μπορεί ακόμη να φθάσει μέχρι το σημείο να διασαλεύσει, με απαράδεκτο τρόπο, αυτό το οποίο επιζητούν περισσότερο οι κυβερνήσεις του κόσμου, στο βαθμό που συμβαίνει κάτι τέτοιο, δηλαδή την υπέρτατη αταραξία της εξουσίας τους. Οι Ινδιάνοι της Βραζιλίας (όπου οι «χωρίς γη» αποτελούν μιαν άλλη όψη του «Πέρση») υπήρξαν και είναι «Πέρσες». Οι Ινδιάνοι των Ηνωμένων Πολιτειών υπήρξαν «Πέρσες», αλλά έχουν σχεδόν πάψει να είναι. Στην εποχή τους, οι Ινκας, οι Μάγιας, οι Αζτέκοι υπήρξαν «Πέρσες», όπως και οι απόγονοί τους, οι οποίοι εξακολουθούν να είναι, εκεί όπου έζησαν και ζουν ακόμη. «Πέρσες» υπάρχουν επίσης στη Γουατεμάλα, στη Βολιβία, στην Κολομβία, στο Περού.

Οι «Πέρσες» αφθονούν επίσης στη βασανισμένη μεξικάνικη γη, όπου ο διερευνητικός και ακριβής φωτογραφικός φακός του Σεμπαστιάο Σαλγάδο απαθανάτισε αυτές τις δραματικές και συγκλονιστικές εικόνες που μας απευθύνονται άμεσα και μας ρωτούν: «Πως είναι δυνατόν εσείς, οι “Δυτικοί” και οι “Εξευρωπαϊσμένοι”, του Βορά και του Νότου, οι τόσο καλλιεργημένοι, οι τόσο πολιτισμένοι, οι τόσο τέλειοι, να μην έχετε την απαιτούμενη ευφυΐα και ευαισθησία για να κατανοήσετε εμάς, τους “Πέρσες” της Τσιάπας;».

Γιατί, στην πραγματικότητα, γι’ αυτό ακριβώς πρόκειται: να κατανοήσουμε. Να κατανοήσουμε την έκφραση αυτών των βλεμμάτων, τη σπουδαιότητα αυτών των προσώπων, τον απλό τρόπο που ζουν συλλογικά, που αισθάνονται και σκέφτονται συλλογικά, που κλαίνε συλλογικά με τα ίδια δάκρυα, που χαμογελούν με το ίδιο χαμόγελο. Να κατανοήσουμε τον τρόπο με τον οποίο τα χέρια του μοναδικού επιζώντα μιας σφαγής απλώνονται σαν προστατευτικές φτερούγες πάνω από τα κεφάλια των κοριτσιών του, να κατανοήσουμε αυτό το ποτάμι χωρίς τέλος των ζωντανών και των νεκρών, αυτή την αιματοχυσία, αυτή την ανακτημένη ελπίδα, αυτή την ιδιαίτερη σιωπή αυτών που διεκδικούν, εδώ και αιώνες, σεβασμό και δικαιοσύνη, αυτή τη συγκρατημένη οργή αυτών που, τελικά, κουράστηκαν να περιμένουν.

Πριν από εφτά χρόνια, όταν, υπακούοντας στη νεοφιλελεύθερη «οικονομική επανάσταση» που καθοδηγήθηκε από το εξωτερικό και εφαρμόστηκε ανελέητα από την κυβέρνηση, οι τροπολογίες του μεξικανικού συντάγματος έθεσαν τέρμα στη διανομή της γης και εκμηδένισαν τις ελπίδες των ακτημόνων αγροτών για την απόκτηση ενός καλλιεργήσιμου κομματιού γης, οι αυτόχθονες πληθυσμοί πίστεψαν ότι θα μπορούσαν να υπερασπιστούν τα ιστορικά δικαιώματά τους (ή τουλάχιστον τα εθιμικά, στην περίπτωση που κάποιοι θα υποστήριζαν ότι οι ινδιάνικες κοινότητες δεν έχουν καμία θέση στην ιστορία του Μεξικού), αν οργανώνονταν σε κοινωνίες των πολιτών, οι οποίες μέχρι σήμερα χαρακτηρίζονται, κατά τρόπο μοναδικό, από την απόρριψη κάθε μορφής βίας, με πρώτη αυτή που θα μπορούσε να προέρχεται από τις ίδιες.

Από την αρχή, η καθολική Εκκλησία πρόσφερε την υποστήριξή της στις κοινωνίες αυτές, αλλά αυτή η προστασία δεν τους χρησίμευσε και πολύ: οι ηγέτες τους και οι εκπρόσωποί τους ρίχτηκαν στη φυλακή ο ένας μετά τον άλλο. Η συστηματική, αμείλικτη και βάναυση καταδίωξή τους από το κράτος και τους μεγαλοτσιφλικάδες, που ενώθηκαν για την υπεράσπιση των συμφερόντων τους και των προνομίων τους, εντάθηκε, οι βίαιοι εκτοπισμοί των Ινδιάνων από την προγονική γη τους συνεχίστηκαν, και πολύ συχνά τα βουνά και τα δάση υπήρξαν το τελευταίο καταφύγιο των διωγμένων. Εκεί θα γεννιόταν ο σπόρος της εξέγερσης, μέσα στην πυκνή ομίχλη των βουνοκορφών και των κοιλάδων.

Οι Ινδιάνοι της Τσιάπας δεν είναι οι μοναδικοί ταπεινωμένοι και κατατρεγμένοι αυτού του κόσμου: σε κάθε εποχή και σε κάθε τόπο, οι άνθρωποι, που τέτοιοι καυχιόμαστε ότι είμαστε, όποια κι αν ήταν η φυλή τους, το χρώμα τους, τα έθιμά τους, η κουλτούρα τους, το θρήσκευμά τους, πάντοτε συνήθιζαν να ταπεινώνουν και να κατατρέχουν αυτούς που με μια μελαγχολική ειρωνεία εξακολουθούν να αποκαλούν πλησίον τους.

Επινοήσαμε αυτό που δεν υπάρχει στη φύση: τη σκληρότητα, τα βασανιστήρια, την περιφρόνηση. Εφαρμόζοντας μια διεστραμμένη λογική, χωρίσαμε την ανθρωπότητα σε ασυμφιλίωτες κατηγορίες: τους πλούσιους και τους φτωχούς, τα αφεντικά και τους σκλάβους, τους ισχυρούς και τους αδύναμους, τους σοφούς και τους αμαθείς. Επιπλέον, στο εσωτερικό καθεμιάς απ’ αυτές τις κατηγορίες, βάλαμε και άλλες, έτσι ώστε να εναλλάσσουμε και να πολλαπλασιάζουμε εξίσου και διαρκώς τις αφορμές για να περιφρονούμε, να ταπεινώνουμε, να καταδιώκουμε.

Τα τελευταία χρόνια, η Τσιάπας έγινε ο τόπος όπου οι πιο περιφρονημένοι, οι πιο ταπεινωμένοι και οι πιο κατατρεγμένοι του Μεξικού κατάφεραν να ανακτήσουν, ακέραιοι, την αξιοπρέπεια και την τιμή που ποτέ δεν είχαν χάσει εντελώς, ο τόπος όπου η βαριά ταφόπλακα μιας αιωνόβιας καταπίεσης ράγισε για να αφήσει να περάσει, μπροστά από μια ατελείωτη πομπή δολοφονημένων, μια ακολουθία καινούριων και διαφορετικών ζωντανών, η οποία αποτελείται από άντρες, γυναίκες και παιδιά του σήμερα που δεν απαιτούν παρά το σεβασμό των δικαιωμάτων τους, όχι μόνο ως άνθρωποι που ανήκουν στην ίδια ανθρωπότητα, αλλά επίσης το σεβασμό των δικαιωμάτων τους ως Ινδιάνοι που επιθυμούν να συνεχίσουν να είναι.

Εξεγέρθηκαν παίρνοντας τα όπλα, αλλά κυρίως εξεγέρθηκαν με τη δύναμη της ηθικής που μόνο η τιμή και η αξιοπρέπεια μπορούν να κάνουν να ανθήσει και να διατηρηθεί στο πνεύμα, ακόμη και όταν το σώμα υποφέρει από την παντοτινή πείνα και φτώχεια.

Από την άλλη πλευρά των υψιπέδων της Τσιάπας, δεν υπάρχει μόνο η κυβέρνηση του Μεξικού, υπάρχει ολόκληρος ο κόσμος. Αν και γίνεται προσπάθεια να αναχθεί το ζήτημα αυτό σε μια απλή τοπική σύρραξη, της οποίας η λύση πρέπει να αναζητηθεί αποκλειστικά στην αυστηρή εφαρμογή των μεξικανικών νόμων (που υποκριτικά υποτάσσονται και προσαρμόζονται, γι’ άλλη μια φορά όπως βλέπουμε, στη στρατηγική και στην τακτική της οικονομικής εξουσίας και της πολιτικής εξουσίας που εξαρτάται απ’ αυτήν), αυτό που διακυβεύεται στα βουνά της Τσιάπας και στα δάση της ζούγκλας Λακαντόνα υπερβαίνει τα σύνορα του Μεξικού και αγγίζει την καρδιά του τμήματος της ανθρωπότητας που δεν έχει παραιτηθεί, και που δεν θα παραιτηθεί ποτέ, από το όνειρο και την ελπίδα, από την απλή απαίτηση για μια δικαιοσύνη που θα ισχύει για όλους.

Την απαίτηση, όπως έχει γράψει αυτή η εξαιρετική και υποδειγματική από κάθε άποψη προσωπικότητα, που είναι γνωστή με το όνομα «υποδιοικητής Μάρκος», ο εξεγερμένος, για «έναν κόσμο που θα περιλαμβάνει αμέτρητους κόσμους, έναν κόσμο που θα είναι ενιαίος και πολύμορφος», και, ας μου επιτραπεί να προσθέσω: έναν κόσμο που θα διακηρύξει μια για πάντα το απαραβίαστο δικαίωμα του καθενός να είναι «Πέρσης» για όσο χρονικό διάστημα επιθυμεί, υπακούοντας μόνο στις δικές του αρχές.

Οι ορεινοί όγκοι της Τσιάπας είναι αναμφίβολα ένα από τα πιο εντυπωσιακά τοπία που είχα ποτέ τη δυνατότητα να δω, όπου βασιλεύει όμως η βία και το συγκαλυμμένο έγκλημα. Χιλιάδες αυτόχθονες, διωγμένοι από τα σπίτια τους και τη γη τους επειδή διέπραξαν το «ασυγχώρητο αμάρτημα» να είναι σιωπηλοί ή φανεροί συμπαθούντες του Ζαπατιστικού Μετώπου για την Εθνική Απελευθέρωση (FZLN), στοιβάζονται σε πρόχειρα παραπήγματα όπου υπάρχει έλλειψη φαγητού, όπου το λιγοστό νερό που διαθέτουν οι πρόσφυγες είναι σχεδόν πάντοτε μολυσμένο, και όπου ασθένειες όπως η φυματίωση, η χολέρα, η ιλαρά, ο τέτανος, η πνευμονία, ο τύφος, η ελονοσία αποδεκατίζουν ενήλικες και παιδιά. Και όλα αυτά μπροστά στην αδιαφορία των δημόσιων αρχών και των επίσημων ιατρικών υπηρεσιών.

Περίπου εξήντα χιλιάδες στρατιώτες, δηλαδή ούτε λίγο ούτε πολύ το ένα τρίτο της μόνιμης δύναμης του μεξικανικού στρατού, κατέχουν αυτή τη στιγμή την πολιτεία της Τσιάπας, με το πρόσχημα ότι προασπίζουν και διασφαλίζουν τη δημόσια τάξη. Όμως τα πραγματικά γεγονότα διαψεύδουν αυτή τη δικαιολογία. Εάν ο μεξικανικός στρατός προστατεύει ένα τμήμα των αυτοχθόνων και επιπλέον τους εξοπλίζει, τους καθοδηγεί, τους εκπαιδεύει και τους παρέχει εφόδια, αυτό συμβαίνει επειδή σε γενικές γραμμές οι αυτόχθονες εξαρτώνται από το Θεσμικό Επαναστατικό Κόμμα (PRI) που ασκεί χωρίς διακοπή, εδώ και εβδομήντα χρόνια, μια σχεδόν απόλυτη εξουσία και είναι υποταγμένοι σ’ αυτό. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι οι διάφορες παραστρατιωτικές ομάδες συγκροτούνται με μοναδικό σκοπό να επιτελέσουν το πιο βρόμικο έργο της καταπίεσης που περιλαμβάνει επιθέσεις, βιασμούς, δολοφονίες των ίδιων των αδελφών τους.

Το Ακτεάλ1 ήταν ακόμη ένα επεισόδιο στην τρομερή τραγωδία που άρχισε το 1492 με την εισβολή και την κατάκτηση. Κατά τη διάρκεια πεντακοσίων χρόνων, στην Ιβηρική Αμερική (σκόπιμα χρησιμοποιώ αυτό τον επιθετικό προσδιορισμό για να μη μείνουν εκτός κριτικής οι Πορτογάλοι, και οι Βραζιλιάνοι στη συνέχεια, οι συνεχιστές τους σ’ αυτό το μηχανισμό γενοκτονίας που μείωσε τα τρία ή τέσσερα εκατομμύρια των Ινδιάνων που ζούσαν στη Βραζιλία την εποχή των ανακαλύψεων σε μόλις διακόσιες χιλιάδες το 1980), οι αυτόχθονες πληθυσμοί πέρασαν, τρόπος του λέγειν, από διάφορα χέρια: από το χέρι του στρατιώτη που τους σκότωνε, στο χέρι του αφεντικού που τους εκμεταλλευόταν, με την παρεμβολή του χεριού της καθολικής Εκκλησίας που αντικατέστησε τους θεούς τους με τους δικούς της, αλλά που δεν κατόρθωσε ν’ αλλάξει τη σκέψη τους.

Μετά τη σφαγή του Ακτεάλ, όταν άρχισαν να ακούγονται, από το ραδιόφωνο, φωνές που έλεγαν «Έχουμε αρχίσει να νικούμε», κάποιος που δεν παρακολουθεί τα γεγονότα θα μπορούσε να πιστέψει ότι επρόκειτο για μια θρασεία και προκλητική ανακοίνωση από την πλευρά των δολοφόνων. Αυτό θα ήταν λάθος: τα λόγια αυτά ήταν ένα εμψυχωτικό μήνυμα, μια παρότρυνση να συνεχίσουν, η οποία ένωνε μέσω των αιθέρων, σαν εναγκαλισμός, τις αυτόχθονες κοινότητες. Ενώ θρηνούσαν τους νεκρούς τους, σαράντα πέντε ακόμη νεκρούς που έρχονται να προστεθούν σ’ έναν κατάλογο πέντε αιώνων, οι κοινότητες αυτές σήκωναν στωικά το κεφάλι και έλεγαν μεταξύ τους «Έχουμε αρχίσει να νικούμε», αφού για να είναι ικανές να επιβιώνουν μ’ αυτό τον τρόπο απέναντι στην ταπείνωση και στην προσβολή, στην περιφρόνηση, στη βιαιότητα και στα βασανιστήρια, δεν μπορεί παρά στην πραγματικότητα να είναι μια νίκη, μια μεγάλη νίκη, η μεγαλύτερη όλων, γιατί είναι η νίκη του πνεύματος.

Ο Εδουάρδο Γκαλεάνο, ο μεγάλος Ουρουγουανός συγγραφέας, διηγείται πως ο Ραφαέλ Γκιγιέν2, πριν γίνει ο υποδιοικητής Μάρκος, πήγε στην Τσιάπας και μίλησε στους Ινδιάνους, αλλά εκείνοι δεν τον κατάλαβαν: «Τότε χάθηκε μέσα στην ομίχλη, έμαθε να ακούει και έγινε ικανός να μιλάει». Αυτή η ομίχλη που μας εμποδίζει να δούμε, είναι επίσης το παράθυρο που ανοίγεται στον κόσμο του Άλλου, τον κόσμο του Ινδιάνου, τον κόσμο του «Πέρση». Ας κοιτάξουμε σιωπηλά, ας μάθουμε να ακούμε, και, στη συνέχεια, ίσως μπορέσουμε τελικά να καταλάβουμε.

  1. Σφαγή 45 Ινδιάνων που υποτίθεται ότι ήταν Ζαπατίστας, στην πλειονότητά τους γυναίκες και παιδιά, που διαπράχθηκε στις 22 Δεκεμβρίου 1997 στην Τσιάπας.
  2. Σύμφωνα με μια ανακοίνωση του μεξικανικού υπουργείου Εσωτερικών, που εκδόθηκε στις 9 Φεβρουαρίου 1995, το πραγματικό όνομα του «υποδιοικητή Μάρκος» είναι Ραφαέλ Σεμπαστιάν Γκιγιέν ο οποίος γεννήθηκε στο Ταμπίκο το 1957.

Μπορεί να σας ενδιαφέρουν επίσης:

Πρόσφατα άρθρα

Εκλογές 2020: Η Αμερική παραδομένη στην τρέλα

Φόβος και διχαστικό μίσος μπλέκονται στο προεκλογικό σκηνικό των ΗΠΑ, πιο έντονα από ποτέ. Ο διορισμός, από τον Ντόναλντ Τραμπ, νέας δικαστή στο Ανώτατο Δικαστήριο θα μπορούσε να παίξει αποφασιστικό ρόλο σε περίπτωση αμφισβήτησης των αποτελεσμάτων των προεδρικών εκλογών στις 3 Νοεμβρίου.

Τσιάπας του πόνου και της ελπίδας

Η εξέγερση της Τσιάπας ξεκίνησε στις αρχές της δεκαετίας του 1980 κι έφτασε στην κορύφωσή της την επόμενη δεκαετία. Από το 2001 και μετά ο Στρατός των Ζαπατίστα για την Εθνική Απελευθέρωση (EZLN) ασχολείται κυρίως με την ανάπτυξη των αυτόνομων κοινοτήτων, που καλύπτουν το ένα τρίτο της επιφάνειας της Τσιάπας και που αποτελούν το πιο σημαντικό πείραμα αυτοδιαχείρισης της σύγχρονης ιστορίας.

Στο δρόμο με την ελίτ της Σάντα Κρουζ

Στις ανατολικές πεδιάδες της Βολιβίας, η Σάντα Κρουζ Ντε Λα Σιέρα είναι η πρωτεύουσα της περιφέρειας της Σάντα Κρουζ, της μεγαλύτερης και πολυπληθέστερης της χώρας.

Βολιβία, χρονικό ενός μιντιακού φιάσκο

Στις 18 Οκτωβρίου, οι Βολιβιανοί καλούνται να εκλέξουν τον πρόεδρό τους. Η ψηφοφορία, η οποία έχει ήδη αναβληθεί δύο φορές από μια εξουσία σε δυσκολία, οργανώνεται από το καθεστώς που προήλθε από την ανατροπή του Έβο Μοράλες πριν από ένα χρόνο.

Ημερολόγιο

Δε Τρ Τε Πε Πα Σα Κυ
 1234
567891011
12131415161718
19202122232425
262728293031  

Social