el | fr | en | +
Accéder au menu

ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΚΟΣΜΟΣ

Εξαγορά του Twitter: Όταν η ελευθερία της έκφρασης κάνει δεξιά στροφή

Μετά από τρεις δεκαετίες θεαματικής ανάπτυξης του Διαδικτύου, η ελευθεριακή ουτοπία του Παγκόσμιου Ιστού διεκδικείται πλέον από την αμερικανική ακροδεξιά. Σε βάρος μιας Αριστεράς που θεμιτά επιδιώκει να προστατεύσει τους πιο ευάλωτους απέναντι στην ακραία ρητορική, αφήνει όμως στις καπιταλιστικές επιχειρήσεις τη φροντίδα ρύθμισης των μέσων κοινωνικής δικτύωσης.

Βροχή από καταδίκες συνόδευσε την εξαγορά του Twitter από τον δισεκατομμυριούχο Ήλον Μασκ. Από ό,τι φαίνεται, το διακύβευμα της συμφωνίας υπερβαίνει την τύχη ενός μέσου κοινωνικής δικτύωσης που εκτιμούν ιδιαίτερα οι ελίτ. Στην πραγματικότητα, η εξέλιξη αυτής της πλατφόρμας σύντομων αναρτήσεων αποτελεί δείκτη για το μέλλον της έκφρασης στο Διαδίκτυο και οι πολεμικές που προκάλεσε ο νέος ιδιοκτήτης του αποδεικνύουν ότι το ζήτημα της ρύθμισης της ελευθερίας έκφρασης έχει μετατραπεί σε πηγή συγκρούσεων, ιδιαίτερα στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Ας πιάσουμε ξανά το νήμα των γεγονότων. Την άνοιξη του 2022, ο Μασκ δικαιολογεί την απόκτηση αυτής της ελάχιστα κερδοφόρας επιχείρησης (270 εκατομμύρια δολάρια καθαρές ζημίες στο δεύτερο τρίμηνο του 2022) υποστηρίζοντας ότι θέλει να προστατεύσει την ελευθερία της έκφρασης, «θεμέλιο μιας λειτουργικής δημοκρατίας». Δηλώνει ότι επιθυμεί να περιορίσει τον έλεγχο περιεχομένου στο ελάχιστο που απαιτείται από την (αμερικανική) νομοθεσία και παρουσιάζει το Twitter ως τον «δημόσιο ψηφιακό χώρο όπου συζητούνται ζητήματα ζωτικής σημασίας για το μέλλον της ανθρωπότητας» (1). Όταν το αγοράζει, απολύει μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου τους μισούς εργαζομένους και διακόπτει τα συμβόλαια περισσότερων από 4.000 εξωτερικών συνεργατών, επιφορτισμένων κυρίως με τον έλεγχο περιεχομένου. Στη συνέχεια, επαναφέρει πολλούς απενεργοποιημένους λογαριασμούς, μεταξύ τους και τον λογαριασμό του Ντόναλντ Τραμπ, εγκαταλείπει την πολιτική κατά της παραπληροφόρησης που είχε εγκαινιαστεί κατά την περίοδο του Covid-19, απενεργοποιεί για μερικές ώρες τους λογαριασμούς δημοσιογράφων που δεν του αρέσουν και αφήνει να διαρρεύσουν έγγραφα που δείχνουν τον τρόπο με τον οποίο τα στελέχη της εταιρείας, υπό την παλαιά διοίκηση, συνεργάζονταν με τις αμερικανικές υπηρεσίες πληροφοριών.

Πέρα από αυτές τις αλλοπρόσαλλες και χονδροειδείς αποφάσεις, η εξέλιξη του Twitter γεννά ένα ενδιαφέρον ερώτημα: γιατί ένας αυταρχικός δισεκατομμυριούχος μπορεί σήμερα να εμφανίζεται ως υπέρμαχος της ελευθερίας της έκφρασης, ενός ιστορικού αιτήματος της Αριστεράς; Ό,τι κι αν πιστεύει κάποιος για την ειλικρίνεια της δέσμευσης του Μασκ, μία διαπίστωση παραμένει: η αμερικανική Δεξιά και ακροδεξιά έχουν πλέον οικειοποιηθεί το συγκεκριμένο αίτημα, καλύπτοντας τον κενό πολιτικό χώρο που άφησε μεγάλη μερίδα των προοδευτικών.

Για να γίνει κατανοητή μια τέτοια αντιστροφή ρόλων, θα πρέπει να επιστρέψουμε στον τρόπο με τον οποίο οι ΗΠΑ έχουν ρυθμίσει νομοθετικά την ελεύθερη έκφραση στο Διαδίκτυο. Στο ζήτημα αυτό, το καθοριστικό κείμενο είναι η Παράγραφος 230 του νόμου Communications Decency Act (CDA), που ψηφίστηκε το 1996, επί προεδρίας Μπιλ Κλίντον. Εκεί ορίζονται οι ευθύνες που έχουν οι διαδικτυακές πλατφόρμες. Ή μάλλον η απουσία ευθυνών καθώς, σύμφωνα με το κείμενο, οι εταιρείες αυτές δεν μπορούν να θεωρηθούν οι δημιουργοί ή οι εκδότες του περιεχομένου που δημοσιεύουν οι χρήστες τους. Με λίγα λόγια, εάν κάποιος δημοσιεύσει κάτι παράνομο, το Twitter δεν είναι υποχρεωμένο να λογοδοτήσει –πλην συγκεκριμένων περιπτώσεων που εμπίπτουν σε διατάξεις του ποινικού κώδικα. Στη συνέχεια, η Παράγραφος 230 ορίζει ότι οι διαδικτυακές πλατφόρμες δεν μπορούν να καταστούν υπόλογες ούτε για τον έλεγχο ασφαλείας ούτε και για το μπλοκάρισμα περιεχομένου, από τη στιγμή που έχει τεκμηριωθεί η καλή πίστη τους. Με άλλα λόγια, οι ενέργειές τους σχετικά με τον έλεγχο του περιεχομένου δεν αναιρούν την έλλειψη ευθύνης τους για το περιεχόμενο των αναρτήσεων τρίτων, δηλαδή των χρηστών της πλατφόρμας. Οι εκδοτικές αυτές πρακτικές απολαμβάνουν επιπρόσθετης προστασίας από την Πρώτη Τροποποίηση του Συντάγματος των ΗΠΑ, με την οποία διασφαλίζονται οι ιδιωτικοί φορείς απέναντι σε οποιαδήποτε απαίτηση ουδετερότητας επιβάλλεται από την πλευρά του κράτους. Έτσι, οι διεπαφές, οι αλγοριθμικές επιλογές και οι πρακτικές ελέγχου περιεχομένου στις διαδικτυακές πλατφόρμες εν γένει θεωρούνται μια διάσταση της ελευθερίας της έκφρασης, δηλαδή ότι αποτελούν μορφή «λόγου» που προστατεύεται από την Πρώτη Τροποποίηση. Με δυο λόγια, όταν το Twitter καταργεί το περιεχόμενο της ανάρτησης ενός χρήστη, η εταιρεία ασκεί το δικαίωμά της στην ελεύθερη έκφραση.

«Σκάψαμε τον λάκκο μας»

Για τις μεγάλες διαδικτυακές πλατφόρμες, η Παράγραφος 230 αποτέλεσε ευλογία. Στο ζήτημα του ελέγχου περιεχομένου, τους προσέφερε ασυλία τόσο όταν δεν προχωρούν σε καμία ενέργεια όσο και όταν επεμβαίνουν με αυστηρότητα. Τις απάλλαξε από ευθύνες που παραδοσιακά επωμίζονται τα μέσα ενημέρωσης –για παράδειγμα οι εκδότες εφημερίδων. Δεν τις υποχρεώνει καν να συμπεριφέρονται με ουδέτερο τρόπο, όπως οι απλοί τηλεπικοινωνιακοί πάροχοι. Έτσι, οι διαδικτυακές πλατφόρμες απέκτησαν το δικαίωμα, αλλά όχι την υποχρέωση, να ελέγχουν τις αναρτήσεις των χρηστών τους (2).

Μολονότι ένα τέτοιο νομικό καθεστώς μπορεί να φαίνεται μη ισορροπημένο, για πολύ καιρό δεν αμφισβητήθηκε καθόλου. Το υπερασπίστηκε επίμονα η Σίλικον Βάλεϊ, αλλά και οι σημαντικότερες οργανώσεις υπεράσπισης πολιτικών ελευθεριών, όπως η American Civil Liberties Union (ACLU) και η Electronic Frontier Foundation (EFF). Τα επιχειρήματά τους; Εάν οι πλατφόρμες καθίσταντο υπεύθυνες για τις αναρτήσεις τρίτων θα ωθούνταν στην προληπτική απόρριψη υπερβολικά μεγάλου αριθμού αναρτήσεων, ενώ εάν τους επιβαλλόταν η υποχρέωση τήρησης ουδετερότητας θα παραβιαζόταν η Πρώτη Τροποποίηση του αμερικανικού συντάγματος. Έτσι, η Παράγραφος 230, καθώς αποφεύγει αυτούς τους δύο σκοπέλους για την ελευθερία της έκφρασης, μπόρεσε να παρουσιαστεί ως «ένα από τα ελάχιστα καλά κείμενα για την τεχνολογία που υιοθέτησε ποτέ το Κογκρέσο των ΗΠΑ» (3).

Το 2017, η ανάδειξη του Τραμπ στην προεδρία των Ηνωμένων Πολιτειών διαλύει τη συναίνεση και μετατρέπει την Παράγραφο 230 σε πολιτικό ζήτημα εθνικής εμβέλειας. Η εξύμνηση της ελευθερίας της έκφρασης γίνεται μόνιμη επωδός των Ρεπουμπλικανών. Η «εναλλακτική Δεξιά» (alt-right), ένα νέο όνομα για κάθε λογής ακροδεξιά ομάδα, δημιουργεί τα δικά της μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Το Gab το 2016 και το Parler το 2018 συγκεντρώνουν χρήστες που, στην πλειοψηφία τους, υιοθετούν τις θέσεις Τραμπ και εμφανίζονται ως προπύργια της ελευθερίας της έκφρασης, κάτι που τους επιτρέπει να διαχέουν ανοικτά ρατσιστικές, μισογυνικές και ξενοφοβικές απόψεις.

Όσο για τις μεγάλες διαδικτυακές πλατφόρμες, αποτελούν αντικείμενο διαρκούς κριτικής από την πλευρά των Ρεπουμπλικανών, που τις κατηγορούν για μεροληψία υπέρ των Δημοκρατικών και καταχρηστική λογοκρισία. Ο Τραμπ απειλεί επανειλημμένα ότι θα καταργήσει την Παράγραφο 230, χωρίς οι λεονταρισμοί του να γίνουν πράξη. Το 2020, ενώπιον του Κογκρέσου, ο Μαρκ Ζάκερμπεργκ, ιδρυτής του Facebook, συνοψίζει την κατάσταση: «Οι Δημοκρατικοί μάς κατηγορούν ότι δεν ελέγχουμε αρκετά το περιεχόμενο, οι Ρεπουμπλικανοί ότι το ελέγχουμε υπερβολικά πολύ» (4). Η πολεμική φθάνει στο αποκορύφωμά της μετά την εισβολή στο Καπιτώλιο, στις 6 Ιανουαρίου 2021. Τα γεγονότα οδηγούν το Twitter, το Facebook και το Snapchat να καταργήσουν ή να αναστείλουν τη λειτουργία των λογαριασμών του απερχόμενου προέδρου και πολλών υποστηρικτών του που συνδέονταν με την ακροδεξιά κίνηση QAnon. Η Google και η Apple αποσύρουν την εφαρμογή Parler από τα ηλεκτρονικά καταστήματά τους, ενώ η Amazon Web Services αρνείται να συνεχίσει να φιλοξενεί το συγκεκριμένο εναλλακτικό μέσο κοινωνικής δικτύωσης, υποστηρίζοντας ότι αποτελεί κίνδυνο για τη δημόσια τάξη.

Μερικούς μήνες αργότερα, δύο ρεπουμπλικανικές Πολιτείες, η Φλόριντα και το Τέξας, απαντούν ψηφίζοντας νόμους (Florida Senate Bill 7072 και Texas House Bill 20) με τους οποίους αναιρούνται βασικές διατάξεις της Παραγράφου 230. Αυτά τα νομοθετικά κείμενα έχουν στόχο να αποτρέψουν τις μεγάλες διαδικτυακές πλατφόρμες από την αναστολή λειτουργίας ορισμένων λογαριασμών και τον έλεγχο περιεχομένου, εκθέτοντάς τις σε ενδεχόμενες διώξεις από την πλευρά χρηστών που θα θεωρούσαν ότι έχουν λογοκριθεί. Ο στόχος τους είναι να υποχρεώσουν τους κύριους παίκτες του Διαδικτύου (οι δύο νόμοι αφορούν αποκλειστικά τις πλατφόρμες με μεγάλο αριθμό χρηστών) να δημοσιεύουν όλες τις αναρτήσεις χωρίς αποκλεισμούς, δηλαδή να τους επιβάλουν μια ουδετερότητα παρόμοια με εκείνη των τηλεπικοινωνιακών παρόχων. Μια προοπτική την οποία υπερασπίζεται και ο υπερσυντηρητικός δικαστής Κλάρενς Τόμας στο Ανώτατο Δικαστήριο, εκφράζοντας τη λύπη του επειδή «το δικαίωμα λογοκρισίας της έκφρασης το έχουν, στην ουσία, στα χέρια τους κάποιες ιδιωτικές ψηφιακές πλατφόρμες» (5).

Στον βαθμό που αντιβαίνουν στην Παράγραφο 230, οι νόμοι της Φλόριντα και του Τέξας γρήγορα αμφισβητήθηκαν ενώπιον των δικαστηρίων από τις μεγάλες τεχνολογικές εταιρείες. Οι εταιρείες διατύπωσαν το επιχείρημα ότι θα ήταν αντισυνταγματικό να τους επιβληθεί μια αυστηρή υποχρέωση ουδετερότητας, στο μέτρο που η Πρώτη Τροποποίηση προστατεύει την εκδοτική ελευθερία τους (6). Εν αναμονή της εξέτασης του ζητήματος από το Ανώτατο Δικαστήριο, όπου οι περισσότεροι παρατηρητές προβλέπουν ότι θα καταλήξει η υπόθεση, οι νόμοι της Φλόριντα και του Τέξας αντικατοπτρίζουν τη στροφή 180 μοιρών των Ρεπουμπλικανών. Μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 2010, η αμερικανική Δεξιά υποστήριζε ότι η ελευθερία έκφρασης των ατόμων και η ελευθερία έκφρασης των επιχειρήσεων πήγαιναν χέρι-χέρι. Εκτιμούσε ότι τα ιδιωτικά μέσα ενημέρωσης, στη βάση τόσο των δικαιωμάτων που πηγάζουν από την ατομική ιδιοκτησία όσο και της Πρώτης Τροποποίησης, θα έπρεπε να απολαμβάνουν απόλυτη ελευθερία επιλογής των απόψεων που μεταδίδουν. Προσπαθώντας να επιβάλει υψηλότερο βαθμό ουδετερότητας στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, η τραμπική πλέον Δεξιά ξεκόβει με μια ολόκληρη ιδεολογική παράδοση και την αμφισβητεί. Παραδέχεται σιωπηρά ότι οι ιδιωτικές επιχειρήσεις δεν θα έπρεπε να έχουν απόλυτη ελευθερία να αποφασίζουν ποιες απόψεις μεταδίδουν –δηλαδή μια θέση ιστορικά συνδεδεμένη με τους Δημοκρατικούς!

Η ιδεολογική μεταστροφή της αμερικανικής Δεξιάς έρχεται ως απάντηση στους μετασχηματισμούς του προοδευτικού στρατοπέδου. Κατά τη δεκαετία του 2010, η παραπληροφόρηση και η ρητορική μίσους οδηγούν πανεπιστημιακούς, ακτιβιστές και πολιτικά στελέχη να στηλιτεύσουν τη χαλαρότητα που επιδείκνυαν οι μεγάλες διαδικτυακές πλατφόρμες. Ζητούν από τις εταιρείες αυτές να ενισχύσουν τις δυνατότητές τους για έλεγχο του περιεχομένου, έτσι ώστε να προστατευτούν οι λιγότερο ευνοημένοι χρήστες, δηλαδή άνθρωποι με δυσκολότερη πρόσβαση στον δημόσιο διάλογο (γυναίκες, μειονότητες κ.ο.κ.). Η μάχη για τη μεγαλύτερη δυνατή ελευθερία έκφρασης παύει πλέον να αποτελεί πρόταγμα των προοδευτικών. Γίνεται πλέον αντιληπτή ως μέσο για να φιμωθούν οι γυναίκες και οι μειονότητες μέσω του διαδικτυακού εκφοβισμού, των απειλών και της διασποράς ψευδών ειδήσεων σε βιομηχανική κλίμακα. Έτσι, ο πανεπιστημιακός Τιμ Γου, μέχρι πρόσφατα αξιωματούχος της κυβέρνησης Μπάιντεν, υπογράμμιζε ότι «οι υπέρμαχοι των ανοικτών, μη φιλτραρισμένων καναλιών διαδικτυακής έκφρασης (μεταξύ τους και εγώ) σκάψαμε τον λάκκο μας, στον βαθμό που τα δίκτυα αυτά σήμερα χρησιμοποιούνται ως όπλα εναντίον των λιγότερο ευνοημένων χρηστών» (7). Ο κλασικός πολιτικός φιλελευθερισμός, όπως ενσαρκώνεται από τις πιο σημαντικές οργανώσεις προστασίας των πολιτικών ελευθεριών, κατηγορείται ότι καταδικάζει στη σιωπή τους πιο ευάλωτους και στρώνει το χαλί της ακροδεξιάς.

Αυτές οι ιδεολογικές ανατροπές γίνονται ολοφάνερες μετά τις ταραχές στο Καπιτώλιο, τον Ιανουάριο του 2021. Τότε, η ACLU και οι Ρεπουμπλικανοί καταγγέλλουν με παρόμοιες διατυπώσεις τη χωρίς όρια λογοκριτική εξουσία των τεχνολογικών κολοσσών. Ορισμένες προσωπικότητες που προέρχονται από την Αριστερά συγκλίνουν με το συντηρητικό στρατόπεδο. Πρόκειται για την περίπτωση του δημοσιογράφου Γκλεν Γκρίνγουολντ, ο οποίος είχε δημοσιεύσει τις αποκαλύψεις του Έντουαρντ Σνόουντεν σχετικά με τη δράση των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών. Ο Γκρίνγουολντ, σφοδρός επικριτής της λογοκρισίας, της κουλτούρας της ακύρωσης (cancel culture) και του εφησυχασμού των Δημοκρατικών απέναντι στην εξουσία της Σίλικον Βάλεϊ, μετατράπηκε σε ανεπιθύμητο πρόσωπο για την Αριστερά αφότου πολλαπλασίασε τις εμφανίσεις του στην εκπομπή του συντηρητικού-ελευθερόφρονα τηλεπαρουσιαστή Τάκερ Κάρλσον στο κανάλι Fox News. Το 2022, θα ξεκινήσει μια εκπομπή στην πλατφόρμα Rumble, η οποία χρηματοδοτείται από τον υπερφιλελεύθερο επιχειρηματία Πίτερ Τίελ (8). Πρόκειται για μια διαδρομή που αποτυπώνει την επιθετική οικειοποίηση του ζητήματος της ελευθερίας της έκφρασης από τη Δεξιά, καθώς και την υποβάθμιση αυτής της αξίας στο προοδευτικό στρατόπεδο.

Η εξουσία στους ιδιώτες

Στην πραγματικότητα, η αμερικανική Αριστερά έχει βρεθεί σε αδιέξοδο. Η θεμιτή βούλησή της να προστατευτούν οι λιγότερο ευνοημένοι χρήστες είχε ως τίμημα να εγκαταλείψει την αμφισβήτηση της εξουσίας των μεγάλων διαδικτυακών πλατφορμών. Η αμερικανική Αριστερά ενθάρρυνε τους γίγαντες της τεχνολογίας να επεμβαίνουν περισσότερο για την προστασία των μειονοτήτων και την εγγύηση της ποιότητας του δημόσιου διαλόγου, όμως δεν αναρωτήθηκε πραγματικά για την επιλογή της να εμπιστευθεί αυτές τις πολύ σημαντικές αποστολές σε ένα ολιγοπώλιο. Έτσι, «οι προοδευτικοί, μπροστά στην πιεστική ανάγκη να δράσουν ενάντια στην παραπληροφόρηση, μετατράπηκαν σε συνηγόρους της εξουσίας που διαθέτουν οι πλατφόρμες, τουλάχιστον όταν αυτή η εξουσία ασκείται προκειμένου να αποκλειστούν απόψεις που θεωρούνται επικίνδυνες» (9). Επομένως, ο δημόσιος διάλογος στις ΗΠΑ πήρε μια αρκετά χαοτική τροπή: ενώ η Δεξιά επιδιώκει πλέον να περιορίσει διά νόμου τις εταιρείες που ελέγχουν την ελεύθερη έκφραση στο Διαδίκτυο, η Αριστερά έχει αποδεχθεί την ανάθεση σε αυτές της αποστολής για την προστασία των λιγότερο ευνοημένων χρηστών. Και έτσι, το προοδευτικό στρατόπεδο χάνει σε δύο μέτωπα. Επέτρεψε στους αντιπάλους του να οικειοποιηθούν τόσο την υπεράσπιση της ελευθερίας της έκφρασης όσο και την απαίτηση για ενισχυμένο πλαίσιο δημόσιας ρύθμισης της λειτουργίας της Σίλικον Βάλεϊ.

Τι μας λέει τελικά το Twitter του Ήλον Μασκ; Καταρχάς, καθιστά προφανές σε πόσο μεγάλο βαθμό οι τρεις δεκαετίες χαλάρωσης των κανονιστικών ρυθμίσεων εμπέδωσαν την εξουσία των ιδιωτικών εταιρειών στο πεδίο της διαδικτυακής ελευθερίας του λόγου. Ταυτόχρονα, η εξαγορά του μέσου κοινωνικής δικτύωσης με λογότυπο το μπλε πουλί αποτυπώνει συμβολικά την οικειοποίηση από την αμερικανική Δεξιά της ουτοπίας του Διαδικτύου, ως χώρου όπου θριαμβεύει η απόλυτη ελευθερία έκφρασης. Ωστόσο, αυτή η συμμαχία υπερφιλελευθερισμού και υπερσυντηρητισμού είναι ασταθής. Οι Ρεπουμπλικανοί επιδιώκουν την απαγόρευση συγκεκριμένων βιβλίων από τα σχολεία και τις βιβλιοθήκες (κυρίως στη Φλόριντα και στο Τέξας), ενώ ταυτόχρονα διεκδικούν την απόλυτη ελευθερία έκφρασης στο Διαδίκτυο. Η ελευθεριακή ουτοπία του Διαδικτύου δεν είναι πλήρως συμβατή με τις συντηρητικές αξίες.

Τελικά, οι συζητήσεις γύρω από το Twitter υπογραμμίζουν πόσο δύσκολο είναι να συμβιβαστεί η υπεράσπιση της ελευθερίας της έκφρασης με την προστασία των λιγότερο ευνοημένων χρηστών, όσο η διαδικτυακή έκφραση παραμένει κάτω από τον έλεγχο ενός καπιταλιστικού ολιγοπωλίου.

Sébastien Broca

Αναπληρωτής καθηγητής στις επιστήμες της πληροφορίας και της επικοινωνίας στο πανεπιστήμιο Paris-VIII. Συγγραφέας του Utopie du logiciel libre, Le Passager clandestin, Παρίσι, 2018.
μετάφραση: Χάρης Λογοθέτης

(1Twitter, 25 Απριλίου 2022.

(2Βλ. Tarleton Gillespie, Custodians of the Internet. Platforms, Content Moderation, and the Hidden Decisions That Shape Social Media, Yale University Press, Νιου Χέιβεν, 2018.

(3Cory Doctorow, «Zuckerpunch», Pluralistic, 25 Μαρτίου 2021, https://pluralistic.net.

(4Αναφέρεται από τον Damien Leloup, «Devant le Sénat américain, les patrons de Google, Twitter et Facebook ont dû répondre aux accusations de “biais anticonservateur”», «Le Monde», 28 Οκτωβρίου 2020.

(5Αναφέρεται από τον Bobby Allyn, «Justice Clarence Thomas takes aim at tech and its power “to cut off speech”», National Public Radio (NPR), 5 Απριλίου 2021, www.npr.org.

(6Βλ. United States Court of Appeals for the Eleventh Circuit, «NetChoice, LLC, et al. v. Attorney General », Πολιτεία της Φλόριντα, αρ. 21-12355, 8 Νοεμβρίου 2021.

(7Tim Wu, «Is the first amendment obsolete?», «Michigan Law Review», τόμος 117, τ. 3, Ann Arbor, 2018.

(8Βλ. Zeeshan Aleem, «How the populist left has become vulnerable to the populist right», MSNBC, 9 Ιανουαρίου 2023, www.msnbc.com.

(9Evelyn Douek και Genevieve Lakier, «Rereading the first amendment», Knight First Amendment Institute, 18 Μαΐου 2022, https://knightcolumbia.org.

Μοιραστείτε το άρθρο